«Αυτή την Πόλη Έχουμε, τι να Κάνουμε Τώρα»;

Ζητήσαμε από τον Αθηνάκη να μας μιλήσει για την Αθήνα. Χωράει άραγε ποιητές η πρωτεύουσα;
23.9.16

Κάποιες φορές οι γωνιές αυτής της πόλης μπορούν να ενωθούν. Μπορούν να ενωθούν από ανθρώπους που ως σκοπό έχουν να μας δώσουν λίγο από το φως τους. Οι αχτίδες φωτός μπορεί να κρύβονται πίσω από ένα status, ή δεξιά από μία εικόνα, ή ακόμα και σαν σημείο στίξης σε κάποια ποιητική συλλογή. Πάντα όμως με φόντο το αστικό τοπίο. Τις περισσότερες φορές ο τόπος επηρεάζει τους ανθρώπους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πιστεύω πως, έστω και λίγο, ο άνθρωπος έχει επηρεάσει· αλλά και επηρεάζει τούτο εδώ τον τόπο.

Ο Δημήτρης Αθηνάκης γεννήθηκε στη Δράμα το 1981· σπούδασε (α)διάφορα, εδώ και έξω· ασχολείται με τα social media, τη μετάφραση, την επιμέλεια εκδόσεων και τις πόλεις· εργάζεται στην «Καθημερινή»· έχει βγάλει ακόμη δύο βιβλία ποίησης· δεν έχει κανέναν τίτλο που να του αρέσει, αλλά χρησιμοποιεί διάφορους για να συνεννοείται· μένει στο κέντρο της Αθήνας· ακούει πολλή μουσική και βγάζει πολλές φωτογραφίες· είναι ο κατάλληλος άνθρωπος την πιο ακατάλληλη στιγμή· ζει με την ελπίδα να σταματήσει να ελπίζει· και με τη φράση: nulla ethica sine aesthetica· πάλεψε να αρχίσει ξανά το κάπνισμα και τα κατάφερε.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

VICE: Πού γράφεται η ποίηση;
Δημήτρης Αθηνάκης: Η ποίηση γράφεται όπου γράφονται όλα. Δεν έχει καμία απολύτως ειδική γραφτική μεταχείριση. Αν έχεις καλή μνήμη, γράφεται πρώτα στο κεφάλι σου, ως -ας πούμε- έμπνευση (την οποία βρίσκω αστεία ως λέξη και έννοια) και μετά στο συμβατικό ή το ηλεκτρονικό χαρτί. Αν δεν έχεις καλή μνήμη, που είναι και το πιο βολικό, γράφεται μπροστά σου όταν αποφασίσεις ότι θυμάσαι κάτι, αλλά στην πραγματικότητα απλώς ανακαλείς μια αίσθηση.

Πες μου λίγα λόγια για την τελευταία σου ποιητική συλλογή, Λίγος Χώρος για τον Ξένο.
Το πρώτο βιβλίο, Χωρίσεμεις (2009), ήταν μια διανοητική κατασκευή με την πρεμούρα του πρωτοεμφανιζόμενου – μάλιστα, περιμένω να περάσουν γρήγορα τα χρόνια για να την αποκηρύξω, που είναι ανέκαθεν της μόδας. Η δεύτερη συλλογή, Δωμάτιο Μικρών διακοπών (2012), ήταν βασισμένο σε αληθινή ιστορία. Ο Λίγος Χώρος για τον Ξένο (2016) είναι true story, με την απαραίτητη -ας την πω έτσι- ποιητική επεξεργασία. Είναι μια διερεύνηση της έννοιας του ξένου: απέναντι στον εαυτό του, στους άλλους, στην ίδια τη ζωή, στον χώρο και τον χρόνο, στην πόλη και στα διαμερίσματά της.

Ο Francois Villon είχε γράψει: «Στον τόπο μου, ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος». Πώς μπορούμε να έρθουμε πιο κοντά στην πόλη όπου ζούμε;
Είναι σαν την ανυποχώρητη ανάγκη του ανθρώπου να ερωτεύεται: βλέπεις, νιώθεις, χτίζεις ένα παραμύθι, βολεύεσαι, ξεχνάς τον έρωτα, αγαπάς, χωρίζεις και δώσ' του πάλι απ' την αρχή. Οι πόλεις, ως σύνολο ανθρώπων και χώρων, είναι πάντα εκεί. Το θέμα είναι να μπορέσεις να αισθανθείς γι' αυτές ότι δεν είναι μια στατική αλλά μια δυναμική κατάσταση, όπου πρέπει να βρεις το δικό σου κουμπί, να το πατήσεις και να σου αποκαλυφθεί ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος. Μέχρι, βέβαια, να καταρρεύσει κι αυτός.

Αφαίρεσε τρεις τύπους ανθρώπων που «χαλάνε» το κλεινόν άστυ.
Το κλεινόν άστυ «χαλιέται» από εκείνους που το βλέπουν ως τσιμέντο, μπετόν και ζούγκλα. Αυτή είναι πλέον μια ξεπερασμένη άποψη για την Αθήνα. Και άδικη, πολύ άδικη. Έχουμε αυτή την πόλη, εντάξει, τι να κάνουμε τώρα; Ή θα φύγουμε αναζητώντας τη Βιέννη (για άλλους την Αράχοβα, λίγη σημασία έχει) των ονείρων μας ή θα βγάλουμε τον σκασμό και θα τη δούμε ως ένα σκηνικό όπου μπορούμε να αγαπάμε και να αγαπιόμαστε. Πλήττω με την γκρίνια για το «γκρίζο». Έπειτα από 150 χρόνια μοντερνισμού, λέμε τα ίδια και τα ίδια. Φτάνει τόσο.

Τι μνημείο θα ταίριαζε να κοσμεί το Σύνταγμα του 2016;
Το Σύνταγμα έχει και είναι μνημείο˙ δεν χρειάζεται άλλο.

Γιατί οι άνθρωποι στην Αθήνα έχουν ταμπού;
Θα έπρεπε να είχαν τα λιγότερα. Είναι απλό: όσο περισσότερη διαφορετικότητα συναντάς στον δρόμο σου τόσο περισσότερες δικαιολογίες δημιουργείς στον εαυτό σου για να μη διαταράξεις τη μικροαστική σου ησυχία. Κατανοητό, αλλά πλήρως αδικαιολόγητο. Ο κόσμος κάνει μέρα τη μέρα χιλιάδες βήματα κι εμείς ακόμα συζητάμε τα αυτονόητα. Αυτό δεν είναι ούτε άδικο ούτε πληκτικό – είναι ηλίθιο.

Πες μου τρία μέρη στην Αθήνα που αισθάνεσαι ζωντανός.
Στην Αθήνα αισθάνομαι παντού ζωντανός. Παντού. Η Αθήνα είναι σύνολο, δεν είναι μέρη. Είναι μια ενιαία αφήγηση ομορφιάς, παράνοιας και αφήγησης. Να τρία μέρη: η ομορφιά, η παράνοια και η αφήγηση. Δεν είναι απτά, αλλά και ποιος νοιάζεται;

Η ενασχόλησή σου με τα social media σε έχει κάνει καλύτερο ποιητή;
Να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου ποιητή. Έχω βγάλει τρία βιβλία με ποιήματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα, για μένα τουλάχιστον. Ωστόσο, τα social media, τα περίπου δέκα χρόνια στα οποία ασχολούμαι με αυτά, με έχουν κάνει πιο ανοιχτό, μου έχουν δείξει νέους δρόμους, μου έχουν δώσει εικόνες και πληροφορίες. Τα social media είναι ένας μαγικός κόσμος. Είσαι-δεν είσαι ποιητής, σε επηρεάζουν. Χρειάζεται απλώς λίγο μυαλό. Έχει και η ελαφρότητα το δικό της βάρος.

Αν οι παλιοί μας ποιητές είχαν facebook, τι πιστεύεις πως θα ανέβαζαν;
Όσο κι αν φαντάζει εντελώς ξένο σε αυτούς, δεν μπορώ να μη φανταστώ τον Ελύτη ή τον Σεφέρη μόλις τους ανακοινώθηκε η βράβευση με το Νόμπελ να μην ανεβάζουν έστω ένα «feeling festive».

Αν για μία συγκεκριμένη μέρα τον χρόνο, κάθε χρόνο, υπήρχε η δυνατότητα –χωρίς να έχεις συνέπειες– να λεηλατήσεις, να σπάσεις, να κάψεις, εν γένει να βανδαλίσεις, σε τι θα ξεσπούσες στην πρωτεύουσά μας;
Καταδικάζω τη βία απ' όπου κι αν προέρχεται. Η λέξη «βανδαλίζω» και τα συνοδευτικά της δεν υπάρχουν στο λεξιλόγιό μου.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος συμβιβασμός που έχεις κάνει;
Η ζωή. Η ίδια η ζωή είναι φτιαγμένη από συμβιβασμούς. Πραγματικά ασυμβίβαστοι είναι μόνο οι νεκροί – είτε οι εκούσιοι είτε οι ακούσιοι.

Περισσότερα από τo VICE

Κανείς δεν Παίζει «Pokémon Go» πια

Ένα Δεκαήμερο Σεξ Πάρτι σε ένα Αγρόκτημα

Πήγαμε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Γκριμάτσας

ΑΚΟΛΟΥΘΉΣΤΕ ΤΟ VICE ΣΤΟ TWITTER, FACEBOOK ΚΑΙ INSTAGRAM.