Μουσική

Chris Eckman: «Είμαι Ευγνώμων για τη Στήριξη που Είχα από το Ελληνικό Κοινό»

Μια κουβέντα με τον ηγέτη των The Walkabouts λίγο προτού επισκεφτεί την Αθήνα.
Chris Eckman
Ο Chris Eckman (στη μέση) με τα υπόλοιπα μέλη των DirtMusic.

Πρόκειται για έναν από τους αγαπημένους καλλιτέχνες της εγχώριας underground κοινότητας, ο οποίος εδώ και χρόνια πειραματίζεται, είτε ως καλλιτέχνης είτε ως παραγωγός και ιδιοκτήτης label, σε πολλά και διαφορετικά μουσικά πεδία. Ο λόγος για τον Chris Eckman, που αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό ως μέλος των θρυλικών Walkabouts. Δυστυχώς, το γκρουπ από το Σιάτλ παραμένει ανενεργό από το 2015, όταν και ανακοινώθηκε η διάλυσή του, όμως ο Eckman συνεχίζει δυναμικά τις ηχητικές αναζητήσεις με τους Dirtmusic, την μπάντα που δημιούργησε πριν από περίπου δέκα χρόνια με τον Hugo Race (πρώην Bad Seeds). Το line-up του συγκροτήματος συμπληρώνει πλέον ο Τούρκος μουσικός Murat Ertel (Baba Zula), ο οποίος αποτέλεσε βασικό πυλώνα έμπνευσης για τον τελευταίο δίσκο της μπάντας, με τίτλο Bu Bir Ruya.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στις 9 Νοεμβρίου, οι Dirtmusic θα επισκεφτούν για πρώτη φορά την Αθήνα, με σκοπό να χαρίσουν μια μοναδική βραδιά στους φίλους τους που θα κατηφορίσουν προς το Temple Athens. Με αφορμή την επίσκεψη του γκρουπ επικοινώνησα με τον πρώην ηγέτη των Τhe Walkabouts και έκανα μαζί του μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα, στην οποία μιλήσαμε μεταξύ άλλων για την grunge, το προσφυγικό και τη σχέση του με την Ελλάδα.

VICE: Η μουσική σου ήταν ανέκαθεν δημοφιλής στην Ελλάδα. Tι είναι αυτό που ενώνει έναν μουσικό απ’ το Σιάτλ, με το κοινό μιας μεσογειακής χώρας;
Chris Eckman: Αυτό είναι κάτι που έχω αναρωτηθεί μέσα στα χρόνια και η αλήθεια είναι πως δεν έχω καταφέρει να βρω απάντηση. Αν ακούσεις ελληνική παραδοσιακή μουσική, συνειδητοποιείς πως περιέχει πολλά μελαγχολικά στοιχεία και το ίδιο ισχύει με τους Walkabouts, αλλά ειλικρινά, δεν ξέρω αν αυτό παίζει κάποιον ρόλο. Ωστόσο, θέλω να σου πω ότι θα είμαστε πάντα ευγνώμονες για τη στήριξη που είχαμε από το ελληνικό κοινό.

Πώς ήταν να είσαι ένας νέος μουσικός στο Σιάτλ των 70s και των 80s;
Πολύ διαφορετικά από σήμερα. H πόλη έχει αλλάξει τα τελευταία 25 χρόνια και σε αυτό έπαιξαν ρόλο δύο πράγματα: Η grunge και το γεγονός ότι υπήρχε μια ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη με κέντρο το Σιάτλ, αφού εκεί έχουν τα κεντρικά τους γραφεία εταιρείες όπως η Microsoft και η Amazon. Έτσι, το Σιάτλ μετατράπηκε σε μια πόλη με διεθνή σημασία. Ωστόσο, όταν μεγάλωνα εκεί, φάνταζε σαν ένα εντελώς απομονωμένο μέρος στην άκρη του χάρτη. Η επόμενη στάση ήταν ο Καναδάς και οι μπάντες που έκαναν περιοδεία απλώς προσπερνούσαν την πόλη. Σήμερα, αποτελεί ένα πολύ βασικό κομμάτι των περιοδειών.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μιλάμε για εποχές πριν από το Διαδίκτυο, όταν ακόμη και οι πληροφορίες ήταν δύσκολο να φτάσουν σε ένα μέρος.
Ακριβώς. Ξέρεις, μαθαίναμε για την άνοδο του punk στη Νέα Υόρκη, αλλά οι δίσκοι έφταναν στα χέρια μας με καθυστέρηση ενός ή δύο χρόνων από την κυκλοφορία τους. Ήταν λες και ζούσαμε στη Σιβηρία ή κάτι τέτοιο (γέλια).

Ή στην Ελλάδα της εποχής - να άλλο ένα κοινό.
Ναι, σωστά (γέλια).

Ισχύει πως ακόμη και οι grunge μπάντες γίνονταν γνωστές πρώτα εκτός Σιάτλ και μετά στην ίδια τους την πόλη;
Ναι, δεν είναι λάθος να το ισχυριστεί κάποιος αυτό. Το 1985, για παράδειγμα, το Σιάτλ πρέπει να είχε τη χειρότερη σκηνή, σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Ταλέντο υπήρχε, απλώς δεν υπήρχαν όλα τα υπόλοιπα - δισκογραφικές, μαγαζιά για να παίξουμε, promoter. Για μένα, τα επόμενα τρία χρόνια αποτελούν βάση της ιστορίας της σκηνής. Οι μπάντες κλείνονταν στα υπόγεια και έπαιζαν, χωρίς να έχουν καμία φιλοδοξία. Δεν πίστευαν ότι η μουσική τους θα καταφέρει να φτάσει μέχρι την Καλιφόρνια, πόσο μάλλον την Αθήνα ή το Λονδίνο. Δημιουργήθηκε έτσι μια μικρή σκηνή από μουσικούς που στήριζαν ο ένας τον άλλο.

Μιλάμε για 200 με 300 άτομα - μπάντες και κοινό μαζί. Τότε, δημιουργήθηκε η Sub Pop, ένα label που ξεκίνησε να κυκλοφορεί δίσκους τοπικών συγκροτημάτων -όπως και κάποιους δικούς μας- και να τους εκτοξεύει σαν πυραύλους σε όλον τον κόσμο, για να δει τι θα γίνει. Κάποιοι από αυτούς έφτασαν στη Βρετανία και ξεκίνησαν να απασχολούν τον ευρωπαϊκό μουσικό Τύπο. Κάπως έτσι ξεκίνησε να γίνεται θόρυβος γύρω από τη σκηνή του Σιάτλ. Σκέψου πως παίζαμε live την πρωτοχρονιά του 1989 με τους Mudhoney σε έναν γεμάτο χώρο, μπροστά σε 400 άτομα, αλλά αυτοί έπαιζαν πριν από λίγες μέρες στο Λονδίνο, μπροστά σε 800. Δηλαδή, η προσοχή ήρθε πρώτα απ’ έξω.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Είχες μουσικά είδωλα μεγαλώνοντας;
Ναι, οι The Walkabouts ήταν ένα γκρουπ που έκανε πολλές διασκευές κομματιών άλλων καλλιτεχνών, από Leonard Cohen, μέχρι Bob Dylan, Nick Drake και Neil Young. Ακούγοντας αυτά, μπορείς να πάρεις μια πρώτη ιδέα για τις επιρροές μας. Υπήρχαν καλλιτέχνες που αγαπούσαμε όλοι, όπως οι The Go-Betweens, οι οποίοι παρότι δεν έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί, για εμάς ήταν θρύλοι. Όταν παίξαμε μαζί τους στα 80s στο Σιάτλ, αισθάνθηκα σαν να συναντάω τον Bob Dylan ή τον Neil Young.

Είσαι από τους ανθρώπους που έχουν ζήσει τη μουσική βιομηχανία πριν και μετά το Διαδίκτυο. Τι έχει αλλάξει;
Οι αλλαγές, ουσιαστικά, επηρεάζουν περισσότερο τους νέους μουσικούς και λιγότερο αυτούς της γενιάς μου. Μπορεί οι μουσικοί και οι εταιρείες να βγάζουν ακόμη πολλά χρήματα, όμως δεν επενδύουν πλέον τα ίδια ποσά στις παραγωγές. Για μένα, ήταν πάντα σημαντικό να δουλεύω στο στούντιο -είτε ως μουσικός είτε ως παραγωγός- και πλέον γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τα συγκροτήματα. Για παράδειγμα, όταν γράψαμε το New West Motel (1993), τα λεφτά που επενδύθηκαν γι’ αυτό το άλμπουμ ήταν νορμάλ για μια indie μπάντα, όμως σήμερα θεωρούνται άπιαστο όνειρο για ένα συγκρότημα αντίστοιχου μεγέθους. Τρέχω ένα label που λέγεται Glitterbeat και αυτό που παρατηρώ στο πρακτικό κομμάτι είναι πως παρότι έχουν αλλάξει πολλά πράγματα με την εμφάνιση του διαδικτύου, στην τελική, η επιτυχία έρχεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πρέπει να βγεις εκεί έξω και να παίξεις μπροστά σε όσους περισσότερους ανθρώπους μπορείς. Οι μουσικοί που βγαίνουν και παίζουν είναι αυτοί που προχωράνε.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

VICE Video: Venus Volcanism & In Atlas: Στα Σκοτεινά Στενά της Πόλης

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Ας μιλήσουμε για τους Dirtmusic: Ποια είναι η καλλιτεχνική ανάγκη που καλύπτεις με το γκρουπ;
Μιλάμε για ένα συγκρότημα που έχει αλλάξει περισσότερα πρόσωπα από την πλειοψηφία των γκρουπ. Πριν από περίπου δέκα χρόνια με πλησίασε ο Hugo Race, για να κάνουμε ένα ακουστικό project, στο οποίο συμμετείχε και ο Chris Brokaw. Δεν γνώριζα τον Hugo, αλλά προφανώς γνώριζα τη δουλειά του. Η ιδέα ήταν δική του και ενώ μου είχε πει ότι θα κάνουμε ένα ακουστικό σχήμα, όταν ήρθαν να με βρουν στη Λιουμπλιάνα όπου μένω μόνιμα, είχαν φέρει και οι δύο ηλεκτρικές κιθάρες. Από την αρχή, λοιπόν, το concept ήταν ρευστό. Καταλήξαμε στο Μάλι, όπου παίξαμε σε ένα φεστιβάλ, γνωρίσαμε ντόπιους μουσικούς και καταλήξαμε έπειτα από κάποιο διάστημα να ηχογραφούμε εκεί έναν δίσκο. Έπειτα από κάποιο διάστημα, ο Chris αποχώρησε από τους Dirtmusic, αλλά συνεχίσαμε χωρίς αυτόν. Ακολούθησε ακόμη ένα ταξίδι -και δύο δίσκοι- στο Μάλι. Επόμενη στάση μας ήταν η Κωνσταντινούπολη. Γνωρίσαμε άτομα της τοπικής σκηνής και βρεθήκαμε σε μια νέα κατάσταση προσθέτοντας παράλληλα στο line-up τον Murat Ertel. Έναν άνθρωπο-ορόσημο της tουρκικής ψυχεδελικής σκηνής, χάρη στον οποίο ξεκινήσαμε την έρευνά μας εκεί έχοντας μια βάση και όχι από το μηδέν.

Ο τελευταίος σας δίσκος περιέχει τραγούδια που αναφέρονται στο προσφυγικό ζήτημα. Επειδή ζεις στην Ευρώπη, θα ήθελα να μου πεις την άποψή σου σχετικά με όσα συμβαίνουν σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια εδώ, αλλά και παγκοσμίως.
Όπως είπες, πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Όσα βλέπαμε να συμβαίνουν τα τελευταία επτά χρόνια στην Ευρώπη έχουν μεταφερθεί πλέον και στην Αμερική. Μένω στη Σλοβενία, από την οποία έχουν περάσει περίπου 200 με 300 χιλιάδες άνθρωποι με προορισμό την Αυστρία και τη Γερμανία. Όλο αυτό κορυφώθηκε την εποχή που γράφαμε το Bu Bir Ruya και το αισθανόμασταν σαν να υπάρχει ηλεκτρική ενέργεια στην ατμόσφαιρα, όντας κάτι πολύ δύσκολο να αγνοηθεί. Όταν ακουμπήσαμε τα στιλό μας στο χαρτί, τα πάντα έγιναν αυτόματα. Θεωρώ ότι είναι ένα από τα βασικά προβλήματα της εποχής μας και ότι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούν να το αντιμετωπίσουν οι κυβερνήσεις είναι καταστροφικός. Πρόκειται για μια παγκόσμια ανθρωπιστική πρόκληση και οι κινήσεις της Δεξιάς είναι ακριβώς οι αντίθετες από αυτές που αρμόζουν σε ένα τέτοιο ζήτημα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Έχει τεθεί πολλές φορές το ερώτημα τα τελευταία χρόνια σχετικά με το αν οι καλλιτέχνες πρέπει να τοποθετούνται δημόσια για κοινωνικοπολιτικά θέματα.
Για μένα δεν είναι ζήτημα μαύρο ή άσπρο. Δεν υπάρχει κάποιος κανόνας που να αναγκάζει τον καλλιτέχνη να μιλήσει. Αυτή είναι μια προσωπική επιλογή του εκάστοτε ανθρώπου. Ωστόσο, θεωρώ ότι ως πολίτες του κόσμου έχουμε την υποχρέωση να χτίσουμε μια κοινωνία που να φροντίζει τους πάντες. Αυτό δεν έχει να κάνει με την τέχνη, αλλά με τους βασικούς κανόνες της ανθρωπότητας. Αν κάποιος καλλιτέχνης είναι «ειδικός» στο να γράφει ερωτικά κομμάτια, δεν χρειάζεται να γράψει με το ζόρι ένα πολιτικό τραγούδι. Αυτό, βέβαια, είναι πολύ διαφορετικό από το να είσαι πολιτικά ενεργός στην καθημερινότητά σου

Πίσω στα καθαρά μουσικά, θα ήθελες να μου πεις λίγα πράγματα για το sublabel που τρέχεις με όνομα Tak:till;
Το ξεκίνησα πριν από έναν χρόνο, έχοντας ως στόχος να κάνουμε ένα label που να βασίζεται κυρίως σε ορχηστρική μουσική. Είναι μια νέα, λίγο διαφορετική μουσική περιπέτεια.

Στις 9 Νοεμβρίου εμφανίζεστε στο Temple. Τι θα παρουσιάσετε εκεί;
Κυρίως κομμάτια του νέου δίσκου, μαζί με επιλεγμένα τραγούδια της μέχρι στιγμής δισκογραφίας μας. Πρόκειται για μια ηχητική εμπειρία. Είναι δυνατό, βαθύ και θεωρώ πως πάει τον δίσκο σε ένα άλλο επίπεδο.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Mia Khalifa Έκανε Πορνό Μόνο για Τρεις Μήνες, Αλλά Ακόμη Ορίζει το Pornhub

Μιλήσαμε με τον Ιδιοκτήτη της Πρώτης Καφετέριας με Drone Delivery στην Ελλάδα

Τα Κινητά Άλλαξαν για Πάντα τον Τρόπο που Γίνεται το Εμπόριο Ναρκωτικών

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.