Ο «Οδικός» Χάρτης του VICE για τις Ατέλειωτες Διασπάσεις στην Αριστερά
Φωτογραφία του χρήστη του Flickr Andreas Kontokanis

FYI.

This story is over 5 years old.

News

Ο «Οδικός» Χάρτης του VICE για τις Ατέλειωτες Διασπάσεις στην Αριστερά

Είναι οι διασπάσεις ένα στοιχείο της ίδιας της οντότητας της Αριστεράς;
16.9.15

Tα ανέκδοτα για το θέμα είναι άπειρα. Το πιο παλιό από αυτά, αναφέρει ότι οι αριστερές οργανώσεις είναι σαν τις ατομικές βόμβες: αφήνεις μία να πέσει και αυτή πολλαπλασιάζεται εκθετικά –γίνεται δύο, τέσσερις, δεκαέξι, διακόσιες πενήντα έξι και πάει λέγοντας. Άλλα είναι inside jokes, που στοχεύουν σε συγκεκριμένα ρεύματα. H απόδειξη, για παράδειγμα, ότι ο υιός του θεού ήταν ο πρώτος τροτσκιστής –σύμφωνα με τον θρύλο- έχει τη βάση της στο γεγονός πως ο Jesus έφτιαξε μεν μια οργάνωση με δώδεκα μέλη όλα κι όλα μέλη, όμως ακόμα κι εκεί κάποιος βρέθηκε να τη διασπάσει. Όσο για τα ανέκδοτα που γυροφέρνουν το ζήτημα ΚΚΕ (μ-λ) και ΜΛ ΚΚΕ, αυτά έχουν παλιώσει και κρυώσει –ειδικά τώρα που οι δύο οργανώσεις βρίσκονται σε φάση επαναπροσέγγισης.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Όπως και να 'χει η σχέση της Αριστεράς με την έννοια «διάσπαση» αποτέλεσε διαχρονικά αντικείμενο ειρωνειών -άλλες φορές πάλι, η κωμωδία εναλλασσόταν με την τραγωδία, καθώς αρκετοί είναι εκείνοι οι όψιμοι (ή και όχι) αριστεροί που οικτίρουν με πόνο καρδιάς τη δυσκολία της Αριστεράς «να ενωθεί». Πιο ψύχραιμοι και διαλεκτικοί μελετητές ωστόσο, θα μπορούσαν να αντιπαραβάλουν μερικά ιστορικά στοιχεία που αμφισβητούν τον καταστροφικό χαρακτήρα των συχνών διασπάσεων στην Αριστερά. Για παράδειγμα η μεγαλύτερη ιστορική επιτυχία της, παγκοσμίως, βασίστηκε σε δύο διασπάσεις που σχεδίασε και οργάνωσε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ, γνωστότερος ως Λένιν: Η πρώτη το 1903 μεταξύ Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων (που κατέληξε στην κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων του Τσάρου κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και την κατάληψη της εξουσίας από τους πρώτους στην πάλαι ποτέ Ρωσική Αυτοκρατορία) και η δεύτερη, σε παγκόσμιο level, ανάμεσα σε σοσιαλιστές και σοσιαλδημοκράτες από τη μία και κομμουνιστές από την άλλη. Οι μεν χωρίστηκαν στη Β' Διεθνή, οι δε στη Γ' Διεθνή, η οποία πρόσφερε αργότερα στην πρώην Σοβιετική Ένωση ένα πανίσχυρο διεθνές κίνημα υποστηρικτών και της επέτρεψε να μετατραπεί σε παγκόσμια υπερδύναμη.

Πηγαίνοντας ακόμα παλιότερα, θα μπορούσαμε να θυμηθούμε ότι η γέννηση της Αριστεράς όπως την γνωρίζουμε, είναι αποτέλεσμα μιας ακόμα διάσπασης ανάμεσα στον Μαρξ και τους οπαδούς του από τη μία, οι οποίοι θα δημιουργήσουν τα ρεύματα που θα αποκληθούν μετέπειτα Αριστερά, και του Μπακούνιν με τους δικούς του υποστηρικτές που θα γεννήσουν το αναρχικό ή ελευθεριακό κίνημα. Κι είμαστε ακόμα στο 1873. Γιατί αν πάμε πιο πίσω, στον 18ο αιώνα, θα διαπιστώσουμε ότι η εφεύρεση της έννοιας Αριστερά, προέρχεται με τη σειρά της κι αυτή από μια διάσπαση: Στη μετεπαναστατική Εθνοσυνέλευση της Γαλλίας, οι εκπρόσωποι των φτωχών τάξεων κάθονται αριστερά του προεδρείου, οι δε των ανώτερων τάξεων και των ευγενών στα δεξιά του. Οι έννοιες Αριστερά και δεξιά, προέρχονται από αυτόν ακριβώς τον χωροταξικό διαχωρισμό, που μπορεί κανείς να δει να τηρείται και σήμερα σε όλα τα κοινοβούλια του κόσμου. Συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού, όπου το ΚΚΕ κάθεται πάντα στο αριστερό άκρο έναντι του προεδρείου και η χωροταξική σειρά τηρείται απαρέγκλιτα, μέχρι το δεξιό άκρο όπου κάθονται -ας ελπίσουμε όχι για πολύ ακόμα- οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής.

Η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και η ίδρυση της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑΕ) από όσους αρνήθηκαν να αποδεχθούν τον όψιμο έρωτα του Αλέξη Τσίπρα για το Μνημόνιο, ξανάφερε το ζήτημα των διασπάσεων της Αριστεράς στο προσκήνιο. Αλλά για μια στιγμή… Είπαμε του ΣΥΡΙΖΑ με τη Λαϊκή Ενότητα; Λάθος! Η επιλογή του Παναγιώτη Λαφαζάνη, της Ζωής Κωνσταντοπούλου και άλλων 24 βουλευτών να εγκαταλείψουν την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είχε επιπτώσεις μόνο στη συνοχή του μέχρι πρότινος συγκυβερνώντος κόμματος. Ένα ολόκληρο ντόμινο διασπάσεων την ακολούθησε:

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πρώτη – πρώτη η ΔΗΜΑΡ. Διάσπαση και η ίδια του ΣΥΡΙΖΑ, από το 2010, όταν η αυτοαποκαλούμενη «Ανανεωτική Πτέρυγα» του πάλαι ποτέ Συνασπισμού διαφώνησε με αυτό που θεώρησε ως υπερ-αριστερή στροφή του. Η οποία όπως αποδείχτηκε δεν ήταν παρά μια στροφή γύρω από τον εαυτό του. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να καταλαμβάνει πλέον τη θέση της ΔΗΜΑΡ ως «η Αριστερά της ευθύνης» στον πολιτικό χάρτη και την αριστερή του πτέρυγα να τον εγκαταλείπει τρέχοντας, το δέλεαρ της επιστροφής ήταν πρόδηλο. Και αυτό της διάσπασης επίσης. Την ώρα που ο ιστορικός ηγέτης του κόμματος Φώτης Κουβέλης (που είχε μετατραπεί σε υβριστικό σύνθημα στα χείλη των πρόσφατα αποχωρησάντων μελών της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ) εξέφραζε τον αναγεννημένο έρωτά του για το παλιό του κόμμα, η νεότερη ηγεσία αποφάσιζε ότι οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο και η ΔΗΜΑΡ στο ΠΑΣΟΚ. Κάπως έτσι, η ΔΗΜΑΡ που τον Ιανουάριο συγκέντρωσε το αρκετά εξευτελιστικό 0,48% των ψήφων (χάνοντας το 92% της δύναμής της σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές), χωρίστηκε στα δύο…

Όμως η αποκόλληση της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ δεν δημιούργησε ξαφνικά καρδιοχτύπια μόνο στα δεξιά του. Αν η μισή ΔΗΜΑΡ ένιωσε να ξαναφουντώνει ο έρωτάς της για το παλιό της αμόρε, απαλλαγμένο πλέον από την αριστερά του, οι αποχωρήσαντες έκλεψαν ένα κομμάτι της καρδιάς της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Με σταθερή παρουσία στα κινήματα των τελευταίων χρόνων αυτή η συμμαχία οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν κατόρθωσε να εισπράξει την αναγνωρισιμότητα που έχει κερδίσει στην κάλπη –μόνο σε Περιφερειακές Εκλογές έχει ξεπεράσει το 2%. Ίσως επειδή το momentum επέβαλε ΣΥΡΙΖΑ για το δυνητικό κοινό της. Η διάσπαση του και η ίδρυση της ΛΑΕ έγινε αντιληπτή για ένα τμήμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως η ευκαιρία να διευρυνθεί μέσα σε ένα μεγαλύτερο μέτωπο. Από ένα άλλο, μεγαλύτερο, έγινε αντιληπτή ως η ξαναζεσταμένη σούπα του ΣΥΡΙΖΑ. Το αποτέλεσμα ήταν η διάσπαση σε δύο ανισομερή κομμάτια. Πέντε συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΝΑΡ, το ΣΕΚ, η ΟΚΔΕ – Σπάρτακος, το ΕΚΚΕ και η ΑΡΙΣ απορρίπτουν την συνεργασία με την ΛΑΕ. Δύο όμως, την απαιτούν και αποχωρούν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τα εκεί: η ΑΡΑΝ και η ΑΡΑΣ (δυο οργανώσεις που η μία είναι διάσπαση της άλλης και είναι γνωστές για το γεγονός ότι ενίοτε λύνουν τις διαφορές τους ελάχιστα ειρηνικά). Όχι χωρίς απώλειες για τις ίδιες όμως αφού 53 στελέχη της ΑΡΑΝ δεν υπακούουν τη γραμμή και δηλώνουν ότι θα παραμείνουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ανάμεσά τους και η Δέσποινα Κουτσούμπα, υποψήφια περιφερειάρχης Αττικής με το σχηματισμό το 2014, η οποία λέει σήμερα στο VICE: «Η πρόσφατη διάσπαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν ένα προδιαγεγραμμένο γεγονός. Είχαν παρατηρηθεί αποκλίνουσες γραμμές το προηγούμενο διάστημα, συνεπώς δεν ήταν μια αιφνίδια αποχώρηση. Το θετικό είναι πως πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα πολιτισμένο πλαίσιο ενταγμένο στις συλλογικές διαδικασίες της οργάνωσης, δηλαδή στο πανελλαδικό συντονιστικό και στις τοπικές επιτροπές. Στέκομαι σε αυτό, διότι έχω ζήσει παλαιότερα μία ακόμα τη διάσπαση, της ΑΡΑΝ με την ΑΡΑΣ, όπου είχαν ξεφύγει τα πράγματα με συγκρούσεις φοιτητών στην Πάτρα και πολλές αλληλοκατηγορίες εκατέρωθεν. Η σημερινή διάσπαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όμως, φέρει διαφορετικά χαρακτηριστικά, έστω κι αν το αποτέλεσμα δεν παύει να είναι μια αποχώρηση που αλλάζει τη μορφή της οργάνωσης. Κατά τη γνώμη μου, βέβαια, σε αυτή την κρίση που βιώνουμε, όλα τα σχήματα της αριστεράς σήμερα πρέπει να τα βλέπουμε ως μεταβατικά. Γιατί η αριστερά στο σύνολό της δεν αντιστοιχεί σε αυτό που θα έπρεπε να είναι, δηλαδή ένας εκπρόσωπος των συμφερόντων των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και των χειμαζόμενων ανθρώπων από την διαρκή οικονομική ύφεση. Είμαστε σε μια ευρύτερη φάση μετασχηματισμού. Είναι δεδομένο –σε αυτό συμφωνούμε και όσοι έφυγαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όσοι έμειναν- ότι οι καιροί απαιτούν ένα μεγάλο κοινωνοπολιτικό μέτωπο το οποίο θα καταφέρει να συγκεντρώσει μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς και του κινήματος απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές, όμως το ερώτημα για εμάς είναι ο τρόπος και οι όροι με τους οποίους θα ανοίξει αυτή η συζήτηση. Η ενότητα για την ενότητα δεν είναι γόνιμη, ειδικά όταν υπάρχουν στρατηγικές αποκλίσεις και τακτικές. Ενότητα πρέπει να υπάρχει όταν εξυπηρετείται ένας βασικός σκοπός, ο οποίος εν προκειμένω είναι η εκπροσώπηση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων χωρίς μισόλογα και ανέξοδες υποσχέσεις».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

H διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, της ΔΗΜΑΡ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΑΡΑΝ δεν αποτελεί ασφαλώς την απαρχή στην ιστορία της ελληνικής αριστεράς. Ας ξεναγηθούμε λοιπόν σε μερικές από τις πιο διάσημες (τουλάχιστον στα αριστερά πέριξ) διασπάσεις.

Το άρθρο συνεχίζεται στην επόμενη σελίδα

Η «Αναγέννηση», οι μαοϊκοί και τα (περισσότερα από) δύο «μουλού»

Το 1956, το 20ό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης θα αποκηρύξει τον Στάλιν. Όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα του κόσμου θα υποστούν τριγμούς από το γεγονός αυτό και το ελληνικό δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Στην πραγματικότητα, στο ΚΚΕ, περισσότερο από την αποκήρυξη του Στάλιν είχε να αντιμετωπίσει τους τριγμούς που του προκάλεσε η αποκήρυξη του δικού του ιστορικού ηγέτη, του Νίκου Ζαχαριάδη και η αλλαγή στρατηγικής.

Το 1964, μια ομάδα υποστηρικτών του Νίκου Ζαχαριάδη, θα εκδώσει το περιοδικό «Αναγέννηση», από το οποίο θα προκύψει η Οργάνωση Μαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας (ΟΜΛΕ). Κατά την περίοδο της δικτατορίας η ΟΜΛΕ θα αποκτήσει επιρροή τόσο στην Ελλάδα όσο και στους φοιτητές του εξωτερικού, εκφράζοντας θέσεις που εναντιώνονται στους «αναθεωρητές» του ΚΚΕ αλλά και στη Σοβιετική Ενωση. Από το 1970, η ΟΜΛΕ αποκτά «ανταγωνισμό», καθώς τότε ιδρύεται το Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας (ΕΚΚΕ), το οποίο αναφέρεται απευθείας στην κινεζική επανάσταση και τον ηγέτης της Μάο Τσε-Τουνγκ –τον οποίον η ΟΜΛΕ υποστηρίζει επίσης. Οι δύο οργανώσεις διαφωνούν στον χαρακτήρα της επανάστασης που χρειάζεται στην Ελλάδα: η ΟΜΛΕ υποστηρίζει ότι πρέπει να είναι δημοκρατική και αντιιμπεριαλιστική, ενώ το ΕΚΚΕ –πιο ενθουσιώδες- θεωρεί ότι πρέπει να είναι απευθείας σοσιαλιστική.

Η πτώση της Χούντας το 1974, βρίσκει και τις δύο οργανώσεις στα ντουζένια τους και ειδικά τις δύο φοιτητικές τους παρατάξεις: την ΠΠΣΠ της ΟΜΛΕ και την ΑΑΣΠΕ του ΕΚΚΕ. Ο θάνατος του Μάο το 1976 ωστόσο δημιουργεί τα πρώτα προβλήματα. Η ΟΜΛΕ αποφασίζει να μετατραπεί από οργάνωση σε κόμμα και το καταφέρνει τόσο καλά, ώστε τελικά μετατρέπεται σε δύο κόμματα: το ΚΚΕ (μ-λ) και το Μ-Λ ΚΚΕ, δύο αρκτικόλεξα που θα γίνουν αντικείμενο ειρωνείας στη συνέχεια για την ομοιότητά τους. Η διαφορά τους είχε να κάνει κυρίως με τις αντιλήψεις που αναπτύσσονταν στην Κίνα και την αποκαλούμενη «θεωρία των τριών κόσμων» -που εξίσωνε τις ΗΠΑ με τη Σοβιετική Ενωση- την οποία το Μ-Λ ΚΚΕ αποδεχόταν, αλλά το ΚΚΕ (μ-λ) όχι. Το Μ-Λ ΚΚΕ θα μείνει ενωμένο μόνο για τρία χρόνια, μέχρι το 1979, όταν και θα διασπαστεί σε «Μ-Λ ΚΚΕ» και «Μ-Λ ΚΚΕ (Ανασυγκροτημένο)». Το κυρίως Μ-Λ ΚΚΕ, αυτό δηλαδή που δεν είχε ανασυγκροτηθεί, θα διεκδικήσει την ανασυγκρότησή του στο πλάι του ΕΚΚΕ, με το οποίο θα ενωθεί προσωρινά. Η ένωση αυτή θα προκαλέσει με τη σειρά της τη διάσπαση του ΕΚΚΕ. Λίγο αργότερα ο γάμος του Μ-Λ ΚΚΕ με το ΕΚΚΕ θα διαλυθεί οριστικά, αφήνοντας πίσω του και ένα παιδί, μια 5η οργάνωση την ΟΑΚΚΕ, που υπάρχει ακόμα και προκαλεί το γέλιο των πιο μερακλήδων ρεκτών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με τις εντελώς παράδοξες θέσεις της. Τουλάχιστον εξαιτίας αυτής τη διάσπασης ξαναενώνεται το ΕΚΚΕ. Στο ενδιάμεσο όμως έχει διασπαστεί το ΚΚΕ (μ-λ), σε δύο οργανώσεις που διεκδικούν τον κοινό τίτλο και ο θρύλος τις θέλει να παίζουν επίσης ένα ανελέητο ξύλο στην πλατεία Ομονοίας μπροστά στα μάτια ανυποψίαστων και έντρομων περαστικών που βλέπουν ανθρώπους να δέρνονται κατηγορώντας ο ένας τον άλλον ότι καπηλεύεται τον τίτλο του ΚΚΕ (μ-λ). Αμφότεροι είχαν τα δίκια τους, αφού οι μεν είχαν την πλειοψηφία του κόμματος και οι δε την πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής –μαζί με την λαχτάρα να συνεργαστούν με το ΠΑΣΟΚ. Τελικά οι πρώτοι θα επικρατήσουν και οι δεύτεροι θα αναζητήσουν άλλο όνομα, το οποίο ελάχιστοι θυμούνται πλέον.

Κάπου εδώ τελειώνουν οι διασπάσεις του λεγόμενου «μαρξιστικού – λενινιστικού» χώρου και αρχίζουν οι επανενώσεις. Το 1988 το Μ-Λ ΚΚΕ (Ανασυγκροτημένο) θα επιστρέψει στην αγκαλιά του κυρίως Μ-Λ ΚΚΕ. Το ΚΚΕ (μ-λ) από την άλλη θα συνεχίσει την πορεία του, αρχικά σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις της άκρας αριστεράς και στη συνέχεια μόνο του. Οσο για το ΕΚΚΕ αυτό σχεδόν εξαφανίζεται, περνώντας από τα 6.000 μέλη που είχε στις αρχές της δεκαετίας του '80 στις ελάχιστες δεκάδες σήμερα, που συμμετέχουν ως τάση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το 2012 θα υπάρξει και ο τελικός ιστορικός συμβιβασμός: ΚΚΕ (μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ θα αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους και θα δημιουργήσουν ένα κοινό μέτωπο το οποίο θα ονομάσουν ΛΑΑΣ (Λαϊκή Αριστερή Αντιιμπεριαλιστική Συσπείρωση). Ενωμένα ωστόσο τα δύο «μουλού» αριθμούν κάποιες εκατοντάδες μέλη, αρκετά λιγότερα από τα χιλιάδες που συσπείρωναν τον καιρό της διάσπασης.

1968: Το «ες», το «εξ» και η ουρά τους

Το 1968 το δυτικοευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα διάγει μια φάση χειραφέτησης από τη Σοβιετική Ένωση, η εξάρτηση από την οποία το αποκόπτει από όλα τα νέα επαναστατικά ρεύματα που ξεσπούν στη νεολαία και στα εργοστάσια. Η τάση αυτής της χειραφέτησης θα ονομαστεί «ευρωκομμουνισμός» και θα καταστεί αρκετά ισχυρή στα Κομμουνιστικά Κόμματα της Ιταλίας, της Ισπανίας και ως έναν βαθμό της Γαλλίας. Σήμερα συνηθίζεται να συνδέεται ο ευρωκομμουνισμός με τον Μάη του '68 και την Άνοιξη της Πράγας –μια προσπάθεια για «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» στην Τσεχοσλοβακία, που κατεστάλη από τα σοβιετικά τανκς. Ωστόσο, χρονολογικά τα γεγονότα αυτά ακολουθούν. Η συζήτηση ανοίγει και στο ΚΚΕ, αρχικά στην εξόριστη ηγεσία του –αφού στην Ελλάδα παραμένει ακόμα παράνομο. Στην κρίσιμη συνεδρίαση, η πλειοψηφία της ηγεσίας τάσσεται ενάντια στον ευρωκομμουνισμό, ωστόσο το «Γραφείο Εσωτερικού», δηλαδή οι υπεύθυνοι για την παράνομη δουλειά στην Ελλάδα, τάσσονται με τη μειοψηφία. Ετσι προκύπτει το ΚΚΕ Εσωτερικού, η μεγαλύτερη ως τότε διάσπαση του ΚΚΕ, που αρέσκεται να αποκαλεί το άλλο τμήμα «ΚΚΕ Εξωτερικού», για να τονίσει την υποτέλειά του στη Μόσχα.

Ωστόσο, μετά την πτώση της Χούντας, το 1974, το «εξ» θα υπερκεράσει κατά πολύ το «ες» οδηγώντας το σε εσωστρέφεια και μια σειρά διασπάσεων με τη σειρά του. Το 1978 η πλειοψηφία της Νεολαίας του «ες», της ΕΚΟΝ – Ρήγας Φεραίος, θα αποκοπεί από το κόμμα κατά τη Β' Πανελλαδική του Συνδιάσκεψη και η βραχύβια οργάνωση που θα προκύψει θα πάρει ακριβώς αυτό το πρωτότυπο όνομα: Β' Πανελλαδική. Το 1986, δύο απόψεις κονταροχτυπιούνται στο κόμμα: Η μία, υπό την ηγεσία του Λεωνίδα Κύρκου, είναι αυτή της λεγόμενης «αποκομμουνιστικοποίησης» και της μετατροπής του κόμματος σε «δημοκρατικό αριστερό». Η άλλη, με εμβληματικότερη μορφή τον Γιάννη Μπανιά, προτείνει την εμβάθυνση της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας. Η ομάδα του Κύρκου επικρατεί και το κόμμα διαλύεται και μετονομάζεται σε ΕΑΡ (Ελληνική Αριστερά), την ώρα που η μειοψηφία θα ιδρύσει το «ΚΚΕ Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά», που θα μετονομαστεί λίγα χρόνια αργότερα σε ΑΚΟΑ (Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά).

Η πορεία των δύο διασπάσεων θα είναι παράδοξη: η «αποκομμουνιστικοποιημένη» ΕΑΡ θα συνεργαστεί σχεδόν αμέσως με το… ΚΚΕ, που πέρναγε τότε μια περίοδο ιδιότυπων ανοιγμάτων και υπαρξιακής αναζήτησης, και μαζί θα φτιάξουν τον Συνασπισμό της Αριστεράς (ΣΥΝ), στον οποίον θα συμμετάσχουν και άλλες μικρότερες κινήσεις της Αριστεράς. Το 1991 όμως, κι αφού προηγηθεί μια περίοδος – Αρμαγεδώνας το ΚΚΕ θα διασπαστεί και θα αποχωρήσει από τον ΣΥΝ, που θα μετατραπεί σε ενιαίο κόμμα, στο οποίο θα διαχυθεί η ΕΑΡ, αποφασίζοντας την αυτοδιάλυσή της. Με τον ενιαίο πλέον ΣΥΝ, θα συνεργαστεί μετά το 1999 η… ΑΚΟΑ, αποφασίζοντας ότι δεν έχει νόημα πια να συνεχίζει μόνη της. Όχι όλη η ΑΚΟΑ όμως! Η μειοψηφία της θα διαφωνήσει με τη συνεργασία με τον ΣΥΝ, θα αποχωρήσει και θα ιδρύσει την οργάνωση Κομμουνιστική Ανανέωση (ΚΑΝ), η οποία θα συνεργαστεί με το νέο ΚΚΕ που προέκυψε από τη διάσπαση του ΣΥΝ το 1991.

Μπερδευτήκατε; Εχει κι άλλο. ΑΚΟΑ και ΚΑΝ θα στηρίξουν μαζί τον ΣΥΡΙΖΑ το 2012, όταν όμως κι αυτός με τη σειρά του θα μετατραπεί σε ενιαίο κόμμα, η ΑΚΟΑ θα αυτοδιαλυθεί στο εσωτερικό του –όπως είχε αυτοδιαλυθεί η ΕΑΡ στο εσωτερικό του ΣΥΝ το 1991- ενώ η ΚΑΝ θα ακολουθήσει αυτόνομη πορεία. Is this the end? No. Η δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ, με τους πολλούς τροτσκιστές και μαοϊκούς, σε ενιαίο κόμμα θα δυσαρεστήσει σφόδρα τους μετριοπαθείς συντηρητικούς αριστερούς που προέρχονταν από την ΕΑΡ, οι οποίοι τρόπον τινά θα την ξαναφτιάξουν 25 χρόνια μετά, μόνο που αυτή τη φορά θα την πουν Δημοκρατική Αριστερά. Η διάσπαση αυτή, επίσης, μάλλον θα ωφελήσει και τις δύο πλευρές. Ο ενωμένος ΣΥΡΙΖΑ του 2009 είχε ποσοστό 4,6%. Τα δύο διασπασμένα κομμάτια του θα συγκεντρώσουν 33,2% λιγότερο από τρία χρόνια μετά (26,9% ο ΣΥΡΙΖΑ και 6,3% η ΔΗΜΑΡ). Ο Δημήτρης Χατζησωκράτης, μέλος κατά σειρά του ΚΚΕ Εσωτερικού, της ΕΑΡ, του Συνασπισμού και της ΔΗΜΑΡ, θυμάται τους λόγους της ίδρυσης της τελευταίας, το 2010 και εξηγεί στο VICE: «Οι μεγάλες διαφορές εντός Συνασπισμού, που εν τέλει οδήγησαν στη διάσπαση της Ανανεωτικής Πτέρυγας, στο Συνέδριο του 2010, είχαν διαφανεί ήδη από το Δεκέμβρη του 2008. Οι Ανανεωτικοί πιστεύαμε, εκείνη την εποχή, πως πρέπει να υπάρξει μια ριζική καταδίκη των φαινομένων βίας που παρατηρούνταν στις μαζικές διαδηλώσεις, έπειτα από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, ώστε να μην δίνεται η δυνατότητα να σπεκουλάρουν τα κόμματα της δεξιάς και του κέντρου. Στην αντίπερα όχθη, επικρατούσε η αντίληψη πως πρόκειται απλώς για κάποια επαναστατημένα παιδιά της Αριστεράς, τα οποία θα έπρεπε να ξαναφέρουμε πίσω. Στην πορεία, οι διαφορές μας κορυφώθηκαν, σε πολιτικό επίπεδο πια, μετά τις εκλογές του 2009, και αφορούσαν τη στρατηγική των συνεργασιών. Εμείς εκτιμούσαμε πως το άνοιγμα που επιχειρούνταν, για τη δημιουργία ενός μεγάλου μετώπου, έπρεπε να γίνει προς το χώρο του κέντρου και της κεντροαριστεράς και όχι προς εκείνο της ριζοσπαστικής αριστεράς, με τον οποίο συμπορεύθηκε εν τέλει ο ΣΥΡΙΖΑ, ασχέτως αν στην πορεία ανέπτυξε εκείνες τις κεντροαριστερές συμμαχίες που εμείς θεωρούσαμε απαραίτητες. Οι διασπάσεις στην Αριστερά, πάντως, είναι ένα παρακολουθηματικό φαινόμενο -αν παρατηρήσει κάποιος την πορεία της στο χρόνο θα δει ότι ποτέ δεν έλειψαν οι αποχωρήσεις από τους σχηματισμούς της. Υπάρχει άλλωστε και η λογική Ζαχαριάδη που έλεγε κάποτε "Tα σκόρδα χοντραίνουν, όσο αραιώνουν", με την οποία, πάντως, δε συμφωνώ. Βασικά οι διασπάσεις υφίστανται ως συστατικό της Αριστεράς επειδή η συγκρότησή της δεν γίνεται στη βάση της εξουσίας».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σήμερα το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού δεν υπάρχει αυτόνομα ως τέτοιο. Το ΚΚΕ Εσωτερικού, η ΕΑΡ, η ΑΚΟΑ, εξεμέτρησαν το βίο τους και διαλύθηκαν. Η ΚΑΝ έχει ελάχιστα μέλη και η ΔΗΜΑΡ που δεν έχει και πολύ περισσότερα δεν επιθυμεί την παραμικρή σχέση με οτιδήποτε αποκαλείται «κομμουνιστικό». Πέθανε λοιπόν το ρεύμα; «Ναι», λένε οι πιο μετριοπαθείς εχθροί του. Γιατί οι πιο ορκισμένοι ανάμεσά τους, υποστηρίζουν ότι δεν πέθανε, αλλά οι αντιλήψεις του βρίσκονται ακόμα μέσα στην Αριστερά και την καταστρέφουν.

1989: Τότε που η ΚΝΕ το 'σκασε

Το 1982 το 11ο Συνέδριο του ΚΚΕ υιοθετεί το σύνθημα της «πραγματικής αλλαγής», ένα σύνθημα που για πολλούς καθιστούσε το κόμμα δορυφόρο του –πανίσχυρου τότε- ΠΑΣΟΚ. Μια ομάδα μελών και στελεχών του, κάποια εξ αυτών μέσα στη νεολαία του την ΚΝΕ, δυσαρεστούνται από αυτή την εξέλιξη και αρχίζουν να συζητούν μεταξύ τους. Τα επόμενα χρόνια οι σχέσεις του ΚΚΕ με το ΠΑΣΟΚ θα διαρραγούν, όχι όμως και η αντίληψη του κόμματος ότι αυτό που προέχει είναι η διαχείριση του καπιταλισμού και όχι η προετοιμασία της μετάβασης στον σοσιαλισμό. Η ομάδα που συζητά, μεγαλώνει, οργανώνεται και μετατρέπεται σε «φράξια» που παλεύει για να κερδίσει το κόμμα «από μέσα». Η φράξια μεγαλώνει τόσο πολύ, ώστε πριν διασπαστεί με το ΚΚΕ διασπάται η ίδια. Το 1985, η οργάνωση Πάτρας του ΚΚΕ, που πρόσκειται στους διαφωνούντες, διαφωνεί μαζί τους και αποχωρεί μόνη της από το κόμμα, ιδρύοντας το Εργατικό Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Από αυτή την οργάνωση ξεπήδησε ο Νίκος Τεμπονέρας, ο καθηγητής που δολοφονήθηκε στις 8 Ιανουαρίου από μέλη της ΟΝΝΕΔ ενώ υπερασπιζόταν τους μαθητές που αγωνίζονταν ενάντια στο πολυνομοσχέδιο του υπουργού της Νέας Δημοκρατίας Βασ. Κοντογιαννόπουλου.

Το 12ο Συνέδριο του 1987 που θα θέσει το ζήτημα μιας «συνεργασίας των αριστερών και των προοδευτικών δυνάμεων» και θα ακολουθηθεί από το λεγόμενο «Κοινό Πόρισμα» του ΚΚΕ με την ΕΑΡ, που αποτελεί δεξιότερη μετεξέλιξη του ΚΚΕ εσωτερικού, θα βαθύνει το χάσμα ανάμεσα στο Κόμμα και τους διαφωνούντες –ειδικά της νεολαίας. Η ίδρυση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (μαζί με την ΕΑΡ και άλλες μικρότερες κινήσεις που τοποθετούνται ακόμα πιο δεξιά, ανάμεσά τους η Νέα Πορεία του πατέρα της Ζωής Κωνσταντοπούλου), θα κάνει την κατάσταση ασφυκτική. Το 1988 η ΚΝΕ για πρώτη φορά θα πάρει σαφείς αποστάσεις από την πολιτική του ΚΚΕ. Η απόφαση για κυβερνητική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία τον Ιούνιο του 1989, θα ξεχειλίσει το ποτήρι. Τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, ο τότε γραμματέας της ΚΝΕ Γιώργος Γράψας θα επιτεθεί ανοιχτά στο ΚΚΕ, το οποίο θα τον καλέσει να παραιτηθεί. Αυτός θα αρνηθεί, μαζί με την πλειοψηφία της ηγεσίας της ΚΝΕ, δίνοντας την χαρακτηριστική απάντηση «Φυσικά και δεν θα υπακούσουμε» και θα διαγραφεί. Η διάσπαση πραγματοποιείται και παίρνει εκρηκτικά χαρακτηριστικά. Συνολικά 14.000 μέλη της ΚΝΕ αποχωρούν, η συντριπτική πλειονότητα της οργάνωσης. Μέσα στο κόμμα η κατάσταση είναι πιο ελεγχόμενη, αλλά οι απώλειες είναι και πάλι πολλές: Αποχωρούν ιστορικά στελέχη, όπως ο βουλευτής Κώστας Κάππος και ο ευρωβουλευτής Δημ. Δεσύλας και στελέχη όπως ο Κ. Τζιαντζής, που θεωρούνταν ένα από τα σημαντικότερα μυαλά της αριστεράς στην Ελλάδα, αλλά και ο Ν. Κοτζιάς και η Ν. Βαλαβάνη, που μέχρι πρότινος αποτελούσαν στελέχη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και σήμερα είναι υποψήφιοι ο πρώτος με τον ΣΥΡΙΖΑ και η δεύτερη με τη ΛΑΕ του Παν. Λαφαζάνη –ο οποίος τότε ήταν από την πλευρά εκείνων που τους διέγραψαν. Ολοι μαζί θα ιδρύσουν το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ), που για κάποια χρόνια θα διεκδικεί για λογαριασμό του την ονομασία της ΚΝΕ για τη νεολαία του. Η γέννηση του ΝΑΡ θα συνοδευτεί από μεγάλο ενθουσιασμό: οι κόκκινες σημαίες και τα συνθήματα για τον κομμουνισμό, που το ΚΚΕ είχε βάλει στην αποθήκη, σηκώνονται ξανά. Η συνέχεια ωστόσο δε δικαίωσε τις πρώτες ελπίδες. Από το 1989 έως το 1991 το ΝΑΡ έχασε τη μεγάλη πλειονότητα των μελών του και δεν τα αντικατέστησε στον ίδιο βαθμό ποτέ.

Ένα από τα γνωστότερα στελέχη του ΚΚΕ που αποχώρησαν το 1989, ήταν ο Άγγελος Χάγιος, σήμερα εμβληματικότερη μορφή του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ της οποίας το ΝΑΡ αποτελεί τη μεγαλύτερη συνιστώσα. Ο ίδιος λέει σήμερα στο VICE: «Η διάσπαση του '89, η οποία έμεινε στην ιστορία ως η ανταρσία της ΚΝΕ του Γράψα, είχε μεν ως βασικό όχημα ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας του ΚΚΕ, όμως μέσα της περιείχε επίσης συντρόφους που προέρχονταν από τη γενιά της αντιδικτατορικής πάλης, κάποιους διανοούμενους, αλλά κι ένα μέρος του εργατικού δυναμικού του κόμματος. To επίμαχο πολιτικό ζήτημα, που οδήγησε εν τέλει στην αποχώρηση, δεν ήταν άλλο από τη συνεργασία της ηγεσίας του ΚΚΕ υπό τον Χαρίλαο Φλωράκη με την ΕΑΡ του Λεωνίδα Κύρκου σε ένα κοινό πολιτικό πρόγραμμα, το οποίο στην πραγματικότητα αποτέλεσε το πρόπλασμα όλων όσων ακολούθησαν στην πολιτική ζωή του τόπου στις αρχές του '90. Τότε ήταν λες και έπεσε μια βόμβα ναπάλμ στη συνείδηση των αριστερών. Αυτή η συνεργασία αποτέλεσε ένα ιστορικό σοκ για εμάς. Ειδικά η στροφή και η μετέπειτα υποχώρηση του ΚΚΕ στο θέμα της ΕΟΚ, σηματοδοτούσε στα μάτια, τα μυαλά και τη σκέψη μας, την αρχή μιας ευρύτερης ταξικής συνεργασίας. Όταν λοιπόν το κοινό πόρισμα ΚΚΕ-ΕΑΡ ήρθε στην κεντρική επιτροπή του κόμματος εμείς είπαμε ένα μεγάλο όχι. Εκείνη την εποχή υπενθυμίζω πως η ΚΝΕ είχε φτάσει στο απόγειο της δύναμής της. Επιλέξαμε λοιπόν να συγκρουστούμε, διότι είχαμε αντιληφθεί ότι αυτό που συνέβαινε ήταν μια διαφορετική πτυχή της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, σα να λέμε ένα είδος ταξικού εκφυλισμού της Αριστεράς, με εγκατάλειψη των εργατικών συμφερόντων και συμβιβασμό με την αστική τάξη. Τότε ήταν θυμίζω που ανδρώθηκαν και τα μεγάλα συμφέροντα στη χώρα με μια μετάβαση από τα παλιά τζάκια σε νεότερα. Στην ομιλία του ο Γράψας είχε πει χαρακτηριστικά πως "οδεύουμε προς ένα νεοσυντηρητικό χειμώνα, στον οποίο η Αριστερά όχι μόνο δεν πέτυχε κατακτήσεις, αλλά αντιθέτως σήμερα ενσωματώνεται στο σύστημα και παίζει ένα ρόλο αστικής διαχείρισης εις βάρος των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας". Αν με ρωτάς σήμερα -και αυτό είναι κάτι που λέμε συχνά- το ρήγμα του '89 δεν έκλεισε ποτέ».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στο μεταξύ, η πορεία του ΝΑΡ δεν υπήρξε ευθύγραμμη. Πέρασε από αρκετές αποτυχίες και μικροδιασπάσεις και κυρίως από τη διαρκή αλλαγή εκλογικών συνεργασιών. Το 1990 θα κατέλθει στις εκλογές ως «Λαϊκή Αντιπολίτευση», το 1993 ως «Μαχόμενη Αριστερά», το 1994 ως «Αριστερή Κίνηση κατά της ΕΟΚ», από το 1999 έως το 2007 ως «Μέτωπο Ριζοσπαστικής Αριστεράς» -με διάφορες κάθε φορά συνεργασίες. Καμία από όλες αυτές τις κινήσεις δεν θα ξεπεράσει το 0,2%. Μόνο η ίδρυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με τη συμμετοχή σχεδόν όλων των σημαντικών δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς θα οδηγήσει σε αποτελέσματα που να ξεπερνούν το 1% ή και το 2% στις Περιφερειακές Εκλογές του 2014.

Παραδόξότητα στην ιστορία του ΝΑΡ: Η διάσπαση που του έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά δεν ήταν δικιά του. Ηταν η διάσπαση του ΚΚΕ του 1991. Τότε, παρά τις αντίθετες εκτιμήσεις των στελεχών του, η τάση των «σκληρών» επικράτησε μέσα στο ΚΚΕ εκείνης των «ανανεωτών», επαναφέροντας το κόμμα σε κομμουνιστική κατεύθυνση και ακυρώνοντας τη φιλοδοξία του ΝΑΡ να γίνει ο κύριος ή και μοναδικός εκφραστής των κομμουνιστικών αντιλήψεων στην Ελλάδα. Η ύπαρξη ενός ΚΚΕ που όμνυε ξανά στο κόκκινο χρώμα και τον κομμουνισμό οδήγησε αρκετά μέλη του στον επαναπατρισμό και του δημιούργησε πρόβλημα προσανατολισμού, που πάντως κατέστησε το ΝΑΡ –στην προσπάθειά του να το επιλύσει- μια πολυγραφότατη οργάνωση. Προϊόν μιας διάσπασης που μάλλον απέτυχε, το ΝΑΡ συνεχίζει σήμερα να υπάρχει και μάλιστα να υποφέρει το ίδιο –αναλογικά- από ελάχιστες διασπάσεις. Άλλωστε μεγάλο κομμάτη της διάσημης ΕΑΑΚ, αποτελείται από μέλη του ΝΑΡ. Η ΕΑΑΚ είναι η συνδικαλιστική κίνηση της άκρας Αριστεράς στα πανεπιστήμια που παίζει σημαντικό ρόλο στο φοιτητικό κίνημα και συγκεντρώνει συχνά τη μήνη των συντηρητικών καθηγητών και πρυτάνεων για τους ακτιβισμούς της.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το άρθρο συνεχίζεται στην επόμενη σελίδα

1991: Το '68 reloaded

Το 1991 το Τείχος του Βερολίνου έχει μόλις πέσει, οι χώρες του (αν)υπαρκτού σοσιαλισμού έχουν ανακαλύψει κατενθουσιασμένες την κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας και η μεγάλη πατρίδα, η Σοβιετική Ενωση, πνέει τα λοίσθια. Οι εξελίξεις αυτές έχουν δημιουργήσει ένα μεγάλο υπαρξιακό κενό στην ελληνική Αριστερά, η οποία συν τοις άλλοις έχει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που της δημιούργησε η κυβερνητική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, η οποία ακολουθήθηκε από εκατοντάδες χιλιάδες μούντζες αριστερών που εγκατέλειψαν τα κόμματα που την εμπνεύστηκαν και κυρίως από την αποχώρηση αυτού που αποτελούσε το μεγαλύτερο καμάρι του ΚΚΕ, της ΚΝΕ. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες το ΚΚΕ, που συμμετέχει τότε στον Συνασπισμό, κάνει συνέδριο, το διάσημο έκτοτε 13ο. Τα επιφανέστερα στελέχη του εκείνης της εποχής έχουν μια πολύ πρακτική πρόταση. Το ΚΚΕ να κατεβάσει ρολά, να βγάλει το «Κ» από τον τίτλο του, που εκείνη την εποχή δεν είναι καθόλου της μόδας, και να διαχυθεί μαζί με τους υπόλοιπους στον Συνασπισμό. Οι μη παροικούντες την Ιερουσαλήμ, είναι σχεδόν βέβαιοι ότι έτσι θα γίνει. Και πολλοί από τους παροικούντες την ιερή πόλη επίσης. Η πραγματικότητα ήρθε να τους διαψεύσει οικτρά. Σε πείσμα των προβλέψεων, οι «σκληροί» κερδίζουν το συνέδριο από τους «ανανεωτικούς». Τα στελέχη των «σκληρών», που εξακολουθούν να αναφέρονται στον Μαρξ και τον Λένιν, είναι άγνωστα στο πλατύ κοινό. Η νέα γραμματέας του κόμματος Αλέκα Παπαρήγα είναι ένα πρόσωπο χωρίς καμία δημοσιότητα και όλοι προεξοφλούν ότι είναι μια προσωρινή επιλογή: θα μείνει στη θέση της 22 χρόνια. Αντίθετα, τα στελέχη των «ανανεωτών» είναι πιο προβεβλημένα. Ανάμεσα σε άλλα ονόματα, που σήμερα έχουν λίγο – πολύ αποχωρήσει από το πολιτικό προσκήνιο, συναντά κανείς τον Γιάννη Δραγασάκη και τον Παναγιώτη Λαφαζάνη.

Οι νικητές του Συνεδρίου θα απαιτήσουν από τους ηττημένους να αποχωρήσουν άμεσα από το συμμαχικό σχήμα του ΣΥΝ. Όσοι αρνούνται (οι περισσότεροι από αυτούς δηλαδή) διαγράφονται. Το ΚΚΕ θα σχιστεί σχεδόν στα δύο. Αν συνυπολογίσει κανείς και τη διάσπαση του 1989, έχει χάσει περισσότερη από τη μισή του δύναμη μέσα σε δύο χρόνια. Οι περισσότεροι από όσους απέμειναν είναι ηλικιωμένοι. Παρά την επικράτηση των «σκληρών», αρκετοί προεξοφλούν ότι το ΚΚΕ είναι κόμμα με ημερομηνία λήξης. Κι όμως, στις εκλογές του 1993, θα εξασφαλίσει άνετα την παρουσία του στη Βουλή με 4,5%. Αντίθετα, οι «ανανεωτικοί» και ο ΣΥΝ θα υποστούν έμφραγμα: η βελόνα θα σταματήσει στο 2,93% και το κόμμα θα μείνει εκτός Βουλής για λίγες χιλιάδες ψήφους. Η πορεία του ΚΚΕ θα είναι ανοδική. Η ΚΝΕ θα ανασυγκροτηθεί και θα ξαναζήσει τις παλιές της δόξες, το κόμμα θα φτάσει μέχρι και το 9%. Αντίθετα ο ΣΥΝ θα αγκομαχά κάθε φορά για να πιάσει το πολυπόθητο 3% και να έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η νίκη των «σκληρών» στην Αριστερά μοιάζει να αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά. Μετά το 1968, ξανά το 1991.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μέχρι που το 2012 έρχονται τα πάνω – κάτω. Ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται ο κύριος εκφραστής του «αντι-μνημονιακού μετώπου» και συμπιέζει το ΚΚΕ χαμηλά. Τρία χρόνια αργότερα, στην κυβέρνηση πια, θα σπρώξει προς την έξοδο και τα σημαντικότερα στελέχη του που προέρχονταν από το ΚΚΕ το 1991. Με καθυστέρηση 47 ετών, οι «ανανεωτικοί» γίνονται κυρίαρχοι του παιχνιδιού; Αμφίβολο. Ο ΣΥΡΙΖΑ σε πολύ λίγα θυμίζει το ΚΚΕ Εσωτερικού του 1968 και η Αριστερά έχει πάντα τους δικούς της εσωτερικούς κανόνες, που μπορεί να είναι διαφορετικοί από εκείνους του εθνικού πολιτικού σκηνικού.

Οι μικροί και το μέλλον…

Θα χρειαζόταν ένα βιβλίο για να περιγράψει κανείς το σύνολο των διασπάσεων σε όλη την αριστερά αυτά τα σχεδόν 100 χρόνια που λειτουργεί οργανωμένα ως πολιτική δύναμη στην Ελλάδα. Μόνο ο τροτσκιστικός χώρος –που δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα μαζικός στη χώρα- θα μπορούσε να έχει ένα δικό του κεφάλαιο, για να κατανοήσει κανείς τις διασπάσεις της ΕΔΕ, του ΕΕΚ ή της ιστορικότερης οργάνωσής του, της ΟΚΔΕ. Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο θα μπορούσε να αφιερωθεί σε μια άλλη διεθνή ιδεολογική διάσπαση του τροτσκισμού, τον «κλιφισμό» που στην Ελλάδα είχε κάπως καλύτερη τύχη μέχρι σήμερα: Εκπροσωπούνταν για χρόνια από την ΟΣΕ (Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση) που μεγάλωσε και μετονομάστηκε σε ΣΕΚ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα). Το ΣΕΚ διασπάστηκε δύο φορές: μία στη Θεσσαλονίκη στις αρχές τις δεκαετίας του '90 και μια δεύτερη το 2000, όταν ιδρύθηκε η ΔΕΑ (Διεθνιστική Εργατική Αριστερά) που απορρόφησε και την παλιά διάσπαση και μπήκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Εκεί όμως δεν συμφώνησαν όλοι τι πήγαν να κάνουν: έτσι το 2005 η ΔΕΑ διασπάται από το ''Κόκκινο''. Το ''Κόκκινο'' με τη σειρά του διασπάται από την ΑΠΟ (Αντικαπιταλιστική Πολιτική Ομάδα). Ολοι αυτοί θα συνυπάρξουν στον ΣΥΡΙΖΑ και θα φτιάξουν μια κοινή πλατφόρμα στο εσωτερικό του πριν φύγουν όλοι μαζί και ενωμένοι ξανά με τη Λαϊκή Ενότητα. Εκτός από ένα μικρό τμήμα του ''Κόκκινου'' που θα αποχωρήσει και θα μείνει στον ΣΥΡΙΖΑ φτιάχνοντας την ''Πλατφόρμα Κ2''. Εχοντας κάνει την πορεία ΟΣΕ – ΣΕΚ – ΔΕΑ – Κόκκινο – Πλατφόρμα Κ2, ο Βαγγέλης Καραγεώργος, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ, εξηγεί γιατί πάντα κάποιοι φεύγουν, γυρνάνε και ξαναφεύγουν:

«Έχω ζήσει από κοντά τρεις διασπάσεις -η πρώτη ήταν του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Πρωτομπήκα στο ΣΕΚ το '84, ήμουν το 25ο μέλος. Στα μέσα της δεκαετίας του '90 είχαμε φτάσει να αριθμούμε περίπου 1500 μέλη, από τα οποία ενεργά ήταν τα 800. Το ΣΕΚ όμως παρότι μιλούσε για ενιαίο κοινωνικό μέτωπο, στην πραγματικότητα ήταν μια οργάνωση αυτιστική και αυτοαναφορική. Εκείνη την εποχή στο εξωτερικό, αλλά και στην Ελλάδα καλλιεργούνταν μια σειρά από ενωτικές κινήσεις γύρω από ευρύτερα ζητήματα, όμως το ΣΕΚ είχε επιλέξει την απομόνωση. Αυτό ήταν το υπέδαφος πάνω στο οποίο ήρθε η διάσπαση. Αρχικά έφυγαν 130 στελέχη από την Αθήνα. Φτιάξαμε τη ΔΕΑ, η οποία συμμετείχε στην "Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Διαδήλωση στη Γένοβα" και έπειτα στο "Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ" μαζί με 15 άλλες οργανώσεις της Αριστεράς. Σε αυτό το χώρο συνάντησης των κινημάτων οφείλει την ύπαρξή του ο ΣΥΡΙΖΑ. Το 2004 μπήκε ένα ζήτημα στη ΔΕΑ για το αν θα συμμετέχουμε στο ΣΥΡΙΖΑ, από το οποίο προέκυψε νέα διάσπαση και εν τέλει η δημιουργία της πολιτικής οργάνωσης Κόκκινο από μια μειοψηφία 50 ατόμων της ΔΕΑ. Αυτές οι διασπάσεις, ειδικά στο χώρο της άκρας Αριστεράς, οφείλονται κατά κύριο λόγο στην περιθωριοποίησή της και στο μικρό της μέγεθος, καθώς για να αντιμετωπίσει αυτά τα δύο προβλήματα ανεβάζει πολύ τον πήχη της ιδεολογίας με αποτέλεσμα το παραμικρό ζήτημα να γίνεται αφορμή για αποχωρήσεις. Ουσιαστικά το τι είναι σωστό και τι λάθος δεν κρίνεται από την πλειοψηφία και την κοινωνία, αλλά από την κυρίαρχη ιδεολογία. Παράλληλα, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, οι διασπάσεις στην Αριστερά έχουν ως σημείο εκκίνησης τις πρόσκαιρες συνεργασίες με τα αστικά κόμματα της δεξιάς, όπου είθισται να οδηγούν σε μαζικές αποχώρησεις. Τα παραδείγματα πολλά».

Το φαινόμενο των διασπάσεων δεν είναι φυσικά μόνο ελληνικό. Ακόμα περισσότερο δεν είναι μόνο αριστερό με τη στενή έννοια του όρου. Οι αναρχικοί επίσης έχουν διασπαστεί πολλές φορές στην ιστορία τους. Στην πατρίδα που γέννησε τον αναρχοσυνδικαλισμό, τη Γαλλία, υπάρχουν αυτή τη στιγμή πέντε διαφορετικές CNT (αναρχοσυνδικαλιστικές ενώσεις), αν και μόνο δύο παίζουν κάποιο ρόλο στο γαλλικό εργατικό κίνημα. Στην Ισπανία, φτιάχτηκε ένας συνασπισμός της αριστεράς με τον τίτλο ''Εσκέρα Ουνίδα'' (Ενωμένη Αριστερά), μόνο και μόνο για να ενώσει καμιά 20αριά οργανώσεις και κόμματα που διασπάστηκαν στο παρελθόν μεταξύ τους. Οι Podemos, που δεν είναι ακριβώς αριστερά, χωρίστηκαν πρόσφατα με γνώμονα την Ελλάδα: οι μισοί στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ και οι άλλοι μισοί την ΛΑΕ.

Είναι λοιπόν οι διασπάσεις ένα στοιχείο της ίδιας της οντότητας της Αριστεράς; Η θεωρία λέει ναι: η ίδια η ύπαρξη της ξεκινά από την παραδοχή της διάσπασης της κοινωνίας σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, εργάτες και αφεντικά, φτωχούς και πλούσιους. Η πράξη, επίσης λέει ναι: Σχεδόν 150 χρόνια ασταμάτητων διασπάσεων, το επιβεβαιώνουν. Είναι αυτό το στοιχείο καταλυτικό στην ιστορία της ως εδώ και για το μέλλον της; Ναι και όχι. Είναι βέβαιο ότι οι αποχωρήσεις, οι συγχωνεύσεις, οι διαχωρισμοί και τα ρήγματα αποσπούν ένα σοβαρό τμήμα της ενέργειας της Αριστεράς. Ωστόσο, σπανίως η Αριστερά έχανε εξαιτίας μιας διάσπασης. Αντίθετα πολύ συχνά διασπούνταν εξαιτίας μιας ήττας. Αυτή η διαφοροποίηση ανάμεσα στο «αίτιο» και το «αιτιατό», είναι σημαντικό να κατανοηθεί για να καταλάβουμε «τι έχουν τα έρμα και διασπούνται».

Το να περιμένει κανείς από την Αριστερά να «ενωθεί» και να παραμείνει ενωμένη είναι μάλλον μάταιο. Μετράει σε αυτό ότι δεν είναι συνήθως ένας μηχανισμός που θέλει να διατηρήσει την εξουσία του, αλλά που θέλει να αλλάξει τα πράγματα –και πάνω σε αυτό ο καθένας έχει τη δική του άποψη, για την οποία κάποτε είχε κάνει ένα φτηνό αστείο ο Κλιντ Ιστγουντ ως επιθεωρητής Κάλαχαν. Κάποιες διασπάσεις, εύλογα, οδηγούνται στη γραφικότητα και την αυτοαναφορικότητα. Άλλες πάλι, οδήγησαν σε αναγέννηση της δράσης και της ζωτικότητας της Αριστεράς. Ίσως οι δεύτερες να είναι λιγότερες. Είναι εντούτοις αρκετές, ώστε για τον μέσο αριστερό το θέμα δεν είναι να αποφύγει, αλλά να πετύχει μια καλή διάσπαση.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.