bar_unsplash
unsplash.com https://unsplash.com/photos/7q...
Σχέσεις

Δύο Άγνωστοι Δίνουν Ραντεβού σε Ένα Μπαρ στο Παγκράτι Χωρίς να Έχουν Ανταλλάξει Κανένα Στοιχείο

«Την Τετάρτη, στις 10.00 μμ, απ' έξω». Στον αντίποδα του ξεψαχνίσματος του άλλου στα social media, μη μάθεις Instagram, ούτε καν κινητό.

Εκείνο το βράδυ Τετάρτης, σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να περάσει για χριστουγεννιάτικη, με βρίσκει να περιμένω έξω από ένα μικρό μπαρ στο Παγκράτι. Φώτα στους δρόμους σε σχήμα δέντρων και αστεριών, ψύχρα και ελάχιστοι περαστικοί. Όσο στέκομαι ακίνητη, το κρύο γίνεται ανυπόφορο και σηκώνω το κασκόλ μου μέχρι τη μύτη. Με κουκούλες και φουλάρια, μόνο τα μάτια φαίνονται – σκέφτομαι ότι μπορεί να μη με γνωρίσει και χαμογελάω μόνη μου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ακριβώς μια βδομάδα πριν, σε ένα άλλο, ακόμη πιο μικροσκοπικό μπαρ στον Νέο Κόσμο, γνωριστήκαμε πρώτη φορά. Καθόμασταν τόσο κοντά που ήταν κρίμα κι άδικο κάποιος από τους δύο να μη συστηθεί. Τελικά, μας «σύστησε» ένα τραγούδι που το ξέραμε υπερβολικά καλά. Γρήγορα, έρχεται και κάθεται δίπλα μου στο μπαρ. Με έναν σχεδόν άγνωστο, λοιπόν, γύρω στις 03.00 τα ξημερώματα -λίγες μέρες πριν την εφαρμογή των νέων μέτρων- έκανα την πιο χαλαρή και αβίαστη συζήτηση εκείνου του μήνα.

Κανείς απ’ τους δύο δεν προσπαθούσε να στριμώξει τον άλλο για να καταλάβει τη φάση του και να μη χάνει χρόνο, όπως κάνουμε σήμερα κατά κόρον επειδή αντιμετωπίζουμε το φλερτ λες και πηγαίνουμε σούπερ μάρκετ – προσπαθώντας να βρούμε κάποιον που παίρνει «τικ», σε όσο πιο πολλά από τα «κουτάκια» μας γίνεται, για να έχει η γνωριμία προοπτική. Το φλερτ-σούπερ μάρκετ μού το έχει πει μία σοφή μπαργούμαν και το θυμάμαι συχνά-πυκνά, από τότε.

Εκείνο το βράδυ, είναι σαν να πήραμε μια καρφίτσα και «τρυπήσαμε» την καθημερινότητά μας έξω από το μπαρ. Δεν είχε καμία θέση στη συζήτηση. Δεν έμαθα σχεδόν τίποτα για αυτόν και εννοώ τις πρακτικές λεπτομέρειες της ζωής του - ούτε πόσο χρονών είναι, ούτε πού δουλεύει.

Από το πρώτο βράδυ, όμως, έμαθα ότι αρκετές μέρες μπορεί να μη βγει από το σπίτι του, γιατί όταν ξεκινάει να γράφει ένα μουσικό κομμάτι πρέπει να το τελειώσει και ότι απ’ όταν ήταν στο Λύκειο, δεν μπορεί να κοιμηθεί πάνω από τέσσερις ώρες. Γι’ αυτό, πολλές φορές πάει για τρέξιμο το ξημέρωμα ή ανεβαίνει για περπάτημα στον Υμηττό, με το πρώτο φως.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Όλα αυτά μού είπαν πολλά περισσότερα για τον άνθρωπο που είχα απέναντί μου, από το σε ποια εταιρεία δουλεύει, τι ακριβώς κάνει και πόσα χρήματα βγάζει. Δεν είχαμε την αγωνία να κατατάξουμε ο ένας τον άλλο σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, ούτε «να πάρουμε Facebook ή κινητό» για να κριθεί ως πετυχημένη η έξοδος στο μπαρ. Για την ακρίβεια, η πρώτη μας γνωριμία ολοκληρώθηκε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, λίγο πριν σκάσει το πρώτο φως της μέρας, διερωτηθήκαμε σιωπηλά πώς θα συνεχιζόταν η ιστορία. Κάποια στιγμή, πάνω στην κουβέντα είχαμε πει κι οι δύο ότι θέλουμε εδώ και καιρό να πάμε σε ένα πολύ γνωστό μπαρ στο Παγκράτι. Εκείνος το κράτησε και στο τέλος μου είπε: «δεν θα ανταλλάξουμε τίποτα, ούτε Facebook, ούτε μαλακίες, θα βρεθούμε στο μπαρ, σε μια εβδομάδα από τώρα, Τετάρτη στις 22.00».

Γελάσαμε λίγο συνωμοτικά, λίγο αμήχανα, αναγνωρίζοντας ότι αυτή μπορεί να είναι η πρώτη και τελευταία φορά που βρισκόμασταν. Μέσα σε μια βδομάδα, πολλά μπορεί να ανατρέπονταν. Σε μια προσπάθεια να «επικυρώσουμε» τη συμφωνία, περάσαμε ο ένας στο ημερολόγιο του κινητού του άλλου το ραντεβού της Τετάρτης. Δώσαμε ένα φιλί στο μάγουλο και αποχαιρετηθήκαμε.

Είχα περίπου μια δεκαετία να γνωρίσω κάποιον και να μην τον ψάξω στο Facebook. Θεωρούμε πια κανονικό να γινόμαστε stalker του άλλου πριν καν το πρώτο ραντεβού, φτάνοντας με τη σκαπάνη του αρχαιολόγου πίσω στο πρώτο ποστ που είχε κάνει το 2012. Ξεψαχνίζουμε ανελέητα φωτογραφίες σχεδόν παιδικές, με φίλους, πρώην γκόμενους και βγάζουμε συνέχεια συμπεράσματα - «είναι κοινωνικός/εξωστρεφής/πολιτικά ενεργός κι έχει χιούμορ» ή «είναι λίγο κάγκουρας, αλλά εντάξει έχει πλάκα και του αρέσουν τα ταξίδια».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, οι υποθέσεις που κάνουμε για τον άλλον/η δεν βασίζονται στην πραγματικότητα και στην αληθινή διάδραση, αλλά στην τεχνητή εικόνα που έχει κατασκευάσει εκείνος/η για τον εαυτό του. Δεν επικοινωνούμε εμείς, επικοινωνούν οι διαδικτυακές περσόνες μας.

Δεν ξέρουμε -που δεν ξέρουμε- τον εαυτό μας, μπαίνει στη μέση και η πλασματική εικόνα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και γίνεται σχεδόν αδύνατο να γνωρίσεις πραγματικά ποιος είναι αυτός ο τύπος πίσω από το κινητό, η συσκευή που λειτουργεί πια σαν «τσατσά» της ερωτικής μας ζωής. Κι αν δεν γνωρίσεις ουσιαστικά τον άνθρωπο –τι σκέφτεται πριν κοιμηθεί και μόλις ξυπνήσει, όχι πού έφαγε brunch προχθές– είναι αδύνατο να σε συγκινήσει και να συνδεθείς μαζί του. Είναι σαν να μη ζούμε πια ερωτικές ιστορίες, αλλά φανταστικές ιστορίες διαμεσολαβημένης επικοινωνίας στον ψηφιακό κόσμο.

Την εβδομάδα της αναμονής του ραντεβού δεν είχα αγωνία. Δεν είχα κανένα στοιχείο επικοινωνίας, ήξερα μόνο ένα μικρό όνομα. Κι αυτό ήταν απελευθερωτικό. Θα μπορούσε να εμφανιστεί ή όχι, αλλά εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Αυτό εξαρτιόταν από χίλιες παραμέτρους μια ζωής, για την οποία δεν είχα ιδέα. Θα μπορούσε ακόμα και να κολλήσει Covid, να μην έρθει στη συνάντηση και να μην τον ξαναδώ ποτέ, πιστεύοντας πάντα ότι με απέρριψε. Ή να χτυπήσει το σταθερό τηλέφωνο του μπαρ και να με ζητήσει, όπως στις παλιές ταινίες.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μ’ αυτή την ιστορία συνειδητοποίησα ότι το ξεψάχνισμα του άλλου, από Instagram μέχρι Linkedin, έχει πολύ να κάνει με την αίσθηση του ελέγχου που θέλουμε να έχουμε στα πράγματα. Προσπαθούμε να βρούμε, μετά μανίας, τον λάκκο στη φάβα για να ξέρουμε πού πατάμε, να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα.

Μόνο που αυτό δεν είναι έρωτας, αυτό είναι παραμετροποίηση στο Excel. Φοβόμαστε τόσο πολύ το άγνωστο που το σκοτώνουμε όλο – η μαγεία και ο ρομαντισμός φεύγουν μόνοι τους από το παράθυρο. Και είναι κρίμα, γιατί το στοιχείο της έκπληξης είναι το μισό παιχνίδι – τουλάχιστον στην αρχή.

Στην περίπτωση του ραντεβού στο Παγκράτι, το μόνο που μπορούσα να ελέγξω ήταν ο εαυτός μου: το να κάνω ό,τι χρειαστεί για να είμαι ελεύθερη εκείνο το βράδυ. Το γεγονός ότι αν μας τύχαινε κάτι, δεν είχαμε κανένα τρόπο να επικοινωνήσουμε για να αλλάξουμε το ραντεβού, το έκανε όλο πιο σημαντικό και λίγο κινηματογραφικό. Όσο πλησίαζε η μέρα, υπήρχε έξαψη, αλλά όχι αγωνία.

Και φτάνει εκείνη η Τετάρτη. Παίρνω ταξί για να μην αργήσω και 21:59 είμαι απ’ έξω. Δεν βλέπω κανέναν και αποκαρδιώνομαι. Παίρνω τηλέφωνο τον κολλητό μου και του λέω με αγωνία ότι δεν έχει έρθει ακόμα. «Χαλάρωσε. Περίμενε, ένα τέταρτο και αν δεν… έλα σπίτι μου». Η ψύχραιμη αντιμετώπισή του με επαναφέρει, προς στιγμήν, στην πραγματικότητα. Προσπαθώ μάταια να πω στον εαυτό μου ότι μιλάμε για έναν σχεδόν άγνωστό μου άνθρωπο - και να μην έρθει, δεν πειράζει.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν πείθω κανένα, ούτε καν εμένα. Αρχίζω και νιώθω ότι όλοι οι περαστικοί με κοιτάνε και με λυπούνται που ήρθα σε ένα σχεδόν «τυφλό» ραντεβού, με κάποιον που δεν ξέρω ούτε το όνομά του.

Εδώ είναι το σημείο που θα βγάλω γρήγορα το κινητό μου ως «ασπίδα» απέναντι στη σκληρή πραγματικότητα. Σκρολάρω μηχανικά και ανελέητα, χωρίς να θυμάμαι τι διάβασα, μια στιγμή μετά. Ειδήσεις για κρούσματα και διασωληνωμένους μπερδεύονται με σκυλάκια και γατάκια που κάνουν χαριτωμένα πράγματα.

Το πλήρωσα ότι δεν είχα αγωνία όλη την εβδομάδα, μου «έσκασε» όλη μαζί και δεν ξέρω πού να κρυφτώ. Εντωμεταξύ η ώρα έχει πάει 22:09. Ο φίλος μού είπε ένα τέταρτο, αλλά νιώθω ότι δεν θέλω να κάτσω ούτε λεπτό παραπάνω.

Είναι λες και τρώω με τη μαμά μου σε ένα εστιατόριο με cheesy διακόσμηση, γεμάτο ζευγάρια, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου. Όλο λάθος. Πήγε 22:12. «Παραήταν καλό για να είναι αληθινό», σκέφτομαι και αποφασίζω να φύγω. Ρίχνω μια ματιά στο μπαρ μέσα από τη γυάλινη πόρτα και κοιτάζω αμέσως αλλού, για να μη διασταυρωθεί το βλέμμα μου με τους θαμώνες.

Μόλις στρέφω τα νώτα μου, συνειδητοποιώ ότι τον είδα. Απίστευτο. Κάθεται ήδη στην μπάρα και συζητάει με τον μπάρμαν. «Απ’ έξω δεν είχαμε πει;», αναρωτιέμαι. Βγάζω κουκούλες και κασκόλ, στρώνω όσο μπορώ τα μαλλιά μου και τσεκάρω μήπως έχω κραγιόν στα δόντια. Ετοιμάζομαι να μπω στο μπαρ. Πρώτα όμως, στέλνω μήνυμα στον φίλο μου:

- «Τελικά ήρθε. Είναι ήδη μέσα».
- «Απίστευτο. Βρήκες το άλλο σου μισό χαχα».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ