Ανθρώπινα Δικαιώματα

Υποθέσεις Αφροαμερικανών που Ζούσαν Ακόμη ως Σκλάβοι Μέχρι Πριν Λίγα Χρόνια

Περισσότερα από 100 χρόνια μετά τη Διακήρυξη Χειραφέτησης, υπήρχαν μαύροι στον βαθύ αμερικανικό Νότο που αγοράζονταν, βασανίζονταν άγρια και βιάζονταν.
AH
Κείμενο Antoinette Harrell
JF
όπως τη διηγήθηκε στον Justin Fornal
9.3.18
Αφροαμερικανοί εργάτες κόβουν βαμβάκι κάτω από τον καυτό ήλιο στο Δέλτα του Μισισιπή. Φωτογραφία: Nathan Benn/Corbis - Getty Images

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE US

Η ιστορικός και γενεαλόγος Antoinette Harrell έχει ανακαλύψει υποθέσεις Αφροαμερικανών που ζούσαν ακόμη ως σκλάβοι 100 χρόνια μετά την υπογραφή της Διακήρυξης Χειραφέτησης. Η 57 χρονη, γέννημα-θρέμμα της Λουιζιάνα, έχει αφιερώσει πάνω από 20 χρόνια στην έρευνα πάνω στη δουλεία λόγω χρέους. Μέσα από την έρευνά της, ανακάλυψε οδυνηρές ιστορίες σε νότιες πολιτείες όπως η Λουιζιάνα, το Μισισίπι, το Αρκάνσας και η Φλόριντα. Σε μια σειρά συνεντεύξεων, είπε στον Justin Fornal πώς έγινε ειδική στη σύγχρονη σκλαβιά στις ΗΠΑ.


Η μητέρα μου, πάντα, μου μιλούσε για την οικογενειακή μας ιστορία και τα μέλη της οικογένειας που είχαν πεθάνει. Ήξερε λίγες ιστορίες, έτσι συχνά έλεγε τις ίδιες ξανά και ξανά. Κάθε φορά που επαναλάμβανε μια ιστορία, ένιωθα ότι προσπαθούσε να μου περάσει ένα μήνυμα. Ήταν σαν να προσπαθούσε να μου πει ότι αν ήθελα να μάθω περισσότερα για το ποιοι ήμασταν, έπρεπε να ψάξω πιο βαθιά.

Ξέραμε ότι η οικογένειά μας ήταν κάποτε σκλάβοι στη Λουιζιάνα. Το 1994, ξεκίνησα να ψάχνω ιστορικά και δημόσια αρχεία. Βρήκα τους προγόνους μου στην απογραφή του 1853, ανήκαν στους Benjamin και Celia Bankston Richardson. Τα ονόματα των προ-προπαππούδων, Thomas και Carrie Richardson, ήταν καταχωρισμένα μαζί με άλλα προσωπικά αντικείμενα, που περιλάμβαναν κουτάλια, πιρούνια, γουρούνια, αγελάδες και έναν καναπέ.

Πλησίασε, με κοίταξε κατάματα και είπε: «Απέκτησα την ελευθερία μου το 1963».

Η Carrie και το παιδί της, ο Thomas, εκτιμώνταν στα 1.100 δολάρια. Το ότι είδα την υποτιθέμενη αξία των προγόνων μου γραμμένη σε ένα χαρτί, με άλλαξε. Επίσης, έθεσε την κατεύθυνση της ζωής μου. Ήταν τρομερά οδυνηρό, αλλά έπρεπε να μάθω και άλλα. Τι έκαναν μετά τη Διακήρυξη Χειραφέτησης του 1863; Πού πήγαν; Εντόπισα συμβόλαια Freedmen (νομικές πιστοποιήσεις απελευθέρωσης σκλάβων) από το σόι των Harrell της οικογένειάς μου, που αποδείκνυαν ότι ήταν μισθωτοί καλλιεργητές. Στη Νέα Ορλεάνη ξεκίνησε να διαδίδεται πώς χρησιμοποιούσα τη γενεαλογία, για να ενώσω τις τελίτσες μιας χαμένης ιστορίας. Σύντομα, πολλοί άνθρωποι μου ζητούσαν να τους μιλήσω για το πώς ανακάλυπτα την ιστορία της οικογένειάς μου, ώστε να κάνουν το ίδιο για εκείνους. Αυτό αποτέλεσε μια ευκαιρία να μάθουμε ποιοι ήμασταν και από πού ερχόμασταν ως απόγονοι σκλαβωμένων ανθρώπων. Ήταν μια ευκαιρία να μάθουμε μια ιστορία που ποτέ δεν διδαχθήκαμε στο σχολείο.

Η Antoinette Harrell

Το μόνο που έμοιαζε σίγουρο ήταν ότι η σκλαβιά τελείωσε με τη Διακήρυξη Χειραφέτησης το 1863. Αλλά ακόμη κι αυτό αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ακριβώς αλήθεια.

Μια μέρα, μια γυναίκα που ήξερε τη δουλειά μου με πλησίασε και μου είπε, «Antoinette, ξέρω μια ομάδα ανθρώπων που δεν ελευθερώθηκαν, μέχρι τη δεκαετία του ’50». Με κάλεσε στο σπίτι της, όπου γνώρισα περίπου 20 ανθρώπους, που όλοι τους δούλευαν στη Φυτεία Γουότερφορντ, στην κομητεία Σεντ Τσαρλς Πάρις της Λουιζιάνα. Μου είπαν ότι δούλευαν στα χωράφια το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, ήταν χρεωμένοι στον ιδιοκτήτη της φυτείας και δεν επιτρεπόταν να έχουν ιδιοκτησία. Στο πλαίσιο αυτής της κατάστασης, ζούσαν τη ζωή της ως σκλάβοι του 20ού αιώνα. Στο τέλος του θερισμού, όταν προσπαθούσαν να τα βρουν με τον ιδιοκτήτη, πάντα τους έλεγε ότι χρωστούσαν ακόμη και να προσπαθήσουν ξανά την επόμενη χρονιά. Κάθε χρονιά που περνούσε, οι εργάτες ένιωθαν όλο και πιο βαθιά χρεωμένοι. Κάποιοι ήταν δεμένοι μ’ εκείνη τη γη, μέχρι και τη δεκαετία του ’60.

Όταν η Mae μεγάλωσε, της είπαν να πάει να δουλέψει στο σπίτι με τη μητέρα της. Εκεί τη βίαζαν όλοι οι άνδρες που υπήρχαν. Τις περισσότερες φορές, βίαζαν εκείνη και τη μητέρα της ταυτόχρονα.

Δεν μπορούσα να πιστέψω τι άκουγα. Το πιο σοκαριστικό ήταν ο φόβος τους. Έβλεπα ξανά και ξανά ανθρώπους που φοβούνταν να μοιραστούν τις ιστορίες του. Φοβούνταν να μου δώσουν αυτήν την πληροφορία, ακόμη και πίσω από κλειστές πόρτες, δεκαετίες αργότερα. Πίστευαν ότι μπορεί με κάποιον τρόπο να τους στείλουν ξανά στη φυτεία, που δεν λειτουργούσε καν πλέον. Όπως θα καταλάβαινα αργότερα, οι άνθρωποι φοβούνταν να μοιραστούν τις ιστορίες τους, επειδή στον Νότο πολλές από τις ίδιες λευκές οικογένειες που είχαν τις φυτείες κάνουν ακόμη κουμάντο σε τοπικά αξιώματα και μεγάλες επιχειρήσεις. Ακόμη έχουν την εξουσία. Έτσι οι φτωχοί και στερημένοι δικαιωμάτων δεν μπορούν να μοιραστούν πουθενά αυτές τις αδικίες, χωρίς να φοβούνται σημαντικές συνέπειες. Για τους περισσότερους, δεν αξίζει τον κόπο. Έτσι, δυστυχώς, οι περισσότερες καταστάσεις δεν αναφέρονται πουθενά.

Έξι μήνες μετά τη συνάντηση, έκανα μια διάλεξη για τη γενεαλογία και την επανόρθωση στο Αμάιτ της Λουιζιάνα, όπου γνώρισα τη Mae Louise Walls Miller. Η Mae ήρθε, αφού τελείωσε η διάλεξη, απαιτώντας να μου μιλήσει. Πλησίασε, με κοίταξε κατάματα και είπε: «Απέκτησα την ελευθερία μου το 1963».

Ο πατέρας της, ο Cain Wall, έχασε τη γη του υπογράφοντας ένα συμβόλαιο που δεν μπορούσε να διαβάσει, σφραγίζοντας τη μοίρα όλης της οικογένειας. Ως κοριτσάκι, η Mae δε ήξερε ότι η κατάσταση της οικογένειάς της ήταν διαφορετική από οποιουδήποτε άλλου. Η οικογένεια δεν είχε τηλεόραση, έτσι η Mae υπέθετε ότι όλοι ζούσαν, όπως ζούσαν τα αδέρφια της. Δεν τους επέτρεπαν να φύγουν από το αγρόκτημα και υφίσταντο συχνά ξυλοδαρμό από τους ιδιοκτήτης. Όταν η Mae μεγάλωσε, της είπαν να πάει να δουλέψει στο σπίτι με τη μητέρα της. Εκεί τη βίαζαν όλοι οι άνδρες που υπήρχαν. Τις περισσότερες φορές, βίαζαν εκείνη και τη μητέρα της ταυτόχρονα, τη μια πλάι στην άλλη.

H γη εδώ κάτω είναι ατελείωτη. Αυτές οι φυτείες είναι μια χώρα από μόνες τους. Ακόμη κι αν μπορούσες να φύγεις, πού θα πήγαινες; Σε ποιον;

Ο Cain δεν άντεχε πια το μαρτύριο και προσπάθησε να το σκάσει μόνος του μες στη νύχτα. Σκόπευε να καταταγεί στον Στρατό και να τον τοποθετήσουν κάπου μακριά. Όμως τον βρήκαν κάποιοι που ισχυρίστηκαν ότι θα τον βοηθήσουν, αλλά τον γύρισαν στο αγρόκτημα, όπου τον ξυλοκόπησαν άγρια μπροστά σε όλη την οικογένειά του.

Όταν η Mae ήταν 14, αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να πηγαίνει πια στο σπίτι. Η οικογένειά της την ικέτευε, καθώς η τιμωρία θα έπεφτε σε όλους τους. Η Mae αρνήθηκε και μίλησε με αυθάδεια στη γυναίκα του ιδιοκτήτη, όταν της είπε να δουλέψει. Ανησυχώντας ότι οι ιδιοκτήτες θα τη σκοτώσουν, ο πατέρας της τη χτύπησε τόσο, που την άφησε μες στα αίματα, ελπίζοντας να τη σώσει. Το ίδιο βράδυ, γεμάτη αίματα ακόμη, η Mae το έσκασε μέσα από το δάσος. Κρυβόταν στους θάμνους δίπλα στον δρόμο, όταν πέρασε μια οικογένεια με το κάρο τους. Η γυναίκα στο κάρο είδε τον θάμνο να κινείται. Κατέβηκε και βρήκε τη Mae να κλαίει, καταματωμένη και τρομοκρατημένη. Εκείνη η λευκή οικογένεια την πήρε και έσωσε και τους άλλους Wall, αργότερα το ίδιο βράδυ.

«Τι μπορεί να μου κάνει εμένα ένας άνθρωπος; Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μου έχουν κάνει ήδη».

Αυτές οι ιστορίες είναι πιο συνηθισμένες, απ’ όσο νομίζετε. Υπήρχαν Πολωνοί, Ούγγροι και Ιταλοί μετανάστες, καθώς και άλλων εθνικοτήτων, που είχαν μπλεχτεί σε τέτοιες καταστάσεις στον αμερικανικό Νότο. Αλλά η πλειοψηφία των σκλάβων του 20ού αιώνα ήταν αφρικανικής καταγωγής.

Όταν γνώρισα τη Mae, ο πατέρας της ο Cain ζούσε ακόμη. Ήταν 107 χρονών, αλλά είχε ακόμη απίστευτη πνευματική διαύγεια. Καθίσαμε μερικές φορές με τη Mae και τα αδέρφια της. Ήταν μια βίαιη κάθαρση γι’ αυτούς να λένε τι τους συνέβη σε εκείνο το αγρόκτημα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκφραση στα μάτια τους, όταν κάποιος μιλούσε για τη φρίκη που πέρασαν. Ήταν σαφές ότι ποτέ δεν είχαν μοιραστεί τις ατομικές τους ιστορίες. Ήταν κάτι που ήταν στο παρελθόν και δεν είχαν λόγο να το αναφέρουν. Μια μέρα, ο Cain έβλεπε τηλεόραση και ένας λευκός άνδρας με άσπρα μαλλιά εμφανίστηκε σε μια εκπομπή. Η όψη του, τού θύμισε κάποιον από το αγρόκτημα. Ο Cain νόμισε πως επειδή μου είπε τι του συνέβη στο αγρόκτημα, ο άνδρας από την τηλεόραση θα ερχόταν σπίτι του και θα τον έπαιρνε με το ζόρι πίσω. Το ότι έβγαλε τις καταπιεσμένες αναμνήσεις τον αναστάτωσε τόσο πολύ, που κατέληξε στο νοσοκομείο. Η οικογένεια με απομάκρυνε για λίγο, μετά από αυτό.

Αλλά η Mae και εγώ γίναμε καλές φίλες και κάναμε μαζί διαλέξεις. Είχε κάποιες περίεργες συνήθειες, που της είχαν μείνει από τον τρόπο που μεγάλωσε. Μερικές φορές, όταν ήμασταν κάπου όπου υπήρχε δωρεάν φαγητό, δεν μπορούσε να σταματήσει να τρώει. Μου είπε ότι αυτό της είχε μείνει, επειδή δεν ήξερε πότε θα έτρωγε ξανά. Άλλες φορές ήθελε να βγάλει τα παπούτσια της: Είχε μεγαλώσει χωρίς παπούτσια και έλεγε ότι μερικές φορές δεν ένιωθε άνετα φορώντας τα. Τα μικρά πράγματα της διαταραχής μετατραυματικού στρες της Mae που μεγάλωσε στη σκλαβιά, με έκαναν να καταλάβω πώς πρέπει να ήταν η ζωή για πολλούς από τους προγόνους μας που τους κρατούσαν σε τέτοιες απάνθρωπες συνθήκες.

Η Mae πέθανε το 2014. Ήταν ένα ατρόμητο, όμορφο πνεύμα και άφησε ένα τεράστιο κενό. Χαίρομαι που ο αδερφός της ο Arthur εξακολουθεί να λέει την ιστορία της οικογένειας Wall. Όσοι ακούνε αυτές τις ιστορίες λένε συχνά, «Έπρεπε να πάτε στην Αστυνομία, έπρεπε να είχατε φύγει νωρίτερα». Αλλά η γη εδώ κάτω είναι ατελείωτη. Αυτές οι φυτείες είναι μια χώρα από μόνες τους. Ακόμη κι αν μπορούσες να φύγεις, πού θα πήγαινες; Σε ποιον;


VICE Video: Ένα Θύμα Ρατσιστικής Επίθεσης απ' τον Ασπρόπυργο Βοηθά τους Πληγέντες στη Μάνδρα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Αν πιστεύω ότι η οικογένεια της Mae ήταν η τελευταία που ελευθερώθηκε; Όχι. Η σκλαβιά θα συνεχίσει να ορίζεται εκ νέου για τους Αφροαμερικανούς για πολλά χρόνια στο μέλλον. Το λούκι απ’ το σχολείο στη φυλακή και οι ιδιωτικές φυλακές είναι μερικοί από τους νέους τρόπους που εγγυώνται ότι οι μαύροι θα παρέχουν δωρεάν εργασία για το σύστημα, γενικά. Όμως επίσης πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμη οικογένειες αφρικανικής καταγωγής που είναι «δεμένες» με αγροκτήματα στο Νότο, με την πιο προ-εμφυλιακή έννοια. Αν δεν ερευνήσουμε να φέρουμε στο φως το πώς συνεχίστηκε αθόρυβα η σκλαβιά, μπορεί να συμβεί ξανά.

Πολλές φορές επέστρεψα στο κτήμα όπου κρατούνταν η Mae και η οικογένειά της. Δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα από το αγρόκτημα. Μια μέρα, μπήκα με τη Mae βαθιά στο δάσος, για να δω το παλιό πράσινο ρυάκι για το οποίο μου μιλούσε. Εκείνο το βρόμικο κομμάτι νερού όπου κατουρούσαν και αφόδευαν οι αγελάδες, ήταν το ίδιο από το οποίο έπινε η Mae και η οικογένειά της και εκεί όπου πλένονταν. Καθώς στεκόμασταν μαζί κοιτάζοντας το νερό, τα λόγια της Mae χαράχτηκαν για πάντα στην ψυχή μου.

«Σου είπα την ιστορία μου, επειδή δεν έχω φόβο στην καρδιά μου. Τι μπορεί να μου κάνει εμένα ένας άνθρωπος; Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μου έχουν κάνει ήδη».

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

«Άβυζη», «Χοντρή», «Σημαδεμένη» - Γυναίκες στην Ελλάδα Φωτογραφίζονται Μιλώντας για το Body Shaming

Η Μάχη της Διπλής Ταρίφας των Οδηγών Ταξί με την Uber

Ζωντανοί-Νεκροί σε Ψυχιατρική Κλινική: Φωτογραφίες του Ένοχου Μυστικού της Ελληνικής Κοινωνίας

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter , Facebook και Instagram.