FYI.

This story is over 5 years old.

Διασκέδαση

Πέρασα μια Μέρα με Έναν Έμπορο Speed

O Jon οδηγεί με το ένα μάτι καρφωμένο στον εσωτερικό καθρέφτη του αυτοκινήτου του και τις σακούλες του speed που είναι κολλημένες στο εσωτερικό του πίσω αριστερού τροχού του.
AL
Κείμενο Andoni Lubaki
29.5.15

Tο άρθρο εμφανίστηκε αρχικά στο VICE Spain.

«Είναι συνήθως υγρό όταν το παίρνω στα χέρια μου», μου λέει ο Jon. «Αυτή είναι και η καλύτερη φάση».

Στρώνει μερικές γραμμές σε μια σακατεμένη θήκη από CD, η οποία κατά πως φαίνεται έχει δει αρκετό speed να κόβεται πάνω της.

«Σταμάτησα να γουστάρω την κόκα εδώ και καιρό. Ο κόσμος δεν ψάχνει τέτοιου είδους σπίντα πλέον, ψάχνει κάτι διαφορετικό και κάπως έτσι το speed έγινε και πάλι δημοφιλές», συνεχίζει ενώ γεμίζει διάφορα μπλε και κίτρινα σακουλάκια με αμφεταμίνη.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Το κάθε σακουλάκι είναι ένα γραμμάριο, ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο κι αυτό περιλαμβάνει και το πόσο ζυγίζει το σακουλάκι από μόνο του. Πρέπει να ζυγίζεις το stuff μέσα στο σακουλάκι, αλλιώς η ζυγαριά θα γεμίσει με υπολείμματα σκόνης».

Ο Jon είναι ένας έμπορος speed που ζει σε ένα μικρό χωριό κοντά στο Μπιλμπάο. «Το speed ήταν πάντα δημοφιλές εδώ. Θυμάμαι ότι πριν πάω φυλακή, υπήρχε ένας τύπος σε κάθε μπαρ που το πουλούσε. Αυτές τις ημέρες εγώ συχνάζω σε ένα συγκεκριμένο. Ο κόσμος με εμπιστεύεται επειδή ξέρουν ότι το speed μου είναι πολύ καλύτερης ποιότητας από τις μαλακίες που πουλάνε οι άλλοι. Δεν τους ενδιαφέρει καν ότι είναι υγρό».

Αφού πακετάρει τις τσάντες του, μου λέει ότι θα πάει στο μπαρ στο οποίο συχνάζει και με ρωτάει αν θέλω να πάω μαζί του. Με την περιέργεια να με τρώει σχετικά με το πώς είναι μια ημέρα εργασίας για έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν, τον ακολουθώ.

Όταν φτάνουμε στο μπαρ, δεν προλαβαίνει καν να κάτσει και το γκαρσόνι του έχει δώσει μια μπύρα. Σχεδόν αμέσως, τον πλησιάζει ένας ψηλός μεσήλικας.

«Αυτός ο τύπος είναι ο καλύτερος. Παλιά αγόραζε από μένα, αλλά πλέον έχει οικογένεια. Δεν τον ενδιαφέρει να αγοράζει τέτοια πράγματα. Να σου πω, δεν πάει στο διάολο, θα του δώσω έτσι», λέει ο Jon.

O τύπος παίρνει το «insomnia bag» (το σακουλάκι της αϋπνίας, που είναι και το «παρατσούκλι» της συσκευασίας) και λέει πως «έχει ένα πάρτι σήμερα. Όταν αποφασίζω να βγω, βγαίνω για τα καλά». Στην συνέχεια ρωτάει τον Jon αν είναι υγρό η όχι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Τι στο διάολο με ρωτάς ρε; Ξέρεις ακριβώς τι έχω», του απαντάει ο Jon.

Εξαφανίζεται σε μια από τις τουαλέτες, αλλά δεν λείπει για πολύ. Όταν πλέον βγαίνει, πάει κατευθείαν στο μπαρ και αρχίζει και φωνάζει: «κανείς δεν μπορεί να το κάνει όπως αυτός ο τύπος! Φίλε, δώσε ένα χαρτάκι, θέλω να το στεγνώσω αυτό το πράγμα, κάθε φορά είναι και πιο βρεγμένο. Αν δεν βρωμούσες τόσο θα έλεγα πως κάνεις μπάνιο με αυτό».

«Κόψε την γκρίνια. Ξέρεις ακριβώς τι παίρνεις με μένα», του απαντάει εκνευρισμένος ο Jon.

Μέσα στην επόμενη ώρα, επτά άτομα πλησιάζουν τον Jon, θέλοντας να αγοράσουν. Ένας από αυτούς με κοιτάει καλά-καλά και ρωτάει ποιος είμαι. Ο Jon τον διαβεβαιώνει πως είμαι εντάξει, δεν είμαι «καρφί».

Ένα πράγμα που έχουν κοινό όλοι οι πελάτες, είναι το ότι όλοι ακολουθούν την ίδια ιεροτελεστία: μιλούν στο Jon, πάνε γραμμή για την τουαλέτα και επιστρέφουν με το ένα μάτι δακρυσμένο. Υποθέτω ότι έτσι ξέρεις από πιο ρουθούνι την ήπιαν.

Μέσα σε τρεις ώρες, έχει ξεπουλήσει. «Εδώ και τρία χρόνια κρύβομαι, επειδή οι μπάτσοι με είχαν πιάσει με ενάμιση κιλό speed. Είμαι σίγουρος πως κάποιος με έδωσε. Οι τύποι σήμερα δεν έχουν κανέναν σεβασμό. Ξέρουν ότι μπορούν να βγάλουν εύκολα λεφτά και δεν τους καίγεται καρφί για το ποιος άλλος ήταν στην φάση πριν από αυτούς. Αυτό που πουλάνε είναι σκατά».

Όταν τον ρωτάω να μου πει για την φυλακή, το ύφος του αλλάζει. «Δεν θέλω να μιλήσω για αυτό, ήταν πολύ χάλια», μου λέει πίνοντας μια γουλιά από την μπύρα του. «Από εκείνο το "ταξίδι" και μετά, περπατάω με μάτια στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Αν με πιάσουν πάλι, έχω μπλέξει άσχημα. Μιλάμε για πολύ φυλακή. Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι. Για αυτό και πλέον πουλάω σε μικρές ποσότητες και δεν το κάνω πια την νύχτα. Τότε είναι που σε πιάνουν».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Τώρα που το είπα κιόλας, έχει πάει 6 η ώρα. Πρέπει να πάω σπίτι να "φορτώσω" κι άλλο. Θα έρθει περισσότερος κόσμος σε λίγο».

Οδηγούμε το σαράβαλό του προς το σπίτι του που βρίσκεται στις παρυφές της πόλης. Ανοίγει το ψυγείο και βγάζει μια τεράστια σακούλα με speed. Με 200 γραμμάρια speed βγάζει ολόκληρο μήνα.

Γεμίζει περίπου 20 σακουλάκια και τα ζυγίζει όλα με προσοχή. «Αυτό έχει 0.1 γραμμάριο παραπάνω μέσα, οπότε κάτσε να αφαιρέσω λίγο. Αυτό εδώ μου φαίνεται λίγο πιο βαρύ, αλλά θα το αφήσω έτσι για να νομίζουν ότι είμαι γενναιόδωρος».

Βγάζει έναν μαγνήτη από την τσέπη του και χώνει τα σακουλάκια μέσα, μαζί με έναν ακόμα μαγνήτη. Βγαίνοντας έξω, τα κολλάει στο εσωτερικό του οπίσθιου αριστερού τροχού. «Δεν θα πέσουν και ακόμα και αν μας σταματήσουν θα πούμε ότι δεν είναι δικό μας. Δεν έχουν αποδείξεις. Δεν μπορούν να μας πουν τίποτα».

Ο Jon είναι πολύ προσεκτικός. Στο αυτοκίνητο δεν υπάρχει μουσική και έχει συνεχώς τον νου του εσωτερικό καθρέφτη. Κάνουμε κύκλους γύρω από μερικά τετράγωνα για να σιγουρευτούμε ότι δεν μας ακολουθεί κανείς.


Διαβάστε ακόμα: Όλα όσα Έμαθα ενώ Είχα Σχέση με έναν Έμπορο Χόρτου


Προφανώς και δεν θέλει να μου πει από που παίρνει το speed του. «Θα σου πω μόνο ότι το φέρνω από τα βόρεια της Guipuzcoa, από ένα μικρό χωριό με πολλές βάρκες. Μην περιμένεις όμως να σου δώσω ονόματα και τέτοια. Θα ήταν καταδικαστικό για μένα, μιας μια υπάρχουν άρρωστα "καρφιά" εκεί έξω. Κάποια στιγμή θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα», μου λέει κουνώντας κατηγορηματικά το δάχτυλο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Όταν επιστρέφουμε στο μπαρ, κόσμος πάει και έρχεται, χαιρετούν ο ένας τον άλλον και τον Jon με μια χειραψία, με τα λεφτά να βρίσκονται ανάμεσα από τα δάχτυλά τους. Ο Jon πάντα ζητάει ένα τσιγάρο και αφήνει το «δώρο» μέσα στο πακέτο. Είναι προφανές πως τα άτομα στα οποία πουλάει ο Jon δεν είναι εθισμένοι χρήστες. Οι περισσότεροι μοιάζουν αρκετά «κανονικοί».

«Δεν θα ήταν δύσκολο για μένα να βγάλω χοντρά λεφτά, αλλά δεν θέλω να το διακινδυνεύσω. Μια χαρά την περνάω με αυτά τα λίγα που πουλάω κάθε μήνα. Είναι καλύτερο να έχεις μια ομάδα από έμπιστους πελάτες, από το να προσπαθείς να επεκτείνεις την επιχείρησή σου, πουλώντας σε ένα κάρο αγνώστους σε κάποιο πάρτι. Αυτό είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει», μου εξηγεί.

Καθώς συνεχίζουμε την κουβέντας μας σχετικά με την ποιότητα του stuff που πωλείται αυτόν τον καιρό, ένας καλοντυμένος γκριζομάλλης έρχεται και ρωτάει αν θα μπορούσε να αγοράσει μερικά γραμμάρια. Έχει μόνο ένα πενηντάευρο μαζί του, οπότε μας αγοράζει μια γύρα ποτά και ένα πακέτο τσιγάρα και δίνει τα 30 ευρώ ρέστα στον Jon. Όταν πάει στην τουαλέτα, ο Jon μου λέει πως «αυτός ο τύπος είναι μπάσταρδος».

«Ντύνεται έτσι για να το παίζει αξιόπιστος. Ξέρει πολύ καλά ότι δεν μπορεί να παίξει παιχνίδια μαζί μου. Αν δεν έχει λεφτά, δεν έχει stuff. Έτσι πάει».

Ο γκριζομάλλης φίλος μας επιστρέφει γρήγορα, έχοντας συνειδητοποιήσει πως δεν έχει κάτι με το οποίο να σνιφάρει. Ρωτάει τον Jon αν μπορεί να δανειστεί ένα χαρτονόμισμα στα γρήγορα.

«Ούτε καν», του απαντάει ο Jon.

Εξαφανίζεται στην τουαλέτα, αλλά επιστρέφει και πάλι σχεδόν αμέσως. Κοιτώντας τον Jon στα μάτια λέει: «Δώσε μου ένα από αυτά τα χαρτάκια ρε φίλε. Αυτή η μαλακία είναι μούσκεμα».

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.