FYI.

This story is over 5 years old.

News

Οι Πρώην Αντάρτες του Κονγκό Βαρέθηκαν να Περιμένουν την Ειρήνη

«Δεν ξέρουμε αν η κυβέρνηση πραγματικά χρειάζεται την ειρήνη»
SS
Κείμενο Susan Schulman
12 Φεβρουάριος 2014, 4:00am

_Μέσα στο στρατόπεδο επανένταξης της Bweremana στο Κονγκό _

Έχουν περάσει έξι εβδομάδες από τότε που η κυβέρνηση του Κονγκό ζήτησε από τους πολιτοφύλακες στην ταραγμένη ανατολική περιοχή της χώρας να καταθέσουν τα όπλα τους και να ενταχθούν στον στρατό του Κονγκό. Aυτή τη στιγμή, οι 2.500 μαχητές από περίπου 20 διαφορετικές ομάδες πολιτοφυλακής μαραζώνουν σε ένα στρατόπεδο επανένταξης στην Bweremana, δύο ώρες έξω από την πόλη της Goma.

Κάποιοι από αυτούς τους μαχητές έχουν αγωνιστεί στο πλευρό της κυβέρνησης για την κατάπνιξη της εξέγερσης των M23. Μερικοί είχαν προσπαθήσει να εξαλείψουν τη βίαιη FDLR - την παραστρατιωτική οργάνωση των Hutu που είχαν εκδιωχθεί από τη Ρουάντα μετά τη γενοκτονία των εθνοτικών Τutsi από τα πυκνά δάση της περιοχής το 1994. Άλλοι είναι λίγο καλύτεροι από οπλισμένους ληστές. Συλλογικά, αυτοί οι αυτοαποκαλούμενοι ως πολιτοφυλακές είναι γνωστοί ως Mai Mai. Συχνά προέρχονται από την ανάγκη μιας κοινότητας για αυτοάμυνα, αλλά όπως έχει αποδειχθεί -ιστορικά τουλάχιστον- δεν παραμένουν προστάτες για μεγάλο χρονικό διάστημα, αντιθέτως γίνονται αρπακτικά που προκαλούν το φόβο.

Τώρα, αυτοί που περιμένουν στην Bweremana, γίνονται ανυπόμονοι.

Οι διοικητές δύο διαφορετικών ομάδων Μai-Mai συμφώνησαν να μου μιλήσουν εκτός στρατοπέδου, με τον όρο να παραμείνουν ανώνυμοι, λόγω των πιθανών επιπτώσεων από τη διοίκηση του στρατοπέδου. Ο στρατηγός μιας ομάδας Μai-Mai με βάση την ανατολική περιοχή Walikale - η οποία ιδρύθηκε στις αρχές του 2011 με στόχο την εξάλειψη του FDLR από το Κονγκό - εξήγησε τον λόγο που βρισκόταν εκεί: «Έχουμε αποδεχτεί το κάλεσμα της κυβέρνησης για αφοπλισμό και επανένταξη, γιατί θέλαμε την ειρήνη».

Και οι δύο διοικητές έφτασαν στην Bweremana στις αρχές Δεκεμβρίου και έκτοτε βρίσκονται στο σκοτάδι. Δεν έχει υπάρξει καμία πρόοδος, δεν έχουν συμπεριληφθεί σε οποιεσδήποτε συνομιλίες επανένταξης - τίποτα. «Είναι τόσο μεγάλο το χρονικό διάστημα και δεν έχουμε ιδέα για το τι συμβαίνει», πρόσθεσε ο στρατηγός. «Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει, τι πρόκειται να συμβεί. Τίποτα. Είναι σαν να ψάχνουμε στο σκοτάδι. Μας φέρονται σαν να είμαστε δέματα».

Ο συνταγματάρχης, ο οποίος ανήκει σε διαφορετική Mai Mai - ένας παρακλάδι της ομάδας ανταρτών APCLS - δήλωσε: «Είμαστε περίπου 20 ένοπλες ομάδες εδώ. Όλοι μας αποφασίσαμε να παραδώσουμε τα όπλα μας και να έρθουμε εδώ, επειδή πιστεύαμε ότι [το κάλεσμα για ειρήνη και επανένταξη] ήταν κάτι καλό. Έχει όμως περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και κανείς δεν μας λέει τίποτα. Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει».

Η απογοήτευση και ο θυμός επιδεινώνονται από τις κακές συνθήκες στο στρατόπεδο. Αποτελεί σπίτι για 2.500 μαχητές - καθώς και για τις 3.000 μέλη των οικογενειών τους, από τα οποία οι 2.000 είναι παιδιά. Παράλληλα, το στρατόπεδο υφίσταται μια επιδημία χολέρας και πάσχει από έλλειψη τροφής. Στα μέσα Δεκεμβρίου, οι κάτοικοι οργάνωσαν μια διαμαρτυρία για την καθυστέρηση και τις συνθήκες διαβίωσης. Ενώ η διοίκηση του στρατοπέδου τους καθησύχασε, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Οι διαμένοντες στο στρατόπεδο καταλήγουν να κλέβουν από τις τοπικές καλλιέργειες και να κόβουν δέντρα για καυσόξυλα, προκαλώντας ένταση στις σχέσεις με την τοπική κοινότητα.

Στις 26 Δεκεμβρίου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεση να στείλει τους μαχητές σε τρία στρατόπεδα, όλα βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές του Κονγκό.

«Αυτό μας κάνει να ανησυχούμε», είπε ο συνταγματάρχης. «Είμαστε έτοιμοι να πάμε, αλλά μόνο αφού εκπληρωθούν οι όροι μας». Η πρώτη και πιο σημαντική προϋπόθεση, σημείωσε, είναι να αποκτήσουμε τα βιομετρικά δελτία ταυτότητας που εκδίδονται για μέλη του στρατού της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (FARDC).

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν αρχίσει ακόμη, φαίνεται ότι η αναμονή θα μπορούσε να είναι μακρά. Και όσο περισσότερο αναγκάζονται να περιμένουν τα μέλη των Mai Mai, τόσο εξαντλείται η υπομονή τους.

«Είμαστε πολύ, πολύ θυμωμένοι», είπε ο συνταγματάρχης, εμφανώς απογοητευμένος. «Φοβόμαστε ότι η κατάσταση μπορεί να εκραγεί».

Δεν είναι όλοι πρόθυμοι να συνεχίσουν να περιμένουν. Κάποιοι, συμπεριλαμβανομένων των υψηλόβαθμων διοικητών ορισμένων ομάδων, έχουν ήδη επιστρέψει στο δάσος, καθιστώντας όλο και πιο δύσκολη την τήρηση της ιεραρχίας.

«Απλά φανταστείτε - κάποτε είχα τον έλεγχο πάνω από 550 ενόπλων και τώρα στο στρατόπεδο αρχίζουν να μου φέρονται σαν να είμαι κουνούπι», είπε ο στρατηγός. «Είμαστε όλοι καλά εκπαιδευμένοι στρατιώτες. Όλα είναι δυνατά. Οποιαδήποτε στιγμή. Αυτό το μέρος είναι σαν πυριτιδαποθήκη».

Γύρω στις 50 ένοπλες ομάδες, πολλές από τις οποίες είναι Μai-Μai, έσπερναν εδώ και πολλά χρόνια τον όλεθρο στο ανατολικό Κονγκό. Όταν η κυβέρνηση τους κάλεσε πέρσι να παραδοθούν, με αντάλλαγμα την ένταξή τους στον στρατό του Κονγκό, χιλιάδες συνέρρευσαν στα στρατόπεδα που βρίσκονται διάσπαρτα μεταξύ της Βόρειας Κatanga και του Kivus για να επωφεληθούν από την προσφορά. Όλα αυτά τα στρατόπεδα, μαζί με αυτό στη Bweremana, στεγάζουν σήμερα από 8.000 έως 9.000 μαχητές, μαζί με τους εξαρτώμενούς τους.

Αν οι προσπάθειες ένταξης αποτύχουν, οι ομάδες των ανταρτών και των παραστρατιωτικών θα επιστρέψουν στο δάσος και η περιοχή θα είναι και πάλι έρμαιο της βίας και της ανασφάλειας.

Ο Azayi Kabunga, ένας 58χρονος από τη Langira, εκτοπίστηκε μετά τις φρικαλεότητες που υπέστη το χωριό του από το FDLR το 2009. Η συνεχιζόμενη παρουσία του FDLR τα επόμενα χρόνια έκανε το τριήμερο ταξίδι για την επιστροφή στο χωριό του πολύ επικίνδυνο. Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 2013 , ήταν σε θέση να επιστρέψει. Τώρα, δεν υπάρχουν πλέον FDLR - μια αλλαγή που πιστώνει στις ομάδες Raia Mutomboke και Mouvement Autonome Congolais (MAC), με την τελευταία να βρίσκεται στην Bweremana, σε αναμονή για επανένταξη. Όμως τα πράγματα στην ιδιαίτερη πατρίδα του έχουν αλλάξει. Η κατάσταση ήταν τεταμένη. Οι ντόπιοι μαχητές Raia Mutomboke εξακολουθούν να έχουν τα όπλα τους και μετά βίας κρατιούνται για να μην τα χρησιμοποιήσουν.

Ο κ. Kabunga επέστρεψε στην Goma για να περιμένει το αποτέλεσμα της διαδικασίας αποστράτευσης. «Η αποστράτευση είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας τώρα», αναστέναξε κουρασμένα. «Αν δεν λειτουργήσει, πολλοί άνθρωποι θα υποφέρουν».

Σε καταυλισμό εκτοπισμένων στην Mungunga, ο 49χρονος Forester συμφωνεί. «Το να μένεις εδώ, ισοδυναμεί με θάνατο», είπε σχετικά με τις συνθήκες ζωής στο στρατόπεδο. Προς το παρόν περιμένει για την επανένταξη στη δουλειά του, προτού επιστρέψει στην πατρίδα του: «Αν επιστρέψουμε προτού φέρει αποτελέσματα [η αποστράτευση], μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. Θα γίνουμε και πάλι θύματα».

Η ανασφάλεια βρίσκεται ήδη σε άνοδο, ενώ οι απογοητευμένοι μαχητές αφήνουν τη Bweremana και επιστρέφουν στο δάσος.

Ο 39χρονος Gilbert Omari, έφτασε στο στρατόπεδο εκτοπισμένων της Mungunga στις 6 Ιανουαρίου, αφού εγκατέλειψε την αυξανόμενη ένταση στην πόλη καταγωγής του, την Kitchanga». Οι συνθήκες στη Bweremana είναι κακές και τίποτα δεν συμβαίνει, έτσι ώστε να επιστρέφουν στην Kitchanga», είπε. «Η ασφάλεια γίνεται όλο και χειρότερη. Και όλο και περισσότεροι μαχητές επιστρέφουν».

Ο τριαντάχρονος Solange, επίσης από την Kitchanga, πρόσθεσε ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι οι οποίοι είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους, τώρα πάνε πίσω στο Mungunga από φόβο μήπως βρεθούν στη δίνη της βίας.

«Η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν λειτουργήσει η επανένταξη», πρόσθεσε ο Gilbert. «Όλα εξαρτώνται από την κυβέρνηση».

Δηλαδή, ποιες είναι οι πιθανότητες να φέρει αποτελέσματα;

«Είπαν ψέματα», μου είπε ξεκάθαρα κάποιος που γνωρίζει για τη διαδικασία, αλλά θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, καθώς δεν είναι εξουσιοδοτημένος να μιλήσει για την υπόσχεση της κυβέρνησης να ενσωματώσει όλους τους μαχητές στον FARDC. Η απορρόφηση από τον στρατό των 8.000 έως 9.000 μαχητών που έχουν συγκεντρωθεί στα στρατόπεδα, είναι απλά αδύνατη, είπε.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι τα νομικά κριτήρια της ίδιας της κυβέρνησης του Κονγκό για τη διαδικασία αφοπλισμού, αποστράτευσης και επανένταξης, βασίζονται στο ότι όλοι οι μαχητές έπρεπε να παραδώσουν τα όπλα τους. Παρότι δεν είναι δυνατό να συγκεντρωθούν ακριβή αριθμητικά στοιχεία, ο αριθμός των όπλων που συγκεντρώθηκαν είναι πολύ μικρότερος από τον αριθμό των μαχητών. Επίσης, δεν υπάρχει κάποια διαδικασία με την οποία μπορεί κανείς να εντοπίσει τους πραγματικούς μαχητές που φτάνουν στα στρατόπεδα. Δικαιολογημένα λοιπόν, η εμπιστοσύνη στην δυνατότητα της κυβέρνησης να επιλύσει το πρόβλημα στη διαδικασία ενσωμάτωσης, φθίνει.

«Η αποστράτευση είναι αυτή τη στιγμή ο πιο σημαντικός παράγοντας για την ειρήνη», δήλωσε κατηγορηματικά ο Azayi Kabunga. «Αλλά η κυβέρνηση δεν συμμετέχει πολύ ενεργά στη διαδικασία. Δεν έχω εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση για την επίλυση αυτού του προβλήματος. Αν ήθελαν να το κάνουν, γιατί δεν προώθησαν τη διαδικασία αμέσως μετά την ήττα των Μ23, τελειώνοντάς το, έτσι, μια για πάντα»;

Ο δεκαπεντάχρονος Daniel, συμφώνησε: «Δεν νομίζω ότι η κυβέρνηση θέλει την ειρήνη», είπε. «Αν το ήθελε, θα είχε ήδη ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις μαζί τους. Εάν η κυβέρνηση δεν τα καταφέρει, όλοι θα επιστρέψουν στη ζούγκλα και τα πράγματα θα είναι πάλι άσχημα. Το φοβάμαι αυτό. Μπορεί να καταστρέψει τη ζωή μου».

Η MONUSCO, η αποστολή σταθεροποίησης των Ηνωμένων Εθνών στην DROC, παρέδωσε στρώματα και ένα φορτίο τροφίμων τον Δεκέμβριο του 2013. Αυτό όμως δεν ήταν παρά μια προσπάθεια να σταματήσει να μεγαλώνει το χάσμα. Η κυβέρνηση του Κονγκό φέρει αποκλειστικά την ευθύνη, χωρίς βοήθεια από εξωτερικούς φορείς.

«Δεν ξέρουμε αν η κυβέρνηση πραγματικά χρειάζεται την ειρήνη», δήλωσε σέρνοντας τη φωνή του ο συνταγματάρχης.

Όλοι όσοι βρίσκονται στο ανατολικό Κονγκό, οι οποίοι είδαν τις ζωές και τα σπίτια τους να καταστρέφονται από την βία των παραστρατιωτικών οργανώσεων, μπορούν μόνο να ελπίζουν ότι κάνει λάθος.