portrait_ bouzou1
Μουσική

Γιάννης Μωραΐτης: Άμα Δεν Είσαι Αλανιάρης, Δεν Γίνεται στο Μπουζούκι

«Οι καινούργιοι είναι χαρμάνια, δεν ξέρουνε».

«Το μπουζούκι είναι αλάνικο όργανο, γεννήθηκε στη φυλακή και μεγάλωσε στους τεκέδες», μου λέει. «Πρέπει να ζήσεις αυτή τη ζωή, να βγάλεις ταλαιπωρία για να παίξεις μπουζούκι».

Ανοίγει το πακέτο και ανάβει τσιγάρο. Αχνό φως διϋλίζεται από τα στόρια του παραθύρου στο δωμάτιο, αυτός σηκώνεται και φέρνει το αγαπημένο του μπουζούκι στα χέρια. «Θα σου παίξω ένα ταξίμι… Γράφει αυτό;», με ρωτάει για το κασετοφωνάκι της συνέντευξης. «Γράφει», του λέω. Και ξεκινάει ένα σόλο- free style της στιγμής, κέντημα στον αέρα. Πεντάλεπτο ταξίδι που θα κρατήσω για μένα. Σταματάει απότομα. «Εντάξει», λέει. «Αυτό δεν ξαναπαίζεται. Έφυγε. Πάει».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
portrait_ tsigaro.jpg

Στα 77 του χρόνια σήμερα, ο Γιάννης Μωραΐτης είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος μαέστρος του ρεμπέτικου, ο τελευταίος μεγάλος μπουζουκτσής - για να το πούμε με μπέσα, χωρίς φτιασίδια περιττά, με τον δικό του τρόπο δηλαδή. Έχει παίξει με τους θρύλους του ρεμπέτικου τραγουδιού: με τον Μάρκο (Βαμβακάρη), με τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Παπαϊωάννου. Έζησε και δούλεψε παρέα τους. «Από αυτούς έμαθα», μου λέει.

Έπαιξε και στα μεγάλα μαγαζιά, στις πίστες του «καλού κόσμου» - με τον Βοσκόπουλο, τη Μοσχολιού, τον Πάριο. Και πριν 30 χρόνια έκοψε να παίζει στις πίστες. Έκοψε με το μαχαίρι.

Τον συνάντησα δύο φορές. Πρώτα στην γειτονιά του - μιλήσαμε για ώρα, καπνίσαμε και ήπιαμε καφέ. Μετά από λίγες μέρες στο σπίτι του, αφού (νομίζω) με είχε εμπιστευτεί. Σιγοτραγουδήσαμε το Σακάκι του Ανέστη Δελιά: Μη τον βαράτε ρε παιδιά για ένα παλιό σακάκι...

Γύρω μας ένα παλιό γραμμόφωνο από την παιδική του ηλικία, καδραρισμένο το πρόγραμμα του περίφημου στην αθηναϊκή νύχτα “Can Can”, χειραψίες με τον Τσάρλτον Ίστον από τα χρόνια του Χόλιγουντ, ο σκύλος από την κλασική πια αφίσα της αμερικάνικης δισκογραφικής RCA - ίδιος σχεδόν με τον πραγματικό σκύλο που καθόταν σαν κύριος στην καρέκλα, όπως τον απαθανάτισαν μαζί τους οι ρεμπέτες στην κλασική φωτογραφία, 100 (συν πλην) χρόνια πριν. Αραδιασμένα τα μπουζούκια του κυρίου Γιάννη και μια συλλογή από κινηματογραφικές μηχανές προβολής και μπομπίνες. «Αγαπώ πολύ τον Τσάρλι Τσάπλιν», μου λέει.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Του θυμίζω έναν στίχο εκείνης της εποχής - αλλά από τραγούδι του Μάρκου: «να φύγει, τάχα, απ’ την καρδιά/ κι όλο μου το μεράκι/ να φύγει, τάχα, απ’ την καρδιά κι όλο μου το φαρμάκι».

«Αυτό είναι του ‘33», μου λέει. «Δεν το πρόλαβα. Το έχω παίξει όμως, το ξέρω νεράκι». Παρατηρώ τα χέρια του, τα δάχτυλά του σαν συγγραφέα, ή πιανίστα. Με το βραχνά της φωνής του σπάει διαλείμματα σιωπής.

«Η ζωή είναι ένα ανύπαρκτο όνειρο», είπε μετά.

Τα επόμενα λόγια είναι θραύσματα της ζωής του, όπως μου τα διηγήθηκε.  Σαν μια ταινία αν τα μοντάρεις -σε μπομπίνα, όχι στικάκι- για τους θρύλους του ρεμπέτικου. Και την παλιά, underground νύχτα της Αθήνας.

chuck norris.jpg

Ο Γιάννης Μωραΐτης με τον Τσακ Νόρις.

«Από εδώ ξεκίνησα, εδώ ήτανε χωράφια και οικόπεδα αδειανά», μου λέει ενώ πίνουμε τον καφέ μας στην πλατεία της Δάφνης. «Μεγάλωσα εδώ, με το μπουζούκι. Τυραννίστηκα πολύ με τη φτώχεια, ήταν πολύ φτώχεια στο Μπραχάμι τότε, μαρτύριο. Αλλά ήτανε σφηκοφωλιά η γειτονιά εδώ για το ρεμπέτικο, υπήρχανε πολλά κουτούκια και ερχόντουσαν κι από άλλες περιοχές για να μάθουν μπουζούκι».

«Εγώ μικρός έπαιζα κιθάρα και στο μπουζούκι με έβαλε ο αδερφός μου, ο Μητσάρας, μεγαλύτερος από μένα, που έπαιζε τότε με τον (Απόστολο) Χατζηχρήστο. Ήτανε καλό παιδί ο αδερφός μου, έπαιζε με όλους τους παλιούς ρεμπέτες - και με τον Μπέμπη είχε παίξει. Πάνε χρόνια που πέθανε, μετανάστης στη Νότια Αφρική».

«Δεν πήγα σχολείο, τρεις μήνες μόνο στο Δημοτικό και φωνάξανε την αδερφή μου. “Ελάτε να πάρετε το παιδί”, της είπαν. Δεν ξέρω γράμματα, μόνο να διαβάζω λίγο. Τι να τα κάνω (τα γράμματα) κιόλας, λες και σε τράπεζα θα πήγαινα να δουλέψω...».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Έμαθα το μπουζούκι λοιπόν, με πολύ κόπο. Ο πατέρας μου έπαιζε λίγο μαντολίνο, ο μπαρμπα-Διονύσης, οικοδόμος ήτανε, λεβέντης. Η μάνα μου από την Κωνσταντινούπολη ήτανε, Πολίτισσα από την Αρετσού. Έκανε 18 παιδιά - εγώ γεννήθηκα με “προσωπίδα” (το σπάνιο φαινόμενο όπου το μωρό γεννιέται με μια ημιδιαφανή αμνιακή μεβράνη γύρω από το κεφάλι του), το πρόσωπό μου ήταν σαν μέσα σε ένα πέπλο - και λέγανε ότι αυτά τα παιδιά είναι τυχερά».

«Στα 15 μου πήγα σε ένα μαραγκούδικο στο κέντρο της Αθήνας - δούλεψα πάνω από έναν χρόνο για να μαζέψω χίλια διακόσια φράγκα, να πάρω ένα μπουζούκι από την οδό Αθηνάς. Θυμάμαι μου το ‘βάλαν σε μια σακούλα όταν το αγόρασα και αυτή ήταν η καλύτερη χαρά που ένιωσα στη ζωή μου».

«Μετά που κονόμησα και δύο φράγκα πήγα στον Ζοζέφ, τον μεγαλύτερο οργανοποιό του πλανήτη- και έχω από αυτόν ακόμα δύο καλά μπουζούκια, που τα συντηρώ. Λάτρης του Ζοζέφ ήταν ο Μάρκος, μόνο ο Ζοζέφ έφτιαχνε τα μπουζούκια του. Και ο Δελιάς σε αυτόν πήγαινε και όλοι οι μεγάλοι ρεμπέτες. Άγιος άνθρωπος ήταν, εμένα με λάτρευε κι αυτός. Η τέχνη του ήταν δώρο απ’ τον Θεό, τον είχε φωτίσει ο Θεός. Πρόσφυγας ήρθε από τη Μικρασία και πούλαγε σάμαλι έξω από τον σταθμό του τρένου στον Περαία, στο τέρμα. Κι έβαζε σάλιο στα μάτια του για να μην τον πάρει ο ύπνος. Εκεί υπήρχαν πολλά οργανοποιία, πήγε σε ένα βοηθός, έμαθε την τέχνη και μετά έβαλε το ταλέντο του. Τα παιδιά του συνεχίζουν σήμερα την τέχνη του».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Λοιπόν, εμένα του μαραγκού η δουλειά δεν μου άρεσε. Την άλλη μέρα με ξύπνησαν το πρωί - “σήκω να πας στη δουλειά”. “Δεν πάω πουθενά” τους λέω, είχα το μπουζουκάκι μου πλέον. Ήτανε μέσα μου το μπουζούκι, από τότε δεν το απαρνήθηκα ποτέ. Το 1957 έγιναν αυτά, τότε θεωρώ ότι ξεκίνησα».

«Ρεμπέτικα άκουγα τότε, μόνο. Όλους τους μεγάλους μουσικούς του ρεμπέτικου. Είχαμε και ένα γραμμόφωνο, που μάλιστα το έχω ακόμα. Και άρχισα να παίζω μόνος, μου έδειχνε κάποια πράγματα και ο Μητσάρας».

grammofono.jpg

«Βγήκα κόντρα από την οικογένειά μου, από τα “βρες μια δουλειά κανονική” και “ξέρουμε εμείς”. Και 17- 18 χρονών πήγα στη Θεσσαλονίκη. Έπαιζα καλούτσικα. Και πάω σε ένα μαγαζί, 15 τραγουδίστριες ήταν εκεί, άλλο που δεν ήθελα εγώ να παίζω. Τότε μάζεψα λίγα λεφτάκια».

«Γύρισα στην Αθήνα, στη Σατωβριάνδου υπήρχε τότε το μπαράκι του Μάριου όπου πήγαιναν όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες. Αυτά που σου λέω είναι αλήθεια όλα. “Έσκαγε” εκεί ο Μπέμπης, ο Τσιτσάνης, ο Στελλάκης (Περπινιάδης), όλοι οι καλοί τραγουδιστές. Η Σωτηρία Μπέλλου και πολλές τραγουδίστριες εκείνης της εποχής. Δεν είχα μια φωτογραφική μηχανή να τραβήξω μια φωτογραφία να σου δείχνω τώρα...».

«Και ερχότανε και ο Μάρκος (Βαμβακάρης). Τον πήγαινα στη στάση τον Μάρκο για να πάει στην Κοκκινιά, τον βοηθούσα γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει καλά. Τον είχανε “γράψει” κανονικά, ο “τέτοιος”, ο “παλιο...”. Ο Μάρκος ήταν καλός άνθρωπος, κύριος, αλλά τον είχανε παραγκωνίσει. Τον θυμάμαι πώς έβαζε την καρέκλα του, καθότανε και μάζευε τη φανέλα του πάνω. Και μου ζήτησε να παίξω πέντε-έξι τραγούδια, περισσότερα του έπαιξα εγώ, τυχερός ήμουνα. “Ήθελα να ‘μουν μερακλής”, “τικ τακ κάνει η καρδιά μου”, τα θυμάμαι ακόμα. Οι παλιοί έκαναν άλλα κουρδίσματα αλλά μου είχε πει μπράβο για την πενιά μου ο Μάρκος, “φχαριστώ” του λέω, έπαιζα καλούτσικα».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Και μου λέει μια μέρα, “να ‘ρθεις να παίξουμε στο μαγαζί”. Ήταν στην Ιερά Οδό, έτσι “εξοχικό κέντρο” ήτανε, του “Βρανά” λεγότανε και έπαιζε εκεί ο Μάρκος μαζί με τον Στράτο Παγιουμτζή. Για δυο φράγκα, ταλαιπωρία… Ο ίδιος (ο Μάρκος) έμενε σε ένα υπόγειο στη Θηβών, φτωχός άνθρωπος ήταν- εγώ του έδινα κάνα κατοσταρικάκι όταν μου περίσσευε και έκανα παρέα με τους γιους του, τον Στέλιο και τον Ντομένικο και με τον ανιψιό του τον Παλαιολόγο».

«Ο Μάρκος όταν έπαιζε στα “Αραπάκια”, στη Λεωφόρο Καβάλας, δεν του δίνανε λεφτά - πολλοί πελάτες ήταν άνθρωποι της αγοράς και του φέρναν τρόφιμα. Ο ίδιος τούς το έλεγε. Του ζητούσαν παραγγελιές και τον πλήρωναν με τρόφιμα για να πάει στα παιδιά του να φάνε».

«Ή έπαιζε και μετά πήγαινε στη σφουγγάρα - όπου σφουγγάρα είναι το πιατάκι», μου λέει. Και εννοεί το παλιό συνήθειο, ο μουσικός να πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι με ένα πιατάκι όπου κάθε πελάτης άφηνε το φιλοδώρημα που άντεχε η τσέπη του. «Έχω πάει κι εγώ με του Νταλάρα τον θείο στη σφουγγάρα», συνεχίζει ο ίδιος.

«Λοιπόν, μετά την ιστορία του “Βρανά” ξαναπήγα στο μπαράκι, ήτανε η “σφηκοφωλιά” εκεί, κόσμος, πολύς κόσμος. Περιμένανε όλοι για δουλειά σε αυτό το καφενείο, ήτανε κι ένας ατζέντης που έκλεινε μουσικούς και τραγουδιστές. Και μια μέρα που παίζαμε μπουζούκι εκεί, όλα τα καλά παιδιά, έρχεται ο Διονυσίου. Άγνωστος τότε - και έψαχνε ένα μπουζούκι για να παίξουν στη Χαλκίδα. Και του λέει ο ατζέντης “πάρε τον Γιαννάκη που είναι καλός”. Φχαριστήθηκε που παίξαμε στη Χαλκίδα, “θα σε έχω” μου λέει “μπουζούκι δικό μου”. Παίξαμε μαζί 13- 14 χρόνια. Μέχρι που φτάσαμε στα πρώτα μαγαζιά: “Καν Καν”, “Σεραφίνο”, “Στορκ”». 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Με τον Διονυσίου είχαμε παίξει και στο “Σου Μου”. Εκεί έκανε κουμάντο η Αλιφραγκή η Ανθούλα, η απείθαρχη... Κυρία ήτανε στο τραγούδι της - και σαν άνθρωπος, χρωστάω πολλά και σε αυτήν. “Όχι”, έλεγε, “θέλω των Μωραΐτη”. Της έχω παίξει μπουζούκι, δίσκο ολόκληρο. Εκεί (στο “Σου Μου”) γινόντουσαν φασαρίες - έπαιζαν πηρουνιές στον λαιμό, αλλά όχι και το κακό που γίνεται τώρα, με πιστολάδες και τέτοια. “Γιατί σηκώθηκες να χορέψεις;” και τέτοιοι τσαμπουκάδες. Και τους πλάκωνε η Αλιφραγκή με το τακούνι... Τις συνήθισα αυτές τις φασαρίες, παντού γινόντουσαν. Και η αστυνομία ερχότανε κάθε μέρα, για τσακωμούς ή για ψαχτήρια».

«Ύστερα ήμουνα στο “Χρυσό Βαρέλι”, στην Ποσειδώνος, με Πουλόπουλο και Μαρινέλα, 1963 πρέπει να ήταν. Και η κυρία ΓιώταΓιάννα  έλεγε τότε “τον Μωραΐτη θέλουμε, τον Μωραΐτη».

moraitis neos.jpg

Είχατε κάνει όνομα δηλαδή;
Ε, λιγάκι. Λιγάκι.

Πώς σας έβρισκαν;
Ο ένας με τον άλλο. Δεν υπήρχαν τότε τηλέφωνα και τέτοια.

Έχετε πει για τον Μάρκο ότι ήταν αγριωπός σαν φάτσα αλλά καλή ψυχή.
Πολύ καλή ψυχή. Καλός άνθρωπος.

Πολλοί νεότεροι, τώρα που ο Βαμβακάρης είναι θρύλος, μπορεί να νομίζουν ότι ζούσε άνετα, ότι ήτανε οικονομημένος.
Όχι, δεν υπήρχαν αυτά τότε, δεν ήταν έτσι.

Τον Τσιτσάνη τον γνωρίσατε;
Ε βέβαια, αφού του έχω παίξει και τραγούδια. Και συναυλίες έχω κάνει μαζί του. Με αγαπούσε ο Τσιτσάνης πολύ. Και με παραδεχότανε.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τι άνθρωπος;
Ευγενέστατος. Και παραδεχότανε και τον Μάρκο.

Ο Διονυσίου πώς ήταν σαν άνθρωπος;
Μουτζούρης (δεν θέλει να πει πολλά). Φωνή μεγάλη βέβαια. Ράφτης ήτανε πριν το τραγούδι. Ο Βαμβακάρης ήτανε χασάπης.

tsitsanis_ bellou.jpg

Με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τη Σωτηρία Μπέλου.

«Εγω αγαπούσα πολύ τον Τσιτσάνη, τον Καπλάνη», μου λέει. Και θυμάμαι το “Μινόρε του Καπλάνη” σε ηχογράφηση του 1954 στις ΗΠΑ, ένα σόλο που ανεβοκατεβαίνει, ησυχάζει και αγριεύει, σαν στον ρυθμό της ανθρώπινης ψυχής.

«Ο Καπλάνης έπαιζε καλά τα τραγούδια του Χατζηχρήστου - κι αυτόν τον πρόλαβα αμυδρά. Καλοί άνθρωποι, φτωχοί. Η φτώχεια αυτή τους έκανε να γράψουνε ανεπανάληπτα τραγούδια. Τώρα δεν γράφονται αυτά τα τραγούδια- το λαϊκό τραγούδι δεν το ξέρει κανένας».

Αλάνια ήτανε;
Ήτανε. Άμα δεν είσαι αλανιάρης δεν γίνεται στο μπουζούκι. Το μπουζούκι είναι αλάνικο όργανο, γεννήθηκε στη φυλακή και μεγάλωσε στους τεκέδες. Πρέπει να ζήσεις αυτή τη ζωή για να παίξεις μπουζούκι. Εντάξει πρέπει να βγουν και καινούργιοι. Υπάρχουν και σήμερα παιδιά που παίζουνε καλό μπουζουκι, αλλά δεν έχουνε μαγκιά πάνω τους.

Φαίνεται στο παίξιμο αυτό;
Ναι, φαίνεται. Εγώ είμαι αλανιάρης γεννημένος. Και καταλαβαίνω το καλό μπουζούκι από την «ψυχολογία» του, ακούω την ψυχή που βγάζει.

Ο Μπέμπης, που όλο και περισσότερο ακούγεται όσο περνάνε τα χρόνια, σαν σολίστας εφάμιλλος του Χιώτη, τι άνθρωπος ήταν;
Ένα κομμάτι μάλαμα, αλλά έπινε (κάνει την κίνηση με το χέρι στο στόμα).

Αλκοόλ;
Πολύ. Δεν είχε καμιά γιατρειά αυτός. Όπως και άλλοι πολλοί. Εγώ δεν τα πήγα καλά με το πιοτό, ποτέ μου δεν έπινα. Ούτε έπινα, ούτε τζόγαρα. Μόνο το τσιγάρο είχα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
can can.jpg

«Ο Χιώτης και ο Μπέμπης ήτανε θηρία», μου λέει. «Είχανε, όμως, αλληλοβοήθεια μεταξύ τους και ήξερε καλά ο ένας το παίξιμο του άλλου. Ο Μπέμπης το έριξε στο πιοτό, ο Χιώτης πρόσεχε τη δουλειά του, τα τραγούδια του. Και έγινε ο βασιλιάς, στην Columbia ήταν μαέστρος μεγάλος».

«Και με τον Παπαϊωάννου, έχω παίξει», μου λέει. «Πολύ καλός κύριος και ωραία τραγούδια. Όλοι αυτοί, αυτά τα “θηρία” δεν κλέβανε, φτιάχνανε δικά τους τραγούδια - τώρα κλέβουνε αράβικη μουσική. Αυτοί δεν είχανε ούτε μαγνητόφωνα, ούτε ίντερνετ, ούτε ραδιόφωνα. Καθόντουσαν και γράφανε τραγουδάκια δικά τους. Στίχους παίρνανε μόνο από άλλους».

«Ο Τσιτσάνης ήτανε πολύ αυστηρός και με τους τραγουδιστές και με τις τραγουδίστριες. Στίχους δεν έγραφε, αλλά κυρίως διόρθωνε - δηλαδή τους έφερνε στα μέτρα τα δικά του και της μουσικής του. Ήταν φοβερός μπουζουκτσής, από αυτόν έμαθαν και ο Χιώτης και ο Μπέμπης, όλοι τους».

«Ο Χιώτης έπαιζε τα ρεμπέτικα του Τσιτσάνη με κιθάρα, ήτανε άσος κιθαρίστας. Όταν είχα ρωτήσει τον Τσιτσάνη ποιος παίζει ωραία κιθάρα, μου είχε απαντήσει “ο Χιώτης”. Μικρός τότε ο Χιώτης, 22- 23 χρονών αλλά ταλέντο άπιαστο. Ήξερα τον αδερφό του Χιώτη, τον Μιχάλη που είχε καφενείο στην πλατεία Βάθης. “Ρε Μιχάλη” του λέω, “πάρε με ένα βράδυ μαζί να τον δούμε (τον Χιώτη)”, έπαιζε τότε κοντά στο Μουσείο. Και πήγαμε - τον είδα και μου φύγανε τα γόνατα. Πήγαμε μαζί στο καμαρίνι του και του λέει ο Μιχάλης, “ο Γιαννάκης παίζει μπουζούκι”. “Για παίξε” μου λέει ο Χιώτης. Δεν έπαιξα, δεν μπορούσα. Κατάλαβε ο Χιώτης ότι ντράπηκα, δίστασα και μου είπε “μπράβο, μπράβο, να μελετάς". Του λέω, “αυτό κάνω”».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Το 1960 με το τετράχορδο που έφτιαξε, αυτός (ο Χιώτης) άλλαξε το μοτίβο και έβαλε το μπουζούκι στην “καλή κοινωνία”. Τότε ήρθε ο “καλός κόσμος” στο μπουζούκι. Ο Κωνσταντίνος, ο τέως βασιλιάς, πήγαινε κάθε βράδυ στο “Φαληρικό” στον Τσιτσάνη, με Μαρίκα Νίνου τότε και τα λοιπά».

Εσείς το 1960;
Εγώ το 1960 είχα παίξει στο Πέραμα - εκεί ξανάκουσα τον Μπέμπη. Δεκαπέντε τραγουδίστριες και κόσμος πολύς, ναυτικοί από τα βαπόρια μέχρι γυναίκες και νταβάδες από τους οίκους ανοχής.

Άγριο κλίμα εκεί;
Καμιά πηρουνιά έπεφτε και κάνα μαχαίρωμα, αλλά στο είπα, σήμερα τραβάνε πιστόλια αμέσως. Τότε δεν γινόταν αυτό το κακό.

Εσείς είχατε μπλέξει ποτέ σε τέτοια σκηνικά;
Όχι, δεν τα θέλω αυτά. Εγώ κατέβαινα από το πάλκο, πήγαινα στα καμαρίνια και «άστους να σφαχτούνε».

cinema retro.jpg

«Θα σου πω και μια περίεργη ιστορία, μια απροσδόκητη συνάντηση που είχα τότε. Στη Ζωοδόχου Πηγής ήτανε ο Γαϊτάνος - πούλαγε χορδές, όργανα στη Στοά Ορφέως είχε το μαγαζί του. Και πήρα το μπουζουκάκι μου από ‘κει και κατέβαινα - στη Φεδίου ήταν το Εθνικό Ωδείο που είναι εγκαταλειμμένο τώρα. Και ξαφνικά όπως κρατούσα το μπουζούκι βλέπω μια κυρία. “Γεια σου κυρά Μαρία” της λέω. Ήταν η Μαρία Κάλλας. Εγώ παιδάκι ήμουνα τότε, “είσαι καλή τραγουδίστρια” της λέω. “Σε ευχαριστώ πολύ” μου απάντησε, ευγενέστατη. “Εσύ τι κάνεις;” μου λέει. “Παίζω μπουζούκι” της κάνω. “Που παίζεις;” με ρωτάει ξανά. “Στο Πέραμα” της λέω εγώ. Και ήρθε μια κούρσα πολυτελείας και την πήρε. Ήθελα να της πω “δεν έρχεσαι κι εσύ να τραγουδήσεις στο Πέραμα;».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Η Κάλλας έμενε τότε στην Πατησίων, κοντά στο Πολυτεχνείο - κι ένα βράδυ πήγε στον Χιώτη που έπαιζε κοντά στο Μουσείο. Άκουσε και τη Μαίρη Λίντα, το αηδόνι, και όπως σολάριζε αυτός, δεν άντεξε άλλο η γυναίκα και πάει και τον φιλάει».

Έχετε πει για τους ρεμπέτες «τυρρανισμένοι άνθρωποι αλλά τους βρίζανε».
Ε ναι, πού να «πατήσουνε» στην κοινωνία, δεν είχαμε τόπο να σταθούμε. Αλλά ήτανε καλοί άνθρωποι και γράψανε οι μπαγάσηδες ωραία τραγούδια.

«Υπήρχαν και ρεμπέτες που ούτε κάπνιζαν. Ο Τσιτσάνης δεν κάπνιζε. Κι εγώ τους τεκέδες δεν τους πρόλαβα, είχε αποποινικοποιηθεί το μπουζούκι, εγώ δεν το έκρυβα ποτέ το μπουζούκι κάτω από το σακάκι...».

Όπως, ίσως, ο Γενίτσαρης που τον κυνήγαγαν οι χωροφύλακες  στον Πειραιά για τις «καραμέλες».
Του Γενίτσαρη τα τραγούδια εγώ τα παίζω όλα. Και αφού κάναμε παρέα μου έλεγε πράγματα. Αυτός έκανε παρέα με τον Δελιά. Έκαναν μαζί φυλακή στην Αίγινα και του έβγαζε στον ήλιο τις ψείρες του Δελιά.

«Το μαύρο το φέρνανε τότε από την Τουρκία - ο Μπάτης το έφερνε, έκανε κουμάντο στην πιάτσα στον Πειραιά και το μοίραζε στα αλάνια στην Κοκκινιά. Έκανε διάφορα ο Μπάτης, έβγαζε μέχρι δόντια φαντάσου, έκανε τον γιατρό... Τον έχω γνωρίσει αμυδρά τον Μπάτη, καλός κι αυτός στο είδος του».

«Τότε βγάζανε τα μπουζούκια και έπαιζαν όλοι παρέα στην αγορά. “Άκου το δικό μου τραγούδι” έλεγαν ο ένας στον άλλο, άναβαν το μαγκάλι μέσα στον τεκέ και καθόντουσαν όλοι γύρω γύρω. Είχαν όλοι σεβασμό και αγάπη για τον Χιώτη, με το που έβγαζε ο Χιώτης τραγούδι τρέχαν όλοι, ποιος θα το πρωτομάθει. Και με τους δίσκους τα ίδια, όποιος έπαιρνε έναν δίσκο τρέχαμε στο σπίτι του να τον ακούσουμε».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Τα παίζω όλα αυτά τα παλιά, νεράκι», μου λέει και σιγοτραγουδάει το Σακάκι του Δελιά. «Και έχεις ακούσει την “γκρίνια” που είχαν τα μπουζούκια τους; Γιατί κάνανε άλλα κουρδίσματα τότε, εμείς τώρα κάνουμε τα  ευρωπαϊκά κουρδίσματα».

«Τώρα που γέρασα, όλοι πάνε στα μαγαζιά με τα τραπεζάκια- που τα σιχαίνομαι. Και παίζουν μπουζούκι τρίχορδο και αυτοβαφτίζονται ρεμπέτες. Οι καινούργιοι είναι χαρμάνια, δεν ξέρουνε. Θέλουν να “κάνουν” τους ρεμπέτες, παίρνουν τα παλιά τα τραγούδια αλλονών, τα τραγουδάνε και ο κόσμος νομίζει πως αυτοί είναι οι καινούργιοι. Όχι - αφού ρεμπέτης είσαι, δεν γίνεσαι. Εγώ την έχω ζήσει όλη αυτή τη ζωή του λαϊκού τραγουδιού και του ρεμπέτικου. Τα έχω ζήσει όλα φίλε». 

«Πρέπει να έχεις αυτή τη ζωή για να παίξεις μπουζούκι, να έχεις πονέσει. Και αυτό σου βγαίνει στο παίξιμο. Εμένα μου βγαίνει το παράπονο και η αδικία που έζησα, γιατί έχουμε περάσει και bullying πολλά...».

«Αλήτης πρέπει να ‘σαι για να παίξεις μπουζούκι», μου λέει.

portrait_ eyes shut.jpg

Την «αλητεία» την προφέρει με τρυφερότητα, επαινετικά, με συμπάθεια. «Αδέσποτοι ήμασταν», λέει. «Ξυπνάγαμε το πρωί και όπου μας βγάλει η άκρη. Αλλά το μπουζούκι σταθερό, δεξιοτεχνία μέσα μας».

Ο Μωραΐτης, επόμενη γενιά από τον Μπέμπη και τον Χιώτη φημιζόταν για την δεξιοτεχνία του- τα σολαρίσματα και τα ταξίμια του. Τα σόλο του στο στούντιο της Columbia, τα ταξίμια του στην αρχή των τραγουδιών έχουν μείνει στην ιστορία. Αυτοσχεδίαζε και στις ηχογραφήσεις, του το ζητούσαν - «δεν παίζεις κι ένα ταξιμάκι στην αρχή;».  Γιατί ήξεραν πόσο καλός είναι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Τα ταξίμια τα κατέχω πολύ καλά, τους “δρόμους” άριστα- αυτοί που γράφουνε τα καινούργια τραγούδια, κάτι αηδίες, κάτι ξεράσματα, δεν ξέρουνε τους δρόμους τους λαϊκούς», μου λέει.

«Στο ταξίμι, το ταλέντο πού έγκειται;», τον ρωτάω. «Είναι τεχνική; Είναι ψυχή; Είναι μεράκι;».

«Ψυχή. Σίγουρα. Και να γνωρίζεις όμως», απαντάει ο ίδιος. «Βγαίνει από μέσα σου, είναι αυτοσχεδιασμός. Μπορεί να βγει, καλό μπορεί να βγει και μάπα. Ένα ταξίμι το παίζεις μια φορά και τέλος, μετά έφυγε. Ποτέ ξανά δεν θα το παίξεις ίδιο».

Τη δεκαετία του ‘70 ο Γιάννης Μωραΐτης έπαιξε σε μεγάλα μαγαζιά, όπως το “Can Can” και η “Νεράιδα” με Βοσκόπουλο και Μοσχολιού.

«Εκεί παίζαμε άλλου είδους τραγούδια», λέει ο ίδιος. «Θυμάμαι στα “Δειλινά”, ήταν χίλια άτομα κάθε βράδυ. Πάριος, Νταλάρας, Διονυσίου, Αλεξίου- και ο Παπαδόπουλος κι εγώ ήμασταν στα μπουζούκια».

«Υπήρχε όμως ακόμα το bullying», μου λέει. Και εννοεί ότι οι ρεμπέτες αντιμετωπίζονταν ανέκαθεν με κάποιον ρατσισμό, με κόμπλεξ από πολλούς.

«Ο Χιώτης έκοβε και τα μπουλινγκ και όλα - έμπαινε στην Columbia και τρέμαν όλοι. Και τα τασάκια τρέμανε. Κύριος ήτανε, ανεκτίμητος κύριος. Δεν κατηγορούσε κανέναν. Αλλά άμα του κόλλαγε κανένας... Τότε αγρίευε».

«Θα σας πω κι εγώ μια ιστορία που έχω διαβάσει να τσεκάρετε αν ισχύει όντως», του λέω. «Παίζατε στο “Can Can” και ήρθε να σας δει ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Και σας είπε, στην πλάκα κάπως, τι τραγούδια είναι αυτά που παίζετε δεν ντρέπεστε;». 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Ναι, είχε έρθει με του Μάρκου τον αδερφό, τον Αργύρη, καλός μπουζουκτσής κι αυτός. “Τι είναι αυτά τα χάλια;” μας λέει ο Τσαουσάκης. Αυτός είχε μάθει τα δικά του τα μάγκικα, ήτανε παλιός στο λαϊκό και το ρεμπέτικο, άκουσε και τον Βοσκόπουλο και δεν του άρεσε καθόλου το πρόγραμμα».

«Εγώ ήμουνα καλός και τα έπαιζα καλά κι αυτά τα τραγούδια. Κι ας μην είναι σαν τα λαϊκά που εγώ έμαθα και τα  αγαπώ σαν τα ρεμπέτικα».

«Ύστερα έπαιξα και στο Χόλιγουντ», μου λέει. «Γνώρισα τον Τσάρλτον Ήστον, τον Τσακ Νόρις. Συμπαθητικοί κύριοι και οι δύο. Θυμάμαι τον Τσάρλτον Ίστον, πως με κοίταζε καλά καλά όταν έπαιζα τα ταξίμια».

charlton easton.jpg

Στην κάτω φωτογραφία ο Γιάννης Μωραΐτης με τον Τσάρλτον Ίστον.

«Ο πρώτος που πήγε το μπουζούκι στην Αμερική ήταν ο Παπαϊωάννου, γύρω στο ‘56. Ύστερα πήγαν όλοι οι καλοί μπουζουκτσήδες, ο Σπόρος, ο Τσιμπίδης- και ο Χιώτης είχε πάει. Εγώ πήγα το ‘67, παίζαμε σε κέντρα ελληνικά για τους μετανάστες τους δικούς μας αλλά ερχόντουσαν και Αμερικάνοι πολλοί. Λος Άντζελες ήμουνα περισσότερο, το έχω “ξεφτιλίσει” το μέρος εκεί. Κάποιοι πήγαν κι έμειναν μια ζωή, εγώ το περισσότερο που έχω μείνει ήταν έξι μήνες. Μετά δεν άντεχα, έφευγα. Δε μου άρεσε πολύ γιατί μένεις πίσω στο μπουζούκι- δεν το ένιωθα ίδιο, άλλη ενέργεια εκεί».

«Πότε σταματήσατε να παίζετε σε κέντρα;», τον ρωτάω.

«Πάνε τριάντα χρόνια - χαλάσαν τα πράγματα εκεί που έπαιζα εγώ», μου απαντάει. «Στα μεγάλα κέντρα δηλαδή, έπαιξα, εντάξει το φχαριστήθηκα. Με ζητάγανε να πάω και έπαιρνα καλά λεφτά- τυρανισμένος ήμουνα, πήγα. Μετά βγήκαν άλλοι τραγουδιστές και δεν τραγουδάνε λαϊκά τραγούδια αυτοί. Ε, τι να πηγαίνω στα καρεκλάκια; Αυτά δεν τα μπορώ, στο είπα».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
portrait_ bouzou2.jpg

Χρήματα βγάλατε από όλα αυτά;
Έβγαλα. Αλλά είμαι από τη φύση μου φιλότιμος (αντί για φιλοχρήματος) - και δεν κράτησα τίποτα. Πήγα στο Υπουργείο Πολιτισμού για να βγάλω μια μικρή σύνταξη - σε άλλους έβγαλαν, εμένα με “γράψανε”. Ντροπή τους. Αλλά δεν πειράζει, έτσι είναι η κοινωνία μας.

Το μετανιώσατε που δεν τα κρατήσατε τα λεφτά;
Όχι, καλά έκανα. Η ζωή μας είναι ένα όνειρο ανύπαρκτο. Και μετά, κάποιοι που τα κρατήσανε, τους τα ‘φάγαν άλλοι... Εντάξει, την ψιλοβγάζω, είμαι φτωχός αλλά είμαι περήφανος. Με βοηθάει και η αδερφή μου η Μαρία, μου φέρνει ένα φαγάκι, με τακτοποιεί λιγάκι. Και η φίλη μου η Αγγελική που είμαστε μαζί - η θεία μοίρα με έμπλεξε μαζί της, είναι καλή τραγουδίστρια και πάμε μαζί σε καμιά συναυλία. Έχω λίγους καλούς φίλους αλλά με αγαπάει κι όλο το Μπραχάμι.

«Θέλω να συγχαρώ τη τη δημαρχίνα μας που μου έδωσε δύο συναυλίες. Έγιναν στο γήπεδο εδώ, πέρσι- ήμασταν ολόκληρη ορχήστρα και παίξαμε ωραία, τους πήρα τα κεφάλια».

Τώρα, πώς περνάνε οι μέρες σας;
Πίνω κανά καφεδάκι εδώ στην γειτονιά, βγαίνω από το σπίτι. Κάθε μέρα τρεις ώρες, από τις 3 μέχρι τις 6 το απόγευμα, θα παίξω μπουζούκι- και είμαι σε φόρμα. Τώρα νομίζω ότι είμαι πραγματικά καλός στο μπουζούκι, καλύτερος από ποτέ. Γιατί η εμπειρία μεγαλώνει, αλλά η ψυχή παραμένει ίδια”.

Παύση πάλι, σιωπή.

«Κάθε λεπτό που περνάει είναι κι ένα αντίο στη ζωή μας, ένα “γεια σου”», μου λέει.

Κάνε subscribe στο YouTube – VICE Greece.

Περισσότερα από το VICE

Η Ζωή των 20άρηδων στην Τήλο: Επαγγελματικά Ρίσκα, Γαλήνη και Λίγη Πλήξη

Οι Νέες Γυναίκες Κάνουν Μεγαλύτερη Χρήση Χόρτου απ' ό,τι οι Νέοι Άνδρες

Το «Αλκατράζ» του Μεξικού Είναι Ένα All-Inclusive Resort και το Επισκεφτήκαμε

Ακολουθήστε το VICE σε FacebookInstagram και Twitter.