Διασκέδαση

Ο Ηθοποιός Γιάννης Παπαδόπουλος Δεν Ξέρει τι θα Πει Επιτυχία

Το «πορτραίτο» ενός ανερχόμενου Έλληνα ηθοποιού.
VICE Staff
Κείμενο VICE Staff
27 Ιανουάριος 2016, 2:00am

Κείμενο: Δανάη Δραγωνέα**, Φωτογραφίες: **Πάνος Κέφαλος

«Θέλεις καφέ;», με ρωτάει και του λέω ότι είμαι μια χαρά. Μετά από λίγο με ξαναρωτάει αν είμαι σίγουρη. Τον διαβεβαιώνω πως είμαι. Πηγαινοέρχεται στην κουζίνα και, καθώς ετοιμάζει τον καφέ του, σιγοτραγουδάει.

«Ένα νερό μήπως;», με ρωτάει καθώς αφήνει πάνω στο τραπέζι ένα μπολ με μερικά βουτήματα, από αυτά με τη σοκολάτα και την καρύδα. Πηγαίνει για τελευταία φορά μέσα στην κουζίνα και, καθώς επιστρέφει, μου φέρνει μια τεράστια κούπα τσάι με μέλι. «Έτσι για να υπάρχει», μου λέει καθώς μου τη δίνει.

Αποφασίζω να μην φέρω άλλες αντιρρήσεις και του χαλάσω τη διάθεση. Νιώθω σαν να είμαι καλεσμένη σε οικογενειακή επίσκεψη και από μέσα μου με οικτίρω που ήρθα έτσι, με άδεια χέρια.

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι 27 χρονών, έγινε γνωστός για την ερμηνεία του στην πολυβραβευμένη ταινία του Έκτορα Λυγίζου «Το αγόρι που τρώει το φαγητό του πουλιού», ενώ στο θέατρο έχει καταφέρει να συνεργαστεί με μερικούς από τους πιο σημαντικούς Έλληνες σκηνοθέτες. Η πρόταση για την παράσταση «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα», στην οποία πρωταγωνιστεί αυτή την περίοδο και παίζεται στο θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν», ήρθε ενώ είχε πάρει την απόφαση να κάνει μόνο πράγματα που τον αφορούν και όλη την περσινή χρονιά δούλευε ως σερβιτόρος για να τα βγάζει πέρα.

Μένει μόνος του σε ένα σπίτι που βρίσκεται στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας στην πλατεία Αμερικής. Είναι ένα διαμέρισμα γεμάτο φυτά, χάρτες και μερικά καναρίνια. Μένει μόνος του, αλλά το σπίτι του είναι τόσο γεμάτο από πράγματα που περιμένεις ότι από στιγμή σε στιγμή μια ολόκληρη οικογένεια θα ξεπεταχτεί, από κάποιο άλλο δωμάτιο, στο σαλόνι που καθόμαστε. Έχει μεγαλώσει σε μια πενταμελή οικογένεια και μέχρι τα 18 δεν είχε μείνει ποτέ μόνος του, ούτε καν στο δωμάτιό του, αφού κι αυτό το μοιραζόταν. Όταν ήρθε στην Αθήνα και νοίκιασε το δικό του σπίτι, τον πρώτο καιρό δυσκολεύτηκε πολύ καθώς δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί τη μοναξιά και έτσι, απλά, έκανε τα πράγματα που θεωρούσε ότι κάνουν οι άνθρωποι όταν είναι μόνοι στο σπίτι, «σαν να έπαιζα κάποιον ρόλο» λέει.

VICE: Γιατί καναρίνια;
Γιάννης Παπαδόπουλος: Γιατί τραγουδάνε. Και επειδή τους αρέσει η φασαρία. Από μικρός ασχολούμαι με αυτά. Είχαμε πάντα σπίτι μας. Κάποια στιγμή, νομίζω γύρω στα 15, ανέλαβα εγώ τη φροντίδα τους. Στην Αθήνα έχω πάλι από το 2013, που μου έφερε ο φίλος μου ο Γιάννης, τον Maurel. Πλέον έχω 5. Τον Maurel, την Ariane, τον Esteban, τη Lora και τον Αλέξη.

Περίγραψέ μου μια τυπική σου μέρα.
Πρόβα, παράσταση, καφέ στο κέντρο, σπίτι με φίλους. Τέτοια απλά. Δεν βγαίνω συχνά το βράδυ έξω.

Ποιο είναι το καλύτερο κομμάτι και τι σε χαλάει στην καθημερινότητά σου;
Ο καφές στο κέντρο είναι αγαπημένη στιγμή. Με ηρεμεί και με χαλαρώνει. Δεν με χαλάει κάτι για να πω την αλήθεια. Πλέον έχω βρει τρόπο, ακόμη και στις δημόσιες υπηρεσίες και στην τράπεζα, να μην υποφέρω.

Στα 18 μετακομίζεις από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για να φοιτήσεις στο Εθνικό. Πώς πήγε αυτό το ξεκίνημα;
Η σχολή του Εθνικού λειτούργησε περισσότερο σαν μια περίοδος ενηλικίωσης για μένα. Στα 18 ήμουν ακόμα πολύ άβγαλτος, πολύ μαζεμένος. Ακόμα και σχετικά με το θέατρο δεν ήμουν πραγματικά συνειδητοποιημένος. Ήξερα απλά ότι είναι κάτι που μου αρέσει, αλλά η μόνη εμπειρία που είχα ήταν οι σχολικές παραστάσεις. Φαντάσου ότι δεν είχα διαβάσει ούτε ένα θεατρικό, δεν είχα δει κανονικές παραστάσεις, δεν είχα παρακολουθήσει ταινίες, πέρα από αυτές που έπαιζαν στην τηλεόραση. Οπότε, όταν βρέθηκα σε ένα τμήμα που υπήρχαν παιδιά που είχαν ήδη μια θεατρική παιδεία, χρειάστηκε να βρεθεί μια κοινή γραμμή για να προχωρήσω μαζί τους και η προσπάθειά μου να γεφυρώσω αυτό το χάσμα με έκανε να μεγαλώσω κάπως απότομα.

Τι έχεις μάθει για το πώς λειτουργεί το σύστημα;
Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ απλό. Δίνεις μια συνέντευξη και μετά έχεις τρεις προτάσεις. Δυστυχώς, λειτουργεί πάρα πολύ σε σχέση με το πόσο ακούγεται ένα όνομα. Αν ακούγεσαι, υπάρχεις.

Εσύ έχεις εικόνα του πώς ακούγεται το δικό σου όνομα;
Νομίζω αν ρωτήσεις ανθρώπους του χώρου για κάποιους νέους ηθοποιούς, θα είμαι μέσα σε αυτούς.

Ανερχόμενος ηθοποιός;
Ναι, εντάξει. Εύχομαι να μη μείνω εδώ που είμαι.

Σε ενοχλεί αυτή η εμμονή που υπάρχει με τα νέα πρόσωπα; Που κάθε θεατρική σεζόν αναζητάμε άλλους πιο νέους, πιο καινούργιους;
Εμένα αυτό το «όσο πιο νέος είσαι τόσο το καλύτερο για όλους», μου μοιάζει μεγάλη χαζομάρα. Δεν αντιλαμβάνομαι την ηλικία σαν κριτήριο επιτυχίας. Παλιότερα υπήρχε γεροντολαγνεία, έπρεπε να είσαι μεγάλος ηλικιακά για να παίξεις έναν ρόλο. Τώρα πια, πρέπει να είσαι όλο και πιο νέος. Υπάρχει μια μανία με τη νεότητα, κάτι σαν βαμπιρισμός, σαν να έχει προκύψει αυτή την περίοδο μια τρομερή ανάγκη να δούμε νέους ανθρώπους στο προσκήνιο. Αδυνατώ να το καταλάβω. Εν τω μεταξύ, μερικές φορές δεν έχει να κάνει καν με την ηλικία, αλλά μάλλον με μια διάθεση να σε τοποθετήσουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Αυτή η ταμπέλα του «ανερχόμενου» μπορεί να σου μείνει για χρόνια, ανεξάρτητα με το πόσο καιρό μπορεί να βρίσκεσαι στο χώρο.

Τι είναι επιτυχία;
Είμαι σε μια περίοδο που δεν ξέρω τι θα πει επιτυχία. Αυτό που θέλω να κάνω είναι να μπορώ να ανεβαίνω πάνω στη σκηνή, να θέτω ερωτήματα και να προσπαθώ συνεχώς να βρω δρόμους για την απάντηση τους.

Πολλοί νέοι ηθοποιοί έχουν μία ή περισσότερες παράλληλες δουλειές για να μπορέσουν να συντηρηθούν. Νιώθεις ποτέ ότι το να κάνεις θέατρο μοιάζει να είναι πολυτέλεια, ένα χόμπι που πρέπει να δουλεύεις «κανονικά» για να το συντηρείς;
Δεν με ενοχλεί τόσο που πρέπει να κάνω δεύτερη δουλειά. Εννοώ, είναι άσχημο αλλά είναι κάτι που συμβαίνει σε πολλά επαγγέλματα. Κανένας δεν πληρώνεται καλά, κανένας δεν πληρώνεται στην ώρα του. Φυσικό είναι το ίδιο να συμβεί και με το θέατρο. Αυτό που δεν μπορώ να χωνέψω είναι που η τέχνη μπαίνει όλο και περισσότερο στο περιθώριο. Όλο και λιγότερο μοιάζει ικανή να υπάρξει δίπλα στα μεγάλα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή μας. Είναι σαν να είμαστε παγιδευμένοι. Αυτό με ενοχλεί περισσότερο από όλα. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να νιώθεις ότι αυτό που κάνεις δεν είναι χρήσιμο.

Έχεις φίλους ηθοποιούς; Ποια είναι τα βασικά θέματα που συζητάτε μεταξύ σας σε σχέση με το τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός στην Ελλάδα αυτή τη χρονική περίοδο;
Ναι, φυσικά. Αυτό ακριβώς συζητάμε. Τον τρόπο να κάνεις θέατρο. Φυσικά και «νηστικό αρκούδι δεν χορεύει», αλλά αν αποφασίσεις να μπεις στον χορό, πρέπει να χορέψεις, όχι να κάνεις ζέσταμα. Είναι δύσκολος δρόμος, αλλά μοιάζει να είναι κι ο μοναδικός.

Είσαι πολιτικοποιημένος; Τι είναι πολιτική πράξη για εσένα;
Πάντα σκέφτομαι τα πράγματα που κάνω να τα κάνω καλά. Και εννοώ όλα. Το πώς θα χαιρετήσω τον γείτονα, πώς θα σερβίρω τον πελάτη, πώς θα υπάρξω πάνω στη σκηνή. Ο μόνος λόγος να μην είμαι στην Αφρική με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα ή στη Γάζα να εμποδίζω με το σώμα μου τα τανκς, ή στη Λέσβο να υποδέχομαι πρόσφυγες είναι να κάνω καλά τη δουλειά μου. Όταν δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος, δεν πηγαίναμε στα μαθήματα στη σχολή. Ήταν λίγο. Το ίδιο και το καλοκαίρι του '11 στο Σύνταγμα. Έκανα πρόβες και μοίραζα τη μέρα μου ανάμεσα σε αυτές και στην πλατεία. Υπήρχαν μέρες που ένιωθα ότι αυτό που κάνω είναι άχρηστο και άλλες που ήταν σημαντικότερο αυτό που γινόταν στην πρόβα. Πάντα, λοιπόν, ενώ κάνω κάτι σκέφτομαι «Τώρα το κάνεις καλά; Ο κόσμος γίνεται καλύτερος;».

Το έργο του Άκη Δήμου «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα» είναι μια παραλλαγή της νουβέλας «Πρώτη αγάπη» του Ιωάννη Κονδυλάκη, ένα έργο που γράφτηκε το 1919 και εκτυλίσσεται στα βουνά της Κρήτης. Τι το κάνει επίκαιρο;
Εγώ όταν διάβασα την «Πρώτη Αγάπη», δεν είδα να είναι πολύ μακριά από τις καταστάσεις που ζούμε. Δηλαδή, ότι ένας άνθρωπος νιώθει πράγματα που δεν μπορεί να τα εξομολογηθεί, δεν μου μοιάζει σαν κάτι ξένο. Το ότι τότε υπήρχαν τόσο φανερά εμπόδια, απλά έκανε ενδεχομένως να είναι πιο έντονες οι αντιδράσεις. Αυτό πάντως που είναι σίγουρα επίκαιρο έχει να κάνει με την ενηλικίωση που φέρνει μαζί της η πρώτη αγάπη, η πρώτη φορά που ερωτεύεσαι, η πρώτη φορά που επιθυμείς κάποιον.

Το έργο του Κονδυλάκη πραγματεύται μια αγάπη που δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή. Η εκδοχή του Δήμου αφήνει να αιωρείται η υπόνοια μιας δεύτερης μη αποδεκτής σχέσης, αυτή του Γιωργή με τον ξάδερφό του;
Νομίζω ότι ο Άκης Δήμου προσπάθησε να δείξει όλες τις εκφάνσεις της αγάπης. Υπάρχει η μητρική αγάπη, υπάρχει ο έρωτας και υπάρχει και αυτή η αντρική αγάπη. Θεωρώ ότι είναι λάθος να χαρακτηρίσουμε ομοφυλοφιλική την αγάπη του ξαδέρφου προς τον Γιωργή. Υπάρχει αυτή η διάσταση μεν, αλλά πιο πολύ έχει να κάνει με τη σχέση που αναπτύσσουν δύο άντρες όταν έρχονται πολύ κοντά. Νομίζω το ενδιαφέρον της αντρικής αγάπης έγκειται και στις κοινωνικές απαγορεύσεις που υπάρχουν. Ο φόβος ότι μπορεί να χαρακτηριστεί ομοφυλοφιλική μια σχέση αντρών, οδηγεί στο να υπάρχει πάντα ένα μάγκωμα μεταξύ τους. Η ένταση που βγαίνει ως αντίσταση σε αυτό το μάγκωμα έχει μια άγρια ομορφιά και νομίζω ότι αυτού του είδους την αγάπη φέρνει ο Άκης Δήμου στη σχέση των δύο αντρών.

Πώς μαλακώνουν τα κοινωνικά στερεότυπα;
Νομίζω ότι οι δύσκολες κοινωνικές συνθήκες όπως αυτές που ζούμε φέρνουν μαζί τους αλλαγές. Όταν τα πράγματα φτάνουν σε οριακές καταστάσεις ή που κλειδώνουν εντελώς ή που χαλαρώνουν τελείως. Συνήθως συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Δηλαδή, αυτή την περίοδο από τη μια σαφώς και έχει ενισχυθεί πάρα πολύ ο συντηρητισμός αλλά την ίδια στιγμή υπάρχει και η αντίθετη λογική που λέει ότι σε αυτές τις συνθήκες άλλα πράγματα μοιάζουν σαφώς πιο σημαντικά από τις προσωπικές επιλογές του καθενός. Έτσι, με κάποιο τρόπο, μια μερίδα της κοινωνίας γίνεται πιο ανεκτική αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του καθένα να διατηρεί το ζωτικό του χώρο.

Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;
Νομίζω, καλός άνθρωπος. Μέσα από τις πρόβες για την παράσταση γνώρισα την Τάνια Τσανακλίδου και την έχω αγαπήσει πολύ. Για εμένα είναι ένα παράδειγμα πώς ένας άνθρωπος που έχει καταφέρει τόσα πράγματα στο αντικείμενό του μπορεί να σε κερδίζει ακόμα περισσότερο με αυτό που είναι. Από ένα σημείο ξεχνάς αυτό που έχει προσφέρει σαν έργο, γιατί είναι πιο σημαντικό το πόσο καλός άνθρωπος είναι. Και μέσα στο «καλός» χωράω μάλλον την υπομονή, την καλή διάθεση, την καλή πρόθεση, την ανεκτικότητα και τη διαθεσιμότητα να μετακινηθείς για να βρεθεί ένας κοινός χώρος για να συζήσεις με τους άλλους.

Το «Όσα η καρδιά μου στην καταγίδα», από την ομάδα bijoux de kant, θα παίζεται στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, έως τις 21 Φεβρουαρίου.

Περισσότερα από το VICE

Dozen Draft: Από τη Βέροια με Αγάπη

Η Ζωή μιας Ιερόδουλης Μέσα από Φωτογραφίες

Είναι Tόσο Κακό να Κοιμάσαι με την Τηλεόραση Ανοιχτή;

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.