FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Ξέρω τι Έκανες Εκείνο το Καλοκαίρι - Μέρος 1ο

Οι συντάκτες του VICE μοιράζονται "περίεργες" καλοκαιρινές ιστορίες.
VICE Staff
Κείμενο VICE Staff
13 Αύγουστος 2014, 11:00pm

Photo via Flickr user Adrian Fallace

Είναι βαρετά τα τέλεια ελληνικά καλοκαίρια. Είναι γελοίες οι ρομαντζάδες στο Αιγαίο και οι clean cut διηγήσεις του πόσο λιώμα γίναμε στο Remezzo (κάθε νησί έχει και από ένα μπαρ με αυτό το όνομα). Είναι διαστροφικό, το ξέρουμε, αλλά για κάποιο λόγο έχει περισσότερο ενδιαφέρον να διηγήσαι fail σκηνές ελληνικού καλοκαιριού παρά ρομαντικές νύχτες στην άμμο. Από σκηνές που τις παίρνει ο αέρας έως το σοκ του River Party και μεθυσμένες βουτιές σε χαντάκια, οι συντάκτες του Vice περιγράφουν το δικό τους τρελό ελληνικό καλοκαίρι.

H φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση του Φροίξου Φυντανίδη

Φροίξος Φυντανίδης

Ήταν αρχές Ιουλίου, πριν από μερικά χρόνια, όταν αποφασίσαμε με μια παρέα να πάμε για ελεύθερο κάπινγκ σε μια ερημική παραλία στην Εύβοια για ένα διήμερο (δεν καρφώνουμε το μέρος). Δύο άνδρες, δύο γυναίκες, δύο σκηνές, δύο αυτοκίνητα και όπου φύγει τη Παρασκευή το μεσημέρι για τον «παράδεισο». Μετά από κάτι ώρες, φτάνουμε στον προορισμό μας. Σχεδόν άδεια, καθώς υπήρχε μια ακόμα σκηνή στην άκρη της παραλίας και πανέμορφη για ένα όμορφο διήμερο.

Αφήνουμε το αμάξι ψηλά, κατεβαίνουμε με τα πράγματα στη παραλία, πάμε στην άλλη γωνία, βρίσκουμε σκιά και στήνουμε τις σκηνές μας. Το καλύτερο; Όσο τις φτιάχναμε, σκάει και μια γυμνόστηθη τύπισσα από την άλλη σκηνή να μας προσφέρει καρπούζι. Όλα έδειχναν τέλεια. Μάλιστα δεν φύσαγε ιδιαίτερα, έτσι αποφασίσαμε να μην βάλουμε τα μεγάλα στηρίγματα για την άμμο, αλλά τα πιο χαλαρά. Τι να πάει στραβά;

Βουτάμε, αράζουμε λίγο και μετά ανεβήκαμε στην μία και μοναδική ταβέρνα που είχε εκεί κοντά, για φαγητό και ούζα. Πιες το ένα ούζο, πιες το άλλο, κάτσαμε εκεί μέχρι τις 3 και είχαμε γίνει λιώμα. Και έτσι λιώμα παίρνουμε τον δρόμο για τις σκηνές. Με τη διαφορά ότι στην παραλία είχε πιάσει τρελός αέρας - και από τις δύο σκηνές βρίσκουμε μόνο τη μία στη θέση της!

Οι κοπέλες δεν την πάλευαν και έπεσαν για ύπνο, εγώ με το φιλαράκι μου, βρίσκουμε δύο μικρούς φακούς και αρχίζουμε το ψάξιμο. Όλη τη παραλία «χτενίσαμε», σε βράχια σκαρφαλώσαμε, αλλά η σκηνή άφαντη.

Κόντευε να ξημερώσει, να είμαστε κουρασμένοι, λέμε πάμε να κοιμηθούμε στο αμάξι. Πολύ άβολα. Τόσο, που στις 7 το πρωί, τα πήραμε στο κρανίο, πήραμε και το αμάξι και επιστρέψαμε στην Αθήνα.

Όσο για τις κοπέλες; Μπορεί να είναι ακόμα εκεί, όπως και η σκηνή μας. Ένα άδοξο τέλος ενός διημέρου.

Μαρία Λούκα

Πριν δύο χρόνια κάπου εκεί προς τα τέλη Ιουνίου κάναμε με μια μεγάλη παρέα το παραδοσιακό brain storming για να αποφασίσουμε που θα πάμε διακοπές. «Κρήτη» καταλήγει το συμβούλιο. Άρχισαν να μπαίνουν οι πρώτοι ψύλλοι στ' αφτιά μου. Η Κρήτη είναι μεγάλο νησί και θέλει αμάξι για να κινείσαι άνετα. Εμείς ήμασταν 8 και είχαμε 1 αμάξι. Εγώ είχα δηλώσει εξαρχής ότι βαριέμαι να οδηγώ και δε θα κατεβάσω αμάξι. Τα νούμερα δεν έβγαιναν. «Θα νοικιάσουμε» λένε. «Οκ , αλλά ποιος θα οδηγήσει» έλεγα. Αφού πήρα λοιπόν όλες τις απαραίτητες εγγυήσεις ότι δε θα πιάσω τιμόνι, ανεβήκαμε στο καράβι.

Με το που φτάσαμε τα ξημερώματα στα Χανιά, πήγαμε κατευθείαν και νοικιάσαμε ένα αμάξι. Έκατσα στη θέση του συνοδηγού βάση της συμφωνίας και ξεκινήσαμε. Κάποια στιγμή πήραμε λάθος δρόμο -όπως αποδείχθηκε- και καταλήξαμε σε μια ανηφόρα σε αδιέξοδο. «Οπισθεν» λέω στο φίλο μου που οδηγούσε. Το «μπαμ» που ακούστηκε ήταν από το αμάξι που βρισκόταν παρκαρισμένο στα δεξιά και ξανακούστηκε άλλες 2 φορές. «Δε μπορώ» μου λέει. Το βγάζω από την ανηφόρα. «Οκ τώρα ποιος θα οδηγήσει» λέω. Το δοκιμάζουν οι άλλοι 2 συνεπιβάτες κι εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Το αμάξι είχε πρόβλημα στο συμπλέκτη. Πήγαμε να το επιστρέψουμε και μας αποσαφήνισαν ότι δεν υπήρχε άλλο διαθέσιμο.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι είχε καταρρεύσει η συμφωνία μας. Πέρασα την επόμενη βδομάδα στη θέση του οδηγού διανύοντας περίπου 50 χιλιόμετρα καθημερινά για να πάμε στις πιο μαγευτικές παραλίες που είχαμε βρει στο ίντερνετ και βλαστημούσα διαρκώς. Η ακροφοβία όμως που είχα από παλιά, αποδείχθηκε η καλύτερη εκδίκηση για τους φίλους μου. Σε κάθε δρόμο που διπλής κατεύθυνσης πήγαινα από την πλευρά που ήταν δίπλα στο βουνό, ακόμα κι αν ήταν η αντίθεση. Από τότε κάθε φορά που επιλέγουν προορισμό, φροντίζουν η παραλία και τα μπαράκια να μην απέχουν πάνω από 500 μέτρα από το μέρος που μένουμε.

Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση της Αναστασίας Γιάμαλη

Αναστασία Γιάμαλη

Δύο χρόνια πριν. Αποφασίζουμε με τις δύο κολλητές μου να ανέβουμε στο Νεστόριο Καστοριάς για το River Party. Ανήκουμε στην κατηγορία «αν δεν έχει πρίζα δεν έχει πολιτισμό» άρα οι διαβεβαιώσεις πως πρόκειται για κάτι απολύτως οργανωμένο είναι μουσική στ'αυτιά μας. Φτάνουμε μία μέρα νωρίτερα -είχαμε προσκλήσεις γαρ- κάτι καλά παιδάκια μας στήνουν την σκήνη, εμείς κοιτούσαμε όλο δέος. Η μία εκ των τριών λίμαρε τα νύχια της. Επίγειος παράδεισος, ποταμάκι, τουαλέτες, όλα κυλούσαν ρολόι.

Όλα αυτά μέχρι την επόμενη ημέρα οπότε και άνοιξαν «επίσημα οι πύλες» του Φεστιβάλ και μέσα σε λίγες ώρες το Ποτάμι είχε γεμίσει ντουντούκες, περούκες κλόουν, νεροπίστολα, βορειοελλαδίτες εφήβους σε οίστρο και «χωνιά». Το «χωνί» είναι ένας σωλήνας τον οποίο σου εφαρμόζουν βαθειά στον οισοφάγο και καλείσαι να πιείς ότι αλκοολούχα πρόσμειξη χωράει η φαντασία και το πορτ-μπαγκάζ αυτού που είναι στην άλλη άκρη του «χωνιού». Παρηγοριά μας οι συναυλίες, ομολογουμένως εξαιρετικές.

Για τις εξαιρετικές συναυλίες κατάπιαμε ότι επί 5 ημέρες τρεφόμασταν με λουκάνικα (το πιο εύγεστο βρώσιμο του μενού), πίναμε για πρωινό μπύρες, κινούμασταν σε έναν συναυλιακό χώρο που όχι μόνο θύμιζε αλλά μύριζε και σαν σκουπιδότοπος, κάναμε μπάνιο σαν τα γατιά με μαντηλάκια αντιβακτηριδιακά μέσα στη σκηνή διότι οι τουαλέτες ακόμη και το ξημέρωμα είχαν ουρά πρώτης μέρας των εκπτώσεων στα Harrods, ξεπαγιάζαμε τα βράδια από την πτώση της θερμοκρασίας και ο ύπνος μας διακοπτόταν από βουβουζέλες και το πνευματώδες «θα πίνω και θα λέω το River είν΄ωραίο».

Παρεπιμπτόντως, ξαναστήσαμε την σκηνή δυο τρεις φορές επειδή κάποιος σκόνταψε πάνω στα δεκάδες σκοινάκια των σκηνών που μπλέκονταν αρμονικά.

Ωστόσο μάθαμε πως όταν ζητάς καλαμάκι εκεί πάνω, σου δίνουν καλαμάκι που πίνουμε όχι καλαμάκι σουβλάκι. Αυτό.

Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση του Λευτέρη Μπιντέλα

Λευτέρης Μπιντέλας

Αρχές Αυγούστου, 1999. Οι Έλληνες κρέμονται από τα καράβια σαν σταφύλια, τα νησιά βουλιάζουν, οι ξαπλώστρες γεμίζουν, οι κάβες των μαγαζιών αδειάζουν. Είχα πάει μαζί με τέσσερις φίλους (όλοι 18χρονοι) στην Πάρο. Για μπάνιο δεν πηγαίναμε, ξυπνούσαμε αργά και ο προορισμός μας ήταν κάθε απόγευμα η Πούντα Μπιτς. Εκεί υπήρχε ένας τεράστιος γερανός για όσους ήθελαν να κάνουν μπάντζι τζάμπινγκ. Πήδαγες από περίπου 50 μέτρα στην πισίνα. Αποφάσισα να πηδήξω. Όμως, ο προηγούμενος από εμένα είχε παρακούσει τις οδηγίες των υπευθύνων και είχε πηδήξει άτσαλα. Μπροστά στα μάτια μου «έγλειψε» τα τοιχώματα της πισίνας και τη γλύτωσε πολύ φθηνά. Άντε να πηδήξεις μετά απ' αυτό. Τελικά το έκανα...

Τη δεύτερη φορά που την σκαπούλαρα ήταν στην Παροικιά. Είχαμε πάει με τα μηχανάκια στο Camel Club. Ο ένας φίλος είναι λιώμα από το ποτό. Μόλις πάμε να μπούμε στο club, κλείνει η μουσική και ανάβουν τα φώτα. Νόμος Παπαθεμελή. Το ποτό έχει κάνει επιθετικό τον φίλο μας που ελπίζαμε να ξεσπάσει στον χορό. Αφού τσακώνεται με την υπόλοιπη παρέα, αποφασίζω να μείνω εγώ πίσω μαζί του ώσπου να ξενερώσει. Τελικά, στις 7 το πρωί, φεύγουμε άυπνοι με το μηχανάκι για τη Νάουσα. Επιμένει να οδηγήσει. Στη διαδρομή, μας παίρνει και τους δύο ο ύπνος και ξυπνάμε απότομα δίπλα από χαντάκι. Δεύτερη φορά που τη γλυτώνω.

Έπειτα από 14 ημέρες στο νησί, η υπόλοιπη παρέα φεύγει. Μία άλλη παρέα έρχεται στην Πάρο και αποφασίζω να μείνω μαζί τους στο κάμπινγκ. Ζητάω δανεικά από το φίλο που μόλις έχει έρθει, γιατί εγώ έχω ξεμείνει. Μου δίνει 20 χιλιάδες, αλλά αυτό προκαλεί την δυσαρέσκεια των άλλων ατόμων οι οποίοι με αποφεύγουν. Μένω μία ημέρα και βγάζω εισιτήριο επιστροφής. Δίνω τα λεφτά στον φίλο μου και μπαίνω στο καράβι της επιστροφής. Ταξιδεύω βράδυ, μόνος στο κατάστρωμα. Στο πλοίο υπάρχουν περισσότεροι επιβάτες απ' όσους επιτρέπονται. Λίγο έξω από τον Πειραιά, το καράβι σταματάει. Κυκλοφορεί η είδηση ότι είχε μάθει το Λιμενικό για τα παραπάνω εισιτήρια και περίμενε για έλεγχο. «Τρώμε» δύο ώρες ανοιχτά του Πειραιά. Τελικά, όταν πάμε να δέσουμε, το καράβι σκάει στην προβλήτα με δύναμη και προκαλείται πανικός. Μας βγάζουν άρον – άρον από το πλοίο και η περιπέτειά μου τελειώνει εκεί...

Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση της Ντέπυς Κουρέλλου

Ντέπυ Κουρέλλου

Δέκα χρόνια πριν με την μικρή μου αδερφή αποφασίζουμε τον γύρο της Ιταλίας. Ένα μέρος της δηλαδή. Ξεκινάμε κάπως εντελώς ανοργάνωτα με τον οδηγό του Lonely Planet ανά χείρας.

Πρώτη στάση η Βενετία. Η πόλη πανάκριβη. Το κυριότερο πλήρης. Το ακόμα κυριότερο υπό κατάληψη από νιόπαντρα ζευγάρια. Χρειάστηκαν λίγες μόνο ώρες για να αποφασίσουμε τον επόμενο προορισμό μας: Περούτζια. Η ευκολότερη μετακίνηση το τρένο, το περίφημο trainItalia. Βγάζουμε εισιτήρια και συνεχίζουμε τις κούρσες στα κανάλια. Μισή ώρα πριν την αναχώρηση είμαστε στην αποβάθρα, βρίσκομαι το τρενάκι μας και αναζητούμε τις θέσεις που μας αναλογούν. Κάτι ιταλάρες τις είχα καταλάβει και δεν σηκώνονταν ούτε με γερανό. Η μόνη λύση για δικαίωση ο πολύ στραβωμένος ελεγκτής εισιτηρίων. Μία που κοίταξε τα διαπιστευτήρια μας και μια που προχώρησε. Με κάτι γελοία ιταλικά προσπαθούσα να του εξηγήσω το αυταπόδεικτο. Αδύνατο. Δοκιμάζω στα αγγλικά, αλλά η τύχη μας δεν άλλαξε. Αγανακτισμένη του λέω σε άπταιστα ελληνικά, «τι θα γίνει ρε φίλε τελικά, που θα κάτσω;».

Ο Ιταλός τρελάθηκε. Άρχισε να μιλάει πιο γρήγορα από τον Μπενίνι, πιο έξαλλος από τον Μπαλοτέλι. Να χειρονομεί, να μας αγριοκοιτάει. «Κάτι του είπες και εξαγριώθηκε αυτός», παρατήρησε εύστοχα η αδερφή μου. Εμένα όμως το δίκιο με έπνιγε: «Τι του είπα ρε συ Νάνσυ "που να κάτσω" ρώτησα». Νέα εγκεφαλικά, νέες απειλές, νέα βλέμματα οργής. Στις θέσεις μας δεν καθίσαμε ποτέ. Ούτε καν στον διάδρομο, παρά μόνο έξω από την πιο βρωμερή τουαλέτα της υφηλίου, πάνω στα backpacks μας, για ένα ταξίδι έξι ωρών. Πέντε χρόνια μετά ο Αλμπέρτο Μαλεζάνι γίνεται προπονητής του Παναθηναϊκού. Στην αίθουσα τύπου του ΟΑΚΑ μετά από ένα στραβό αποτέλεσμα του Τριφυλλιού, με τον Ηρακλή όταν σε κερδισμένο πέναλτι ο κόσμος του ΠΑΟ φωνάζει στον Έκι Γκονζάλες να το χάσει, ο αλέγρος αλενατόρε αρχίζει να ma che cazzo (μα κε κάτσο), σε καθόλου ελεύθερη μετάφραση «τι στον π…..».

Κι ενώ ο φίλαθλος κόσμος έμενε άναυδος εγώ έλυνα ένα μυστήριο…

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.