Η Ιστορία του Αληθινού «Κάου Μπόι» που Κάποτε Είχε τις Μεγαλύτερες Ντίσκο στα Ελληνικά Νησιά
Μια Αληθινή Ιστορία

Η Ιστορία του Αληθινού «Κάου Μπόι» που Κάποτε Είχε τις Μεγαλύτερες Ντίσκο στα Ελληνικά Νησιά

Ο Θωμάς Ντούμας εκτρέφει αμερικάνικους βίσωνες στο πιο απομακρυσμένο σημείο του Νομού Λάρισας. Πριν απ' αυτό, είχε αλλάξει τη νυχτερινή ζωή της Ελλάδας.
6.2.18

Πήρα μαστόρους, άρχισα να το φτιάχνω, όμως ήμουν 24 ετών, κι έπρεπε να βρω συνεταίρο στη δουλειά γιατί δεν την κατείχα. Έκανα μόνος πρόβες με τον δίσκο, πήγαινα στο ζαχαροπλαστείο να δω τα ποτά. Ήρθε στην αρχή ένα παιδί για συνέταιρος, όμως, μόλις το έμαθε ο πατέρας του, τον πλάκωσε στο ξύλο: «Μπαρ θα ανοίξεις, αλήτης θα γίνεις»; Είχα κάνει στον Στρατό έναν φίλο από τον Τύρναβο, τον Δημήτρη, που τελείωνε τότε Τουριστικών Επαγγελμάτων. Μου λέει, «έχω κλείσει σεζόν για Κέρκυρα, αλλά επειδή μου αρέσεις, μόλις γυρίσω, θα δουλέψουμε μαζί». Έλα, όμως, που ο Δημήτρης ερωτεύτηκε στην Κέρκυρα μια Αγγλίδα και αποφασίζει να φύγει μαζί της. Για καλή μου τύχη, είχε ένα πρόβλημα με τα χαρτιά του, μένει εδώ και στήνουμε μαζί το μαγαζί, που το ονομάσαμε Adonis.

To Adonis

Ο Θωμάς Ντούμας με τη σύζυγό του, Ράνια.

Το μαγαζί πήγαινε σφαίρα. Μετά από πέντε χρόνια, είπαμε να ανοίξουμε ένα δεύτερο, για να τραβήξουμε πάνω τη Λάρισα, που είχε καλά μπουζούκια και μια-δυο ντίσκο. Εμείς θέλαμε να ανεβάσουμε τις οικογένειες και τους μεγαλύτερους. Κάναμε, τότε, μια ντίσκο-ρέστοραν, το Afroditis, στον Προφήτη Ηλία. Μόνο ο Ζουγανέλης είχε τότε ντίσκο-ρέστοραν στην Αθήνα, που πήγαινε ο Καραμανλής. Φέραμε σεφ γαλλικής κουζίνας από την Αθήνα, είχαμε φανταστικό ήχο και dj μάγκα. Γέμιζε κάθε βράδυ 350-400 άτομα. Ανέβαινε κόσμος κι από Αθήνα.

Mου λέει ο δήμαρχος: «Στο χωριό μου υπάρχει ένας νόμος, που τον εκτελεί κι ο Πρωθυπουργός. Θες να κάνεις ντίσκο; Θα βάλεις πέτρα, ξύλο, μόνωση, κεραμίδι». Του λέω, «Αν και μ' αρέσεις, διαφωνούμε. Εγώ θέλω ο τουρίστας να κοιτάει τον ουρανό και τα αστέρια, αυτό πουλάω».

Ήθελα να ανοιχτώ στην Κέρκυρα, να κάνω μια καλοκαιρινή ντίσκο. Δεν είχα την αυταπάτη ότι θα χτυπήσουμε το Bora – Bora. Ο συνεταίρος, όμως, έκανε πίσω και χωρίσαμε. Λέω στη γυναίκα μου, τη Ράνια, θα πάω στη Λέσβο. Ένας φίλος μού είπε ότι στον Μόλυβο παραθέριζαν καλοί τουρίστες. Πηγαίνω και σαν καλός τσομπάνης που ήμουν, βρίσκω έναν λόφο με καλή πρόσβαση και φοβερή θέα - τα αστέρια και τον Μόλυβο απέναντι, φωτισμένο κάθε βράδυ. Ήρθε ο δήμαρχος, ένας μποέμ τύπος με μεγάλο στρόγγυλο καπέλο: «Στο χωριό μου υπάρχει ένας νόμος, που τον εκτελεί κι ο Πρωθυπουργός. Θες να κάνεις ντίσκο; Θα βάλεις πέτρα, ξύλο, μόνωση, κεραμίδι». Του λέω, «Αν και μ' αρέσεις, διαφωνούμε. Εγώ θέλω ο τουρίστας να κοιτάει τον ουρανό και τα αστέρια, αυτό πουλάω».

Κατηφορίζω στο Πλωμάρι. Κάνω πάλι έρευνα αγοράς, πόσα ξενοδοχεία υπήρχαν, κοιτάω τα παλιά εργοστάσια, τα σαπουνοποιεία, σκέφτομαι «εδώ θα υπάρχουν γόνοι». Το Πλωμάρι είχε 1.000 κατοίκους, αλλά το καλοκαίρι ανέβαιναν Αθηναίοι και Θεσσαλονικείς. Βρίσκω ένα οικόπεδο στον Άγιο Ισίδωρο, μια παραλία φανταστική. Ο ιδιοκτήτης ήταν σαν τα νερά της Χαλκίδας, το μεσημέρι θετικός, το βράδυ αρνητικός. «Ήρθες εσύ από τη Λάρισα να μου πάρεις το οικοπεδέλι, εκεί βοσκάω τα γουμάρια, βοσκάω τις κότες», έλεγε. Τελικά, τα βρίσκουμε κι ανοίγω την περίφημη ντίσκο San Lorenzo. Και γίνεται χαμός. Τετρακόσια άτομα κάθε βράδυ. Δεν είναι ψέμα ότι ήμουν ο πρώτος που έκανε την υπαίθρια ντίσκο στην Ελλάδα. Η Kahlua στην Κω και η La Scala στη Ρόδο ήταν ημι-υπαίθριες.

Είχα έναν Αμερικάνο dj, τον Στιβ. Ήταν φίλος της Μαντόνα, που τότε στις αρχές των 80s ήταν στα πρώτα της βήματα. Τον έπαιρνε στο τηλέφωνο για να παίζει τραγούδια της. Με ρωτούσε τι να κάνει, και του απαντούσα «Aν είναι φίλη σου, παίξε μερικά τραγούδια της, πριν ανοίξει το πρόγραμμα».

Αργότερα άνοιξα τη δεύτερη San Lorenzo στο Πυθαγόρειο της Σάμου. Χίλια άτομα κάθε βράδυ. Εκεί είχα έναν Αμερικάνο dj, τον Στιβ. Αυτός ήταν φίλος της Μαντόνα, που τότε ήταν στα πρώτα της βήματα – είμαστε τέλη δεκαετίας ’80 - και τον έπαιρνε στο τηλέφωνο για να παίζει τραγούδια της. Με ρωτούσε ο Στιβ τι να κάνει, και του απαντούσα «Ό,τι λέει το αφεντικό θα κάνεις. Τώρα, αν είναι φίλη σου, δοκιμαστικά παίξε μερικά τραγούδια της, πριν ανοίξει το πρόγραμμα». Στο Πυθαγόρειο μεγάλωσαν τα καλοκαίρια τα παιδιά μου. Έρχονταν Άραβες με θαλαμηγούς και κρουαζιερόπλοια. Εκεί έμαθα τη σαμπάνια Cristal, μέχρι τότε ήξερα μόνο την Dom Perignon. Κάναμε φιέστες, θεματικές βραδιές, ερχόταν μανεκέν από την Αθήνα, ράβαμε 200 κοστούμια και αλλάζαμε όλο το μαγαζί, για μια βραδιά.

Αργότερα, έκανα στη Λάρισα δύο ακόμα San Lorenzo - ένα καθαρό κλαμπ κι ένα πριβέ μπαρ. Κι επίσης, έναν πολυχώρο την Πολιτεία, σαν τον Μύλο της Θεσσαλονίκης, αλλά πιο πολυτελές. Όμως, το μυαλό μου ήταν εδώ, στο χωριό και το κτήμα. Είχα φτιάξει, στο μεταξύ, δεύτερη δουλειά με ζώα στο χωριό. Το 1996 κλείνω τον πολυχώρο κι επιστρέφω στο βουνό, για να κάνω το βιολογικό κτήμα. Ο τόπος είχε μόνο πουρνάρια κι έναν οικίσκο. Όλα αυτά τα έκανα με τα χέρια μου, μαζί με τη γυναίκα μου. Υπήρχαν λίγα ιδιόκτητα χωραφάκια και την υπόλοιπη έκταση την αγόρασα, υπάρχει κι ένα κομμάτι που νοικιάζω από το Δημόσιο – σύνολο είναι 3.800 στρέμματα περιφραγμένα.

Η επιστροφή στο βουνό


Μαθήματα Επιβίωσης στα Βουνά της Βόρειας Ελλάδας: Τεχνικές και Εργαλεία

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Μια Γυναίκα που Είχε την Ίδια Ασθένεια με την Kate Middleton Μιλά για το Πόσο Δύσκολα Πέρασε

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.