Είναι ο Γιάννης Φλωρινιώτης ο Έλληνας Έλβις Πρίσλεϊ;

FYI.

This story is over 5 years old.

Photo

Είναι ο Γιάννης Φλωρινιώτης ο Έλληνας Έλβις Πρίσλεϊ;

Μια απολαυστική συνέντευξη με τον Έλληνα showman.
9.2.16

Κείμενο: Γιάννης Μακρογιαννέλης

Είναι ο Γιάννης Φλωρινιώτης ο Έλλην Έλβις Πρίσλεϊ; Εγώ λέω ναι, και αν θέλετε αφήστε να σας εξηγήσω το σκεπτικό μου πριν αποχωρήσετε εξοργισμένοι. Όπως ο Έλβις, ο Φλωρινιώτης ήταν ένα όμορφο και ταλαντούχο αγόρι από την επαρχία, που έβαλε στο μπλέντερ πράγματα που έκαναν άλλοι πριν από αυτόν, τα ανακάτεψε με γερές δόσεις ταλέντου και τύχης και δημιούργησε κάτι φαινομενικά ολοκαίνουργιο και, σε κάθε περίπτωση, εντελώς ακαταμάχητο. Η ανακάλυψη του Έλβις ονομάστηκε rock'n'roll, η ανακάλυψη του Φλωρινιώτη λέγεται «ελληνικά μπουζούκια». Παντελίδη, Σφακιανάκη, Πάολα, Οικονομόπουλε, Βέρτη και λοιπά γατάκια, Φλωρινιώτη λένε τον μπαμπά σας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αναζητώντας απαντήσεις για τη ζωή και το έργο του ανθρώπου που θα γινόταν ντισκομπάλα, τον επισκεφτήκαμε στο σπίτι του και μιλήσαμε για τα πάντα όλα: «Γεννήθηκα σε ένα χωριό της Φλώρινας, Κάτω Κλεινές λέγεται, στις 12 Φεβρουαρίου του 1947. Στο Google γράφουν ότι έχω γεννηθεί το 1940, άλλα αντ' άλλων λένε! Από οικογένεια Ποντίων, ο πατέρας μου έπαιζε ποντιακή λύρα (κεμενζέ τη λένε στα ποντιακά) και τραγουδούσε. Από κει κόλλησα το μικρόβιο του τραγουδιού, γιατί μου τραγουδούσε συνέχεια με τη λύρα του. Από τον πατέρα μου αγάπησα επίσης την ποντιακή γλώσσα. Ήμασταν πολύ φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος, ήταν 27 χρονών τότε κι εγώ ήμουν πέντε, και με έβαλαν στο ορφανοτροφείο της Φλώρινας. Όταν τελείωσα το δημοτικό, αρχικά με στείλανε να μάθω και να γίνω γεωργός, πράγμα που εγώ δεν το ήθελα, μετά μου κάνανε τα χαρτιά η γιαγιά και η μαμά και με στείλανε σε μια τεχνική σχολή να γίνω ηλεκτρολόγος. Αλλά εμένα το μυαλό μου ήταν να γίνω ηθοποιός, τραγουδιστής ή χορευτής, ένα από τα τρία. Τελικά, τα κατάφερα και τα τρία!».

VICE: Πότε ξεκινήσατε να σκέφτεστε έτσι;
Γιάννης Φλωρινιώτης: Από μικρό παιδί. Στο ορφανοτροφείο με φώναζαν «Βουγιουκλάκη», ήμουν σταρ. Στις παραστάσεις που ανεβάζαμε ήμουν πάντα πρωταγωνιστής, στις χορωδίες πάντα σόλαρα και στα τρία ορφανοτροφεία που πήγα ξεχώριζα από τα άλλα παιδάκια.

Πόσα χρόνια κάτσατε σε ορφανοτροφεία;
Πήγα από εφτά χρονών μέχρι δεκατριών, που ξεκίνησα να τραγουδάω.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ξεκινήσατε στα δεκατρία να τραγουδάτε;
Ήμουν στο ορφανοτροφείο της Θεσσαλονίκης και μας έδιναν άδεια για καλοκαίρι, Χριστούγεννα, Πάσχα και πήγαινα τραγουδούσα, δηλαδή μάθαινα πιο πολύ. Εκείνη την εποχή ήξερα είκοσι τραγούδια. Επαγγελματικά ξεκίνησα στα δεκαπέντε στη Θεσσαλονίκη και την επαρχία. Το πρώτο μεροκάματο που πήρα στη Φλώρινα ήταν δυόμισι δραχμές, αλλά έλεγα «μαθαίνω». Όταν έφυγα από Φλώρινα για Θεσσαλονίκη δούλεψα με τα ιερά τέρατα του ρεμπέτικου: Μάρκος Βαμβακάρης, Γιάννης Παπαϊωάννου, Γιώργος Λαύκας, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Μητσάκης.

Πώς ήταν ως άνθρωποι αυτοί οι μεγάλοι ρεμπέτες;
Γλυκύτατοι, χαμηλών τόνων, ευγενέστατοι. Θυμάμαι ο Βαμβακάρης, που είχε ζάχαρο, μου ζητούσε να του φέρνω ξινόμηλα από τη Φλώρινα.

Από πάντα χορεύατε πάνω στην πίστα;
Ναι. Την εποχή που ξεκίνησα, οι τραγουδιστές κάθονταν πάνω στο πάλκο όλοι στη σειρά και περίμεναν τη σειρά τους ένας-ένας να τραγουδήσουν. Εγώ άρπαζα το μικρόφωνο, κατέβαινα κάτω (στη σάλα) και με κυνηγούσε ο ιδιοκτήτης. Τελικά τον πιάσαν κάποιοι πελάτες και του είπαν να με αφήσει να κάνω τα δικά μου.

Αισθάνεστε ότι αυτό είναι μια από τις πρωτοπορίες σας;
Ναι, στα μπουζούκια σίγουρα. Δεν είχε ξαναγίνει να χορεύει λαϊκός τραγουδιστής πάνω στην πίστα. Ευτυχώς είχα αυτή την αύρα, άρεσα στον κόσμο και το δέχονταν. Στη Θεσσαλονίκη είχε βγει φήμη για τον «μικρό Γιαννάκη» που χορεύει και τραγουδάει, αλλά εγώ είχα φτάσει πια δεκαέξι-δεκαεπτά χρονών. Πήγα στον επιχειρηματία που είχε το μαγαζί που δούλευα και του είπα: «O μικρός Γιαννάκης μεγάλωσε, θέλω να γράψεις και το όνομά μου στην ταμπέλα». Αυτός αρνήθηκε, οπότε τα μάζεψα κι έφυγα. Μετά από δυο μέρες ήρθε από το σπίτι μου και μου είπε να πάμε μαζί στο μαγαζί, γιατί μου 'χε μια «έκπληξη». Πάω και βλέπω με μεγάλα γράμματα να γράφει απέξω «Γιάννης Φλωρινιώτης». «Ποιος είναι αυτός που έφερες πάλι;», τον ρωτάω, «Από σήμερα θα σε λένε έτσι», μου λέει. Το κανονικό μου όνομα είναι Αποστολίδης.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πότε ξεκινήσατε να φοράτε αστραφτερά και πολύχρωμα ρούχα στην πίστα;
Κοίτα, τότε στα ξεκινήματά μου ήμουν πιτσιρικάς, δεν είχα λεφτά για κοστούμια. Αλλά από τότε ό,τι φορούσα, έπρεπε να 'χει το κατιτίς του, να αστράφτει λίγο. Πήγαινα στις αμερικανικές αγορές και αγόραζα ό,τι λαμέ και γυαλιστερό υπήρχε. Από μικρός όπου έβλεπα κάτι να αστράφτει και να γυαλίζει, έτρεχα να δω τι είναι, με τραβούσε σαν μαγνήτης. Μια Κυριακή με το ορφανοτροφείο μάς πήγαν στην εκκλησία και όταν είδα τον δεσπότη με τα ολόχρυσα άμφια είπα: «Παναγιά μου, δεσπότης θέλω να γίνω!». Τελικά δεν έκανα για δεσπότης (γέλια). Στην πίστα, όμως, πάντα ήθελα να αστράφτω.

Έχετε κάνει και περιοδεία σε Αμερική και Καναδά αν δεν κάνω λάθος.
Τορόντο και Μόντρεαλ, μεγάλη επιτυχία, και μετά Σικάγο, σ' ένα μαγαζί-παλάτι. Εκεί λέγαμε και ξένα τραγούδια. Εγώ που δεν ήξερα καν τη γλώσσα έβαλα και μου έγραψαν τα λόγια, τα έμαθα, αλλά από προφορά… Βγήκα την πρώτη μέρα, τραγούδησα, χειροκροτήματα οι ξένοι, λέει ένας πελάτης στον σερβιτόρο: «Πήγαινε να πεις στον νεαρό ότι τραγούδησε υπέροχα το Delilah στα ελληνικά»!

Δεν σκεφτήκατε να μείνετε Αμερική;
Το μυαλό μου ήταν εδώ, στα αδέλφια μου που ήταν σε ορφανοτροφεία. Ήθελα να βγάλω λεφτά και να γυρίσω πίσω να αγοράσω ένα σπίτι να είμαστε όλοι μαζί. Γύρισα από την Αμερική όπου δούλευα σε μαγαζιά-παλάτια με πολύ καλό κόσμο και στην Αθήνα βρήκα δουλειά στον «Στελάκη τον Μουστάκα», σκυλάδικο στη Λαχαναγορά. Εκεί γινόντουσαν συνέχεια φασαρίες, έπρεπε να μπεις με κράνος και να βγεις με κράνος για να μη φας κάνα μπουκάλι στο κεφάλι. Ζημιές, καβγάδες, σπασίματα… Εγώ πάντως πήγα με τα ρούχα που είχα φέρει από Αμερική, είχα κοπέλες να χορεύουν μαζί μου και μείνανε όλοι…

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο κόσμος πώς το πήρε;
Αυτοί που ήταν πολύ έτσι (σ.σ. βαρύμαγκες) σηκώθηκαν και φύγανε, δεν τη βρίσκανε. Αλλά άρχισαν να έρχονται οικογένειες, νέοι, ζευγάρια, άλλαξε ο κόσμος. Αυτό που μου έλειπε ήταν να κάνω δισκογραφία. Εκείνη την εποχή με προσέγγισε ο στιχουργός Κώστας Ψυχογιός, ο οποίος ήταν ο Φοίβος της εποχής, και μου είπε ότι είχε έναν έτοιμο δίσκο για τον Κώστα Καφάση, με τον όποιο όμως τα σπάσανε, άρα ήθελε να τον δώσει σε μένα. Μου 'δωσε τα τραγούδια, τα κάναμε πρόβες, κάποια στιγμή μου λέει: «Γιάννη, έχω ένα πρόβλημα. Το ντύσιμό σου. Θέλω να το αλλάξεις». Είπα να την κάνω τη θυσία, γιατί ήθελα πολύ να κάνω δισκογραφία καλή. Πήγα έραψα κάτι κοστούμια σοβαρά, γκρι, μονότονα. Όταν τραγουδούσα πονούσα με τα νέα μου ρούχα, υπέφερα. Τελικά διαμαρτυρήθηκε ο κόσμος στον Ψυχογιό. Λέγανε: «Mας τον έκανες καλόγερο, εμείς τον θέλουμε λαμπερό τον Φλωρινιώτη», όποτε μου είπε να φέρω πίσω τα ρούχα μου και ότι θα μου γράψει πιο χορευτικά κομμάτια για τον δεύτερο δίσκο μας. Έτσι μου έγραψε το «Πειράζει που είσαι μεγάλη φίρμα», το όποιο όταν μου το έφερε είπα: «Έλα, ρε Κώστα, αυτή τη βλακεία θα τραγουδήσω; Βάλε κάνα τραγούδι καψούρικο, νταλκαδιάρικο να πω».

Είπαμε να βρω και καινούργιες κοπέλες (χορεύτριες). Πήγαμε σε ένα μαγαζί στη Συγγρού, μας είπαν κάποιοι ότι έχουν βγει δυο αδελφές, τις ακούσαμε, ήταν καταπληκτικές. Θέλαμε να μιλήσουμε μαζί τους. Μας λένε: «Με τη μαμά θα μιλήσετε». Η μαμά καθόταν εκεί στην άκρη και έπλεκε. Οι αδελφές ήταν, βέβαια, η Καίτη Γαρμπή με την αδελφή της.

Πόσο μικρές ήταν, που είχαν και τη μητέρα τους μαζί στη δουλειά;
Η μικρή ήταν έντεκα και η Καίτη δεκατρία-δεκατέσσερα. Πήγαμε στη μαμά, μιλήσαμε και μας είπε: «Nαι, αλλά αφού κάνουν το πρόγραμμά τους θα φεύγουν, γιατί έχουν και σχολείο αύριο». Φυσικά δέχτηκα, εμένα με ενδιέφερε να έχω πίσω μου δυο καλές φωνές και όμορφα κοριτσάκια. Πήρα και την αδερφή του Νταλάρα, την Ελένη Νταράλα, και κάναμε ένα γκρουπ που κράτησε οχτώ χρόνια. Τότε έγινε το μεγάλο μπαμ. Ήμασταν τέρμα Πατησίων τότε, σε ένα μαγαζί, φύγαμε και πήγαμε στην παραλιακή. Το μαγαζί κάθε μέρα γεμάτο, δεν μπορούσες να μπεις. Θυμάμαι ήθελε να έρθει τότε ο Ψινάκης και πήρε τη Βουγιουκλάκη να μεσολαβήσει να έρθουν παρέα, γιατί του λέγανε ότι θα πρέπει να περιμένει ένα μήνα.

Mε τον Χατζιδάκι ποια είναι η ιστορία;
Η Μελίνα ήταν μεγάλη φαν μου, με λάτρευε. Έφερνε συνέχεια άλλες παρέες, διανοούμενους. Αυτή έφερε και τον Χατζιδάκι στο μαγαζί. Τον είδα μια μέρα από κάτω και κόμπλαρα, άρχισαν να τρέμουν τα δόντια μου. Πρόσεξα εν τω μεταξύ ότι στην αρχή κοίταξε λίγο τα μπαλέτα και μετά κοίταζε άλλου και είχε το χέρι στο αυτί του. Λέω από μέσα μου: «Σε σνομπάρει αυτός, ούτε καν γυρίζει να σε δει». Όταν τελείωσα, πάω να ντυθώ, να βγω έξω να του πω μια καλησπέρα. Δεν πρόλαβα, χτυπάει η πόρτα στα καμαρίνια και να σου ο Χατζιδάκις. «Για άλλον με φέρανε», μου είπε, «αλλά εγώ διέκρινα μια μεγάλη φωνή σε σένα. Δεν σε κοίταζα για να ακούω τη φωνή σου, δεν ήθελα να σε βλέπω αλλά μόνο να σε ακούω. Θα σε ειδοποιήσω να έρθεις στο ραδιόφωνο να τραγουδήσεις στο Τρίτο Πρόγραμμα. Θα έρθεις και θα πεις τα δικά σου τραγούδια, αλλά χωρίς ορχήστρα. Θα το κανονίσω εγώ».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μια μέρα μετά από καιρό είχα ρεπό, είχα πάει Πελοπόννησο για ένα έξτρα και ήμουν πτώμα, η φωνή μου είχε κλείσει. Όταν γύρισα σπίτι με πήραν τηλέφωνο από το γραφείο του Χατζιδάκι, ότι με περιμένουν να ηχογραφήσουμε. «Μα είμαι χάλια, δεν με ακούτε;», τους λέω. «Δεν γίνεται, έχουμε κανονίσει, κάντε τουλάχιστον μια προσπάθεια», μου λένε. Τι να κάνω; Πάω, άρχισα να τραγουδάω και τα είπα τα τραγούδια με κλειστό λαιμό. Δεν νομίζω ότι έχω τραγουδήσει καλύτερα στη ζωή μου, τόσο εκφραστικά.

Μετά, βέβαια, έγινε Ο χαμός. Δύο χρόνια όλες οι εφημερίδες ασχολιόντουσαν με τον Φλωρινιώτη και τον Χατζιδάκι, μεγάλο σούσουρο.

Πείτε μου κάτι ακραίο που σας έχει τύχει σ' αυτήν τη δουλειά.
Όταν ήμουν στο Τορόντο στον Καναδά, επειδή εγώ γέμιζα το μαγαζί που δούλευα και τα άλλα ήταν άδεια, ένας επιχειρηματίας έβαλε κάτι νεαρούς να με δείρουν και να με πετάξουν στη λίμνη για να φύγω από τη χώρα! Το ανακάλυψα επτά χρόνια μετά, όταν ξαναπήγα στο Τορόντο και με πλησίασε ένα παιδί και μου είπε: «Συγγνώμη, μας είχανε βάλει από ένα μαγαζί να σε δείρουμε για να φύγεις από τη χώρα».

Μια από τις πρωτοπορίες σας ήταν οι δίσκοι και οι ταινίες στα ποντιακά.
Το είχα τάξει μέσα μου να κάνω κάτι τέτοιο και να το αφιερώσω στη μνήμη του πατέρα μου. Ο τρίτος δίσκος μου στα ποντιακά έγινε μέσα σε τρεις μήνες χρυσός. Οι βιντεοταινίες μου στα ποντιακά θα μείνουν κλασικές. Ήμουν ο πρώτος που έκανε κάτι τέτοιο.

Πώς σας φάνηκε το πρόσφατο θέμα με τις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας Φίλη για τη γενοκτονία των Ποντίων;
Δεν έχω πάει ποτέ στη ζωή μου σε συγκέντρωση πολιτική, εκεί πήγα όμως. Δεν μπορεί να διαστρεβλώνει την ιστορία ενός λαού. Μου έλεγε η γιαγιά μου πως ήταν εννέα αδέλφια και εδώ φτάσανε τρία, τα άλλα τα σκότωσαν. Σ' αυτό, ναι, αντέδρασα. Γενικά δεν ασχολούμαι με την πολιτική, είχα προτάσεις να κατέβω για δημοτικός σύμβουλος και έλεγα: «Παιδιά, δεν έχω ιδέα. Και να βγω τι θα κάνω;».

Έχετε παντρευτεί μία φορά, απ' όσο ξέρω.
Μία και δεν το ξανακάνω! Μ' αρέσει να είμαι ελεύθερος. Όταν βγήκα από το ορφανοτροφείο μού έλειπαν η αγάπη, η συντροφικότητα. Τώρα πια μ' αγαπάει όλος ο κόσμος.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αισθανθήκατε ποτέ ότι είστε αντικείμενο του πόθου των θαυμαστών σας;
Επιτυχία στον τραγουδιστή είναι να σε ερωτεύονται και άντρες και γυναίκες.

Το τρίπτυχο είναι σεξ-ναρκωτικά-rock'n'roll. Έχοντας καλύψει ας πούμε το σεξ και το rock'n'roll, μας μένουν τα ναρκωτικά.
Μία φορά έκανα στην Αμερική. Δοκίμασα παρά τη θέλησή μου. Ήμουν κουρασμένος πολύ μια μέρα και γύρισα απόγευμα στο ξενοδοχείο να κοιμηθώ, λίγες ώρες προτού πάω δουλειά το βράδυ. Από την υπερένταση δεν νύσταζα και ο άνθρωπος που με πήγαινε στο ξενοδοχείο μου έδωσε μια τζούρα από το τσιγάρο που κάπνιζε. «Ρούφα καλά να κατέβει κάτω», μου είπε. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο, με άφησε, ανέβηκα στο δωμάτιο και όλα γύριζαν ήδη. Σύρθηκα με τα χέρια, ανέβηκα στο κρεβάτι και κατάλαβα ότι έχουν νεκρώσει τα χέρια και τα πόδια μου. Παίρνω αμέσως τηλέφωνο τους γνωστούς μου και τους λέω: «Eλάτε στο ξενοδοχείο γρήγορα. Αν δεν ανοίγει η πόρτα, σπάστε την και μπείτε μέσα! Πεθαίνω!». Σε δέκα λεπτά ήρθαν, το νέκρωμα όλο και ανέβαινε προς την καρδιά. Με έβαλαν στο ντους, μου 'βαλαν κρεμμύδια εδώ κάτω (δείχνει τα γεννητικά του όργανα) -δεν ξέρω γιατί το κάνανε αυτό-, τίποτα, κανένα αποτέλεσμα. Μου λέει κάποια στιγμή ένας: «Mε κόκα θα συνέλθεις μόνο, το χασίσι κατεβάζει, η κόκα ανεβάζει». Άρχισαν μου δίνανε, ρούφα και ρούφα, τελικά με συνεφέρανε. Αυτή ήταν η εμπειρία μου με τα ναρκωτικά.

Ποτέ δεν κρύψατε ότι έχετε κάνει πλαστικές επεμβάσεις στο πρόσωπό σας.
Καταρχάς, όταν ξεκίνησα έκανα τη μύτη μου, γιατί είχα μεγάλη ποντιακή μύτη και με ενοχλούσε από μικρό παιδί. Αυτό ήταν το πρώτο. Εντάξει, τη μύτη όλοι τη φτιάχνουν, άλλα γενικά με τις άλλες πλαστικές είχα μεγάλη ταλαιπωρία. Όταν έκανα την ταινία «Ο τραγουδιστής και το κορίτσι του μπαρ», με πλησίασε μία και μου πρότεινε να μου τονίσει λίγο τα ζυγωματικά. Την άκουσα, πήγα και μου έβαλε σιλικόνη. Στην αρχή ήταν ωραία, άλλα μετά ξεκίνησε να πέφτει και έφτασε να πέσει μέχρι εδώ κάτω (δείχνει το σαγόνι του σχεδόν). Η σιλικόνη άμα πήξει γίνεται σαν πέτρα και παραμορφώθηκα, γελούσα και κλείνανε τα μάτια μου. Από τότε άρχισα τις πλαστικές για να επανορθώσω την αρχική ζημιά. Δεν λέω ότι δεν θα έκανα ούτως ή άλλως, δεν λέω ότι είμαι κατά, είμαι υπέρ των πλαστικών γενικά. Είναι και η δουλειά μου εμένα, με τα ρούχα τα αστραφτερά δεν γίνεται να έχω ρυτίδες.

«Με το μικρόφωνο στο χέρι θα πεθάνω». Αυτό είναι το μότο σας;
Ναι, το τραγούδι αυτό είχα ζητήσει να έχει μέσα αυτά τα λόγια. Έτσι θέλω. Δεν σταματάω. Μόνο όταν πεθάνω. Αν δεν με ήθελε ο κόσμος θα σταματούσα, άλλα αφού σε όποιο μέρος πηγαίνω να τραγουδήσω είναι τίγκα, γιατί να στερήσω τον εαυτό μου από τον κόσμο; Όταν πέθανε ο πατέρας μου, τον θάψαμε με τη λύρα του. Εγώ έχω πει στα παιδιά μου, όταν είναι να πάω, να μου βάλουν το μικρόφωνο εδώ στην αγκαλιά μου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ