FYI.

This story is over 5 years old.

Η Οδύνη Και η Ευφορία Του John Frusciante

Ο θρυλικός κιθαρίστας αποδομεί τη φιλοσοφία του hip-hop, το sampling, και την ταραχώδη εποχή του με την «μπάντα».
EM
Κείμενο Ezra Marcus
04 Ιούλιος 2014, 7:11am

Εικονογράφηση της Jessica Butler

Θυμάμαι την ημέρα που πήρα το πρώτο μου CD των Red Hot Chilli Peppers. Ήταν το Blood Sugar Sex Magik και με φρίκαρε τόσο πολύ που παρήγγειλα και το _Greatest Hits. Τ_ο έλιωσα. Έλιωσα το “Californication” και το “Otherside” και το “Scar Tissue”. Οι Chillis μού έβγαλαν πρωτόγνωρα συναισθήματα. Ο John Frusciante εξέφραζε το συναίσθημα με φινέτσα. Τα φαινομενικά εύκολα riffs του έβγαζαν αθωότητα και εμπειρία μαζί.

Μια δεκαετία αργότερα μίλησα στο τηλέφωνο με τον εκδότη κάποιου που πολλοί θεωρούν τον καλύτερο σύγχρονο κιθαρίστα. «Αν θες να είναι ο ευχαριστημένος ο Frusciante, να αποφύγεις οποιαδήποτε κουβέντα για τους Red Hot Chilli Peppers».

Η θυελλώδης σχέση του Frusciante με τους Chi Peps (Red Hot Chilli Peppers) έμεινε στην ιστορία. Τα παράτησε το 1992 αηδιασμένος από τη διασημότητα της μπάντας. Πάλευε με τα ναρκωτικά και την κατάθλιψη για χρόνια ώσπου ξαναγύρισε το ’98 για το Californication και ξανάφυγε το 2009. Τότε ήταν που τον ξέχασε ο κόσμος. Η δημιουργικότητά του δεν σταμάτησε: τα τελευταία τρία χρόνια έκανε την παραγωγή ενός hip-hop άλμπουμ των Wu-Tang, σχετίστηκε με τους Black Knights και έβγαλε τρία σόλο άλμπουμ, τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Το τελευταίο του, Enclosure, κυκλοφόρησε τον Απρίλιο. Περιέχει ίχνη drum & bass, hip-hop και IDM, σκοτεινά samples, ντραμς της δεκαετίας του ’80, φαλσέτα και μεγάλες δόσεις shredding. Όλα ενώνονται στο “Fanfare”. Ο Frusciante σιγοτραγουδάει πάνω από τη χορωδία στο βάθος, με ιταλικά synths και ντραμς του ’80, κλείνοντας με ένα νωχελικό σόλο. Εύκολα η πιο περίεργη μουσική του Rock and Roll Hall of Fame.

«Ο θεός της κιθάρας Frusciante», βγάζει στο Google 73.000 αποτελέσματα. Για πολύ κόσμο, θα είναι για πάντα αυτός ο πανέμορφος, εικοσάχρονος μακρυμάλλης που έπαιζε παπάδες μπροστά στο πλήθος. Ένας θεός της ροκ, που τα σόλο του σου λιώνουν τον εγκέφαλο, την ώρα που ο Kiedis και ο Flea έκαναν τα κόλπα τους μπροστά. Ήταν καλά για κάποιο καιρό. Αλλά η αποχώρηση του Frusciante από τους Chillis και οι κυκλοφορίες που ακολούθησαν δείχνουν το ‘τέντωμα’ ανάμεσα στη δημόσια εικόνα του και την καλλιτεχνική καρδιά του: Για τον Frusciante, η κιθάρα ήταν πάντα ένα μέσο για το τέλος.

«Η μουσική για μένα είναι αυτός ο ιερός ναός που μπορώ να είμαι… πιασάρικος; Δεν είναι μουσική δεξιότητα που μπορεί να εξελιχτεί! ... Πάντα μελετάω όλα τα είδη της μουσικής ... αλλιώς θ’ αυτοκτονούσα.»

Με τη σειρά των θεών, ο Frusciante είναι λιγότερο Βάκχος (χμμμ… Kiedis) και περισσότερο Ήφαιστος, ο σιδηρουργός θεός. Είναι ένας επιδέξιος τεχνικός με μυστηριώδη καρδιά. Σε μια τηλεφωνική συνομιλία που είχαμε, περιέγραψε την αφοσίωσή του στη μουσική ως τέχνη. Μίλησε για το sampling, τη hip-hop, και εντελώς αυθόρμητα, μίλησε για την εποχή που ήταν με «τη μπάντα». Απλές ερωτήσεις προκάλεσαν περίπλοκες απαντήσεις. Ο τόνος της φωνής του δεν άλλαξε ποτέ, αλλά ένιωσα την καταπίεση δεκαετιών σε ό,τι αφορά τη δυναμική της μπάντας και τη μουσική βιομηχανία. Εξίσου παρόν ήταν ο σκοπός και η διαύγεια που βρίσκει στη σύνθεση, την, σχεδόν θρησκευτική, πίστη του στη μουσική. Έχει εκπληκτική, ιδιοσυγκρασιακή, και αδιαμφισβήτητη βάση. Ακούει μουσική στην «ειδική καρέκλα» του. Ίσως είναι η τελευταία ελπίδα της ανθρωπότητας. Αυτός είναι ο ένας, ο μοναδικός, John Frusciante.

Noisey: Πώς άρχισες να γράφεις ηλεκτρονική μουσική;

John Frusciante: Ένα χρόνο πριν επιστρέψω στους Red Hot Chili Peppers μπορούσα να καταλάβω ότι το στυλ που έγραφα και τα ηλεκτρονικά όργανα ταίριαζαν πολύ – synthesizers, drum machines, και breakbeats. Γύρω στο 2006 άρχισα να αντιλαμβάνομαι τα όργανα με τα οποία κάποιος σαν εμένα θα μπορούσε να καταπιαστεί. Έτσι ανακάλυψα ότι τα όργανα της Roland από το ’80 ήταν αυτά που μου ταίριαζαν.

Πες μου για τις τεχνικές σου στο sampling**.**

Με το sampling έχω τη δυνατότητα να δω τη μουσική ηχητικά και να μελετήσω τις λεπτομέρειες του ρυθμού νότα προς νότα. Στην αρχή ήταν τρομακτικό γιατί ήμουν τόσο κλειστός σε ό,τι αφορά τη μουσική και την ηχογράφηση. Άκουγα τους Autechre και τους Venetian Snares, αλλά δεν είχα ιδέα ότι μια ηχογράφηση βγάζει μια τελείως διαφορετική μουσική.Με το samplingη ψυχή σου βρίσκει το δρόμο προς τη μουσική και να μετατρέπει σε κάτι άλλο. Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν τόσο πολύ πως η μουσική πρέπει να είναι ευχάριστη που ξεχνούν ότι το να παίζεις ένα όργανο είναι σαν να παλεύεις. Ποτέ δεν έλειπε αυτό το στοιχείο, στη, μέχρι σήμερα, σχέση μου με την κιθάρα. Αν δεν νιώθω ότι παλεύω με κάτι, νομίζω ότι δεν κάνω τίποτα, και ισχύει ακριβώς το ίδιο πράγμα με τα samples. Είναι σαν να παλεύεις με το sample. Είναι ωραίο να λατρεύεις τη δύναμη της μουσικής, και πιστεύω ότι η έννοια της ιδιοκτησίας της μουσικής είναι λάθος τρόπος σκέψης για έναν μουσικό.

Ιδιοκτησία στη μουσική;

Ναι, πιστεύω ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να βλέπουν τα κομμάτια που έχουν γράψει, σαν ιδιοκτησία τους . Από την άλλη είναι χαρά για τους επιχειρηματίες να βλέπουν τη μουσική σαν ιδιοκτησία αλλά έχει καταστροφικές συνέπειες στο πώς σκέφτονται οι μουσικοί. Η folk μουσική πέρασε από γενιά σε γενιά. Δεν καταλαβαίνω με ποιο δικαίωμα η βιομηχανία της μουσικής  αναγκάζει τους μουσικούς να μιλάνε για ιδιοκτησίες. Η μουσική δεν είναι ένα αντικείμενο, είναι μια δύναμη μεγαλύτερη από ‘μάς και εμείς πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σ’ αυτό.

Πρέπει να είναι τρομακτικό**για κάποιους να θεωρούν τον εαυτούς τους όχι δημιουργικά άτομα, αλλά μέσο σύνδεσης με κάτι μεγαλύτερο.**

Όταν γράφω μουσική νιώθω σαν να βρίσκομαι σε εκκλησία γιατί είναι σαν να κατεβαίνει κάτι από ψηλά και να μου αποκαλύπτεται. Είναι σαν μια κατασκευή. Μέρος αυτούς είναι οι δεξιότητα, άλλο το κατασκευαστικό μέρος, και επιτρέπω στα πιο μυστηριώδη μέρη του να είναι κάτι για τα οποία έχω επίγνωση, ως μαθητής ή ...

Βοηθός ιερέα;

[Γέλια] Εντάξει, ως δέκτης, όπως κάποιον που πιστεύει στη δύναμη της ουσίας της μουσικής, ως κάτι μεγαλύτερο από εμένα.

Πες μου για **το ψευδώνυμό σου, το Trickfinger.**

Έτσι με φώναζε καμιά φορά η γυναίκα μου, όταν έπαιζα καμιά ποζεριά στην κιθάρα [γέλια]. Έτσι με φώναζαν και οι ράπερ μου.

Πώς ξεκίνησες με τους Black **Nights**;

Έχω ξαναδουλέψει με τον Monk, τον οποίο γνώρισα από τον RZA, και περάσαμε πολύ καλά τα τελευταία 6 χρόνια. Είπα «Εντάξει, μπορεί να έχει ενδιαφέρον η hip-hop, γιατί μπορούσα να τη δω σαν δημιουργία ηχητικού χώρου και δημιουργία ρυθμικής αυξομείωσης, και αυτό είναι το groove. «Έχουμε γράψει γύρω στα 50 τραγούδια τον τελευταίο χρόνο και τα πρώτα έντεκα είναι αυτά που βάλαμε στο πρώτο μας άλμπουμ».

Ποιο είναι το αγαπημένο σου rap **άλμπουμ;**

Νομίζω δεν έχω κάποιο.

Τι λείπει;

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, θα ήθελα η hip-hop να έχει περισσότερα samples. Μ’ αρέσει πολύ όταν κάνει hip-hop ο RZA. Είναι ο αγαπημένος μου παραγωγός. Πιστεύω ότι τα δυο πρώτα άλμπουμ του Eminem από τον Dr. Dre, είναι το πιο φιλόδοξο παράδειγμα ενός καλλιτέχνη που προσπαθεί να διατηρήσει την ουσία του hip-hop, χωρίς να χρησιμοποιήσει ελεύθερα samples. Γενικά, μου αρέσει η παλαιότερη μουσική. Όταν κάτι είναι τόσο καινούργιο δεν ξέρεις πού σε οδηγεί, το μόνο που ξέρεις είναι από πού έρχεται. Θεωρώ ότι η hip-hop είναι μια εύπλαστη μορφή μουσικής που απορροφά οποιοδήποτε άλλο στυλ. Με τη hip-hop μπορεί να συνυπάρξει η synth pop, η κλασική, η τζαζ. Όσο το beat είναι δυνατό, μελωδικά η μουσική μπορεί να είναι οτιδήποτε.

Δεν υπάρχουν περιορισμοί.

Σ’ ένα ροκ συγκρότημα,ο τραγουδιστής ακούει τους μουσικούς και οι μουσικοί τον τραγουδιστή, και όλοι προσπαθούν να παίξουν στους σωστούς χρόνους ώστε να μπορεί να υπάρχει ροή. Στη hip-hop ο ράπερ έχει πλήρη ανεξαρτησία. Αν ο ράπερ είναι εκτός χρόνου δεν κάνει τους μουσικούς να παίζουν εκτός χρόνου, γιατί η μουσική και ο ρυθμός δεν αλλάζουν απ’ αυτόν. Ραπάρουν και η μουσική είναι ανεξάρτητη.

Σωστά.

Και εκτιμώ την ανεξαρτησία που έχω απ’ αυτούς, γιατί πάντα εμπιστευόμουν τη δημιουργικότητά μου. Ήταν εξουθενωτικό να διαφωνώ για τη μουσική. Όπως είπα, η μουσική για μένα είναι αυτός ο ιερός ναός που μπαίνω, δεν χρειάζεται να είναι πηγή θυμού ή απογοήτευσης ή λόγος για να διαφωνήσεις με το φίλο σου ή ένα λόγος για να βλάψεις τα συναισθήματα κάποιου, ή να κάνεις κάποιον να αισθάνεται άσχημα. Πάντα είχα να κάνω με τέτοιες μαλακίες, και είναι ευχάριστο όταν έχω να κάνω με ανθρώπους που λένε «είμαστε μαζί σ’ αυτό.» Είναι μια γιορτή. Εφ 'όσον δεν υπάρχουν όλα αυτά τα στάδια προσχεδιασμού και τη δουλειά δεν την αναλαμβάνει κάποιος που έχει κέρδος απ’ αυτό,η μουσική μπορεί να είναι η ευφυής δημιουργία μιας ηχητικής σύνθεσης. Δεν χρειάζεται να μπαίνουν προσωπικές συγκρούσεις, ούτε να γίνεται κατά παραγγελία.

Μίλα μου για τις απογοητεύσεις που συνάντησες στα στούντιο αυτά τα χρόνια.

Η μουσική μπορεί να είναι μια παραγωγική πράξη, δεν χρειάζεται το «Όχι, δεν μου αρέσει αυτό» ή «δεν μου κάνει αυτό το κομμάτι.» Αλλά πάντα αυτό γινόταν στα στούντιο! Δεν κατανοείς τη μουσικής  δημιουργώντας τη μ’ αυτό τον τρόπο. Όταν αποσκοπείς σε κάτι pop, ή στο να είναι πιασάρικο, ή να είναι προσβάσιμο δεν υπάρχει καμία μουσική δεξιότητα που να μπορεί να αναπτυχθεί! Πιστεύω ότι είναι σπατάλη, τόσα χρήματα που δαπανώνται από επαγγελματίες ποπ και hip-hop καλλιτέχνες για την επίτευξη αυτών των στόχων που δεν έχουν να κάνουν με τη μουσική την ίδια. Είναι μια προσπάθεια να γίνουν αρεστοί  στον μέσο άνθρωπο. Αυτός δεν ήταν ποτέ ο στόχος των κλασικών συνθετών ή των μουσικών της jazz. Εάν σκέφτεσαι με έναν τρόπο που δεν έχει τίποτα να κάνει με τη μουσική, τότε προσβάλλεις τη μουσική. Της φέρεσαι σαν αντικείμενο που είναι εκεί για να σε υπηρετεί αντί για κάτι που είναι μεγαλύτερο από ‘σένα, και είσαι τυχερός που είσαι κομμάτι της.

Εξηγείς τη διαφορά ανάμεσα στη μουσική **που ευχαριστεί και τη μουσική που ανυψώσει.**

Για μένα, αυτό είναι μουσική. Μου αρέσει η εκκλησιαστικήμουσική και μουσικοί όπως ο Μπαχ, όταν έγραφε χορωδιακά. Αυτή είναι η ιδέα του να λατρεύεις κάτι, είναι κάτι που σε ξεπερνάει, κάτι που δεν καταλαβαίνεις και ίσως να είσαι τόσο τυχερός που να έχεις τα εφόδια για να μπορέσεις να το κατανοήσεις κάποια στιγμή. Θα προσπαθείς μια ζωή και πάλι δεν θα το έχεις κατανοήσει πλήρως, αλλά θα έχεις κάνει μουσική και θα έχεις ωριμάσει μέσα απ’ αυτό. Σίγουρα έχω την επιθυμία να ακούσω μουσική, είναι κάτι έμφυτο, αλλά όχι στο βαθμό που να θέλω να τραβήξω την προσοχή με τη μουσική μου και να βγάλω περισσότερα λεφτά απ’ αυτό. Αρνούμαι να σκεφτώ έτσι. Χαίρομαι που βυθίστηκα σ’ αυτή τόσο πολύ όσο ήμουν στην μπάντα γιατί χρειάστηκενα σκεφτώ με μουσικούς όρους, προκειμένου να είμαι ευτυχισμένος, αλλιώς θ’ αυτοκτονούσα.

Μπορείς να μου μιλήσεις για τις δυναμικές που σε οδήγησαν στο τέλος με τους Red **Hot **Chilli **Peppers**;

Η επιρροή των πρώτων χρόνων που ήμουν στην μπάντα, όταν ήμουν 20 χρονών, με απέσπασε από αυτόν τον τρόπο σκέψης και έγινα δυστυχισμένος από τη μουσική μου, δυστυχισμένος από την κιθάρα μου, δυστυχισμένος μέσα στην μπάντα και μίζερος με ‘μένα. Έτσι ξέρω, απ’ αυτή την εμπειρία των πρώτων χρόνων στην μπάντα, ότι η μουσική δεν είναι εκεί για να με υπηρετεί. Αν σκεφτόμουν έτσι, ότι «θέλω να σκέφτονται ότι είμαι έτσι» ή «να με σκέφτονται έτσι» για να κάνω κάτι μουσικά, θα είχα αυτοκτονήσει. Ήταν μ’ άρεσε να σκέφτομαι έτσι, έτσι κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να ζω έτσι –δεν μπορούσα να έχω τον Flea και τον Anthony για πρότυπα, γιατί ήταν διαφορετικοί από ‘μένα. Είναι καλοί διασκεδαστές και δεν χρειάζεται να δουλέψουν με τη μουσική όσο εγώ για να είναι αποτελεσματικοί σ’ αυτό που κάνουν. Έχω μελετήσει όλες τις μορφές της ποπ μουσικής, της τζαζ, της κλασικής, της ηλεκτρονικής και της ροκ. Αυτό πρέπει να κάνω για να είμαι σε αρμονία με ‘μένα. Έτσι όταν ήμουν 21 χρονών άρχισα να με βρίσκω όταν ήμουν στο σπίτι μου και σταμάτησα να με βλέπω σαν διασκεδαστή. Ύστερα όταν ήμασταν σε περιοδεία για το Blood, Sugar, Sex, Magik__, κατέρρευσα γιατί το έχασα πάλι. Όταν γύρισα στην μπάντα το ’98, φρόντιζα να έχω πάντα τα ακουστικά μου, ένα CD player και έβρισκα ένα τρόπο να κάθομαι στο δωμάτιό μου, να κάθομαι στην «ειδική καρέκλα» μου και να μελετάω κιθάρα. Αυτό που κατάλαβα ήταν ότι αν δεν μελετάω τη μουσική συνέχεια, καταρρέω.

Ναι.

Δεν ήξερα τι γινόταν μέσα μου, ήξερα μόνο η ζωή μου ήταν αυτό το μαγικό μέρος που μπορούσα να ζήσω, όταν ηχογραφούσαμε το Blood, Sugar, Sex, Magik. Λίγους μήνες αφού είχαμε ξεκινήσει την περιοδεία ένιωσα ότι τελείωσε. «Έχει τελειώσει πια για ‘μένα». Είναι τρελό ένας 22-χρονος να σκέφτεται έτσι. Τα παράτησα, δεν σκεφτόμουν ότι «θα γυρίσω σπίτι, θα μελετήσω πολύ και θα γυρίσω στη μουσική». Ήμουν δυστυχισμένος που είχα απομακρυνθεί από την πηγή της χαράς. Από το 1998, φρόντιζα πάντα να βυθίζομαι στη μουσική και πάντα βρισκόμουν σε παραγωγική περίοδο.

Ένιωθες παγιδευμένος με το άλμπουμ, ότι δεν ήσουν δημιουργικός.

Είναι περίεργο. Είμαι διαφορετικός από τους υπόλοιπους επαγγελματίες μουσικούς σ’ αυτό το κομμάτι. Οι επαγγελματίες μουσικοί τελειώνουν έναν δίσκο και λένε «Εντάξει, τελειώσαμε!». Όταν έχεις τελειώσει ένα άλμπουμ σκέφτεσαι «Ωραία, τώρα θα περάσουμε καλά!». Να κάτι που θα αγοράσει ο κόσμος, και αυτό που θα μας προωθήσει και όλοι θα χειροκροτήσουν και θα βγάλουν φωτογραφίες. Για τους περισσότερους επαγγελματίες είναι μια συναρπαστική φάση, αλλά για ‘μένα δεν ήταν. Ένιωθα σαν να έχασα έναν καλό φίλο μόλις τελείωνε ο δίσκος. Αυτή η διαδικασία προώθησης του δίσκου για να προωθήσει τον εαυτό σου και να χρησιμοποιείς τη μουσική για να βγάλεις περισσότερα χρήματα, δεν μου κάνει. Είναι σαν να απατάω τη γυναίκα μου. Είσαι τυχερός που έχεις τη μουσική. Αν της φέρεσαι σαν σκλάβα δείχνει έλλειψη σεβασμού για ‘μένα. Αν δεν ζω αφοσιωμένος στη μουσική και αποκλίνω από αυτόν τον τρόπο σκέψης, θα καταρρεύσω.

Ακολουθήστε το VICE στο TwitterFacebook και Instagram.