Η Ιστορία Ενός Αληθινού Survivor που Συναντήθηκε με τον Θάνατο σε μια Πλαγιά 20 Μέτρων στην Γκιώνα
Μια Αληθινή Ιστορία

Η Ιστορία Ενός Αληθινού Survivor που Συναντήθηκε με τον Θάνατο σε μια Πλαγιά 20 Μέτρων στην Γκιώνα

Ο Αλέξανδρος Κατρίτσης έμεινε σε μια τρύπα για 24 ώρες, περιμένοντας τα διασωστικά συνεργεία που πετούσαν από πάνω του. Αυτή είναι η ιστορία του.
7.6.17

Τον Σεπτέμβριο του 2016, ο Αλέξανδρος Κατρίτσης πήγε μια εκδρομή στην Γκιώνα, για να ξεφύγει. Λίγο πριν πατήσει στην κορυφή της Πυραμίδας, στα 2.500μ. έχασε τον προσανατολισμό του για να προσγειωθεί ανώμαλα στο πλάτωμα μιας πλαγιάς βάθους 20 μέτρων. Εκεί μέσα σε μια τρύπα, στα 21 του χρόνια, περίμενε για 24 ώρες τα διασωστικά συνεργεία που πετούσαν από πάνω του αλλά δεν τον έβλεπαν. Αυτή είναι η ιστορία του.


Κάνω συχνά εξορμήσεις στη φύση, χωρίς να ανήκω σε κάποιο ορειβατικό σύλλογο. Μου αρέσει, με ηρεμεί. Ο Σεπτέμβριος του 2016 ήταν ιδιαίτερος για εμένα. Μόλις είχα χάσει τον παππού μου. Μεγάλωσα μαζί του, ήμασταν πολύ δεμένοι και η απώλεια αυτή, μου στοίχισε. Είχα καιρό να πάω μια εκδρομή και με έναν φίλο μου θεωρήσαμε πως θα μου έκανε καλό να ξεφύγω λίγο από την Αθήνα. Να ξεχαστώ. Πράγματι, ξεχάστηκα.

Ξεκινήσαμε χαράματα για τον Παρνασσό. Ήμασταν με το τζιπ του και μπήκαμε σε ποτάμια, μονοπάτια, χαράδρες, φαράγγια. Δεν θυμάμαι ποιανού ιδέα ήταν, αλλά κάποια στιγμή σκεφτήκαμε να πάμε και στην Γκιώνα, που εγώ δεν είχα επισκεφτεί ποτέ.

Επιχείρησα να τηλεφωνήσω ξανά στον φίλο μου. Δεν προλάβαμε, όμως, να πούμε τίποτα γιατί η μπαταρία έσβησε. Κι από το σημείο αυτό ξεκινάει μια μεγάλη περιπέτεια.

Φτάσαμε απόγευμα. Ανεβαίναμε με το τζιπ όταν αποφασίσαμε να ανέβουμε στην Πυραμίδα, την πιο ψηλή κορυφή του βουνού - υψόμετρο 2.500μ. Φυσικά εκεί δεν πήγαινε το τζιπ, έπρεπε να πάμε με τα πόδια. Το έδαφος ήταν πετρώδες. Πέτρες και βράχοι παντού. Ούτε ζώα δεν ζουν σε αυτό το υψόμετρο. Κρύο δεν αισθανόμουν ίσως επειδή βρισκόμουν σε κίνηση. Φορούσα κοντομάνικο, φόρμα και αθλητικά παπούτσια.

Εγώ πήγαινα πολύ πιο γρήγορα από τον φίλο μου, που ήταν αρκετά μεγαλύτερος σε ηλικία. Πήγαινα γρήγορα και δεν σταματούσα. Ήμουν τόσο ψηλά που, όταν κοίταζα κάτω, έβλεπα τα σύννεφα από ψηλά. Σκεφτόμουν «θα φτάσω στον Δία, θα φτάσω στον Θεό». Εκείνος μου φώναζε «μην πας πολύ ψηλά», αλλά παρασύρθηκα. Ξέρεις, από εγωισμό, πως εγώ θα φτάσω ψηλότερα και ποιος με φτάνει. Την είδα περίεργα. Το πήρα όλο λάθος. Δεν μπορείς να πεις ότι κατακτάς το βουνό. Εσύ είσαι μια κουκίδα και το βουνό είναι βουνό. Μπορεί να μου βγήκε η πίεση που είχα όλες αυτές τις ημέρες με τον θάνατο του παππού. Δεν ξέρω. Πάντως μου ξύπνησε κάτι άγριο, κάτι κατακτητικό. Ταυτόχρονα είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν κοντά στον Θεό. Ίσως εκείνος θύμωσε, να το θεώρησε βλασφημία και έτσι μου έφερε ένα σύννεφο να χαθώ μέσα του.

Η κορυφή ήταν ένα μέτρο μακριά όταν ξαφνικά μέσα σε δύο λεπτά με περικύκλωσε ομίχλη. Δεν έβλεπα πια στο ένα μέτρο. Παρόλα αυτά συνέχιζα να ανεβαίνω κι όταν διαπίστωσα πως η ομίχλη δεν διαλυόταν, παρέμεινα στάσιμος για να σκεφτώ. Άρχισα να φωνάζω στον φίλο μου, αλλά δεν έπαιρνα απάντηση. Τότε αγχώθηκα για εκείνον, πως κάτι, ίσως, του συνέβη κι άρχισα να κατεβαίνω. Είχα, όμως, χάσει τη ψυχραιμία μου, πανικοβλήθηκα και αποπροσανατολίστηκα. Ακολούθησα εντελώς λάθος διαδρομή, κι αντί να πάω όλο κάτω ευθεία πήγα πλαγίως. Στο μεταξύ η μπαταρία στο κινητό μου βρισκόταν στο 5% κι ο φίλος μου είχε αφήσει το δικό του κινητό στο τζιπ. Μη γνωρίζοντας τι θα ακολουθήσει, το επόμενο τηλέφωνο που έκανα ήταν στην Αστυνομία. Ειδοποίησα πως χάθηκα και επιχείρησα να τηλεφωνήσω ξανά στον φίλο μου που επιτέλους το σήκωσε. Δεν προλάβαμε όμως να πούμε τίποτα, γιατί η μπαταρία έσβησε. Κι από το σημείο αυτό ξεκινάει μια μεγάλη περιπέτεια.

Κανονικά έπρεπε να μείνω στάσιμος. Να μείνω εκεί ώστε να μπορέσουν να με βρουν, αλλά καθώς δεν έπαιρνα απάντηση, ενώ φώναζα συνέχεια, άρχισα να περιπλανιέμαι. Στα πέντε-έξι χιλιόμετρα είδα ένα καταφύγιο κι αποφάσισα να πάω εκεί. Όπως φαντάζεσαι, δεν ήταν μια διαδρομή ευθεία. Είχε αναβάσεις και καταβάσεις. Ήταν πλέον σούρουπο κι έπρεπε να κινηθώ γρήγορα, να προλάβω τη νύχτα.

Γδάρθηκα παντού. Ακόμα έχω τις εκδορές εννιά μήνες μετά. Άνοιξαν οι αγκώνες, τα μπράτσα, τα χέρια μου. Έμεινα κάτω πέντε λεπτά. Ένιωσα σαν να με χτύπησε αυτοκίνητο.

Ανέβηκα και κατέβηκα πολλές πλαγιές. Δεν ήταν εύκολο. Περπατούσα πλαγίως, σε κλίση, το σώμα μου έγερνε, ώσπου βρέθηκα σε μια πλαγιά κατακόρυφη, που έπρεπε να κατέβω αν ήθελα να φτάσω στο καταφύγιο. Ήταν τόσο απότομα, όμως, που έπρεπε να την καταρριχηθώ με τα χέρια. Ήταν ένας-ενάμιση όροφος ύψος και κατέληγε σε ένα ξέφωτο. Κατέβαινα, κατέβαινα ώσπου πια δεν έβρισκα στηρίγματα. Τότε αποφάσισα να πηδήξω ∙ θεωρούσα πως ήταν ένα ύψος που το «είχα». Είχα υπολογίσει πως θα προσγειωνόμουν στα πέλματα, όπως στις ταινίες. Κατά την πτώση, όμως, το σώμα μου άλλαξε κλίση. Έφυγα κάτω με όλο μου το βάρος κι η πρόσκρουση ήταν άγρια. Έπεσα μπρούμυτα και βρήκα στον θώρακα, την κοιλιά, τα γόνατα. Μου έφυγαν τα γυαλιά, τα παπούτσια. Γδάρθηκα παντού. Ακόμα έχω τις εκδορές, εννιά μήνες μετά. Άνοιξαν οι αγκώνες, τα μπράτσα, τα χέρια μου. Έμεινα κάτω πέντε λεπτά. Ένιωσα σαν να με χτύπησε αυτοκίνητο. Όταν συνήλθα, επιχείρησα να σηκωθώ βάζοντας δύναμη στα πόδια. Δεν μπόρεσα όμως. Είχε κοπεί ο επιγονατιδικός σύνδεσμος στο αριστερό πόδι. Βέβαια, εγώ δεν το γνώριζα τότε, νόμιζα πως είχα διαλύσει το γόνατό μου, αφού πιάνοντάς το δεν υπήρχε καν κόκκαλο. Όταν κόβεται αυτός ο σύνδεσμος, το γόνατο δεν μπορεί να κάνει κάμψεις. Ούτε βέβαια να το τεντώσεις μπορείς. Δεν δέχεται αντίσταση, λυγίζει.


Hotel Yazidi: Τα Θύματα του ISIS που Βρήκαν Καταφύγιο στην Ελλάδα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Μες στην ατυχία μου ήμουν τυχερός, διότι εκεί που έπεσα στα πέντε έξι μέτρα υπήρχε μια μικρή τρύπα, σαν σπηλιά. Τι σπηλιά; Τρύπα ήταν. Μόνο το σώμα μου χωρούσε, τα πόδια μου ήταν έξω και δεν είμαι ψηλός. Σύρθηκα εκεί. Μάζεψα χόρτα από κάτω και τα έβαλα μέσα στο t-shirt μου για να με κρατήσουν ζεστό και άλλα για να ξαπλώσω πάνω τους. Πλέον είχε βραδιάσει. Το πήρα απόφαση πως εκεί θα έβγαζα τη νύχτα.

Το βράδυ ήταν αιωνόβιο. Δεν έχω περάσει μεγαλύτερη βραδιά. Δεν τελείωνε. Είχε πανσέληνο που έκανε τη νύχτα μέρα, αλλά αυτό με μπέρδευε, γιατί από την υποθερμία, την εξάντληση, την πείνα και τον πόνο νόμιζα πως είχα παραισθήσεις. Νόμιζα πως κάποιος μου κάνει πλάκα.

Ξυπνούσα ανά διαστήματα και φώναζα. Το μόνο που άκουγα ήταν ο αντίλαλος της φωνής μου. Άσχημο συναίσθημα.

Η θερμοκρασία πρέπει να βρισκόταν στους μηδέν. Έτρεμα από το κρύο. Πίεζα τον εαυτό μου να μείνω ξύπνιος διότι φοβόμουν πως αν κοιμηθώ δεν θα ξυπνήσω ξανά. Φοβόμουν, επίσης, μην έρθει κάποιο άγριο θηρίο, ενώ γνώριζα πως σε αυτό το ύψος δεν ζουν ζώα. Το μόνο θηλαστικό ήμουν εγώ.

Κάποια στιγμή επιτέλους ξημέρωσε. Είπα μέσα μου «ήρθε η ώρα να φύγω». Σέρνομαι ανάσκελα έξω από την τρύπα και τι πάω να κάνω ο τρελός; Ήθελα να κατέβω ένα ακόμα γκρεμό που ήταν μπροστά μου για να φτάσω στο ποτάμι, πιστεύοντας πως εκεί θα ήταν πιο εύκολο να με βρουν. Έσπρωχνα με το δεξί πόδι και σερνόμουν. Αλλά πώς να κατέβω έτσι; Οι πέτρες στο μεταξύ ξεκολλούσαν από το έδαφος και θα με παράσερναν και εμένα σε νέα πτώση. Ευτυχώς κάπου μάγκωσα το δεξί πόδι κι παρέμεινα σταθερός. Δεν γινόταν με τίποτα να κατέβω. Γύρισα πίσω στην τρύπα μου.

Μέσα στην απελπισία μου σκέφτηκα τη μάνα μου, που την έχω χάσει. Της έκανα επίκληση. Της μιλούσα δυνατά. Φώναζα σε εκείνη και τον Θεό «γιατί με αφήσατε εδώ πάνω, τώρα, εμένα;».

Όταν βγήκε ο ήλιος, με ζέστανε και μπόρεσα και κοιμήθηκα. Ξυπνούσα ανά διαστήματα και φώναζα. Το μόνο που άκουγα ήταν ο αντίλαλος της φωνής μου. Άσχημο συναίσθημα. Να είσαι μόνος, χτυπημένος, αβοήθητος και το μοναδικό σου όπλο να είναι η φωνή σου που κι αυτή μετά από ώρες να αισθάνεσαι πως δεν βγαίνει. Κι όμως, εκεί να προσπαθείς, να φωνάζεις με όλη σου τη δύναμη και πάλι απάντηση να μην παίρνεις πέρα από τον αντίλαλο. Και να σκέφτεσαι πως μόνο αυτό μπορείς να κάνεις και να δίνεις, να προσπαθείς επειδή αυτή ήταν η μόνη σου ελπίδα. Κι ο λαιμός σου να είναι ξερός, γδαρμένος. Κι η φωνή σου να βγαίνει όλο και πιο αδύναμη.

Μέσα στην απελπισία μου σκέφτηκα τη μάνα μου που την έχω χάσει. Της έκανα επίκληση. Της μιλούσα δυνατά. Φώναζα σε εκείνη και τον Θεό «γιατί με αφήσατε εδώ πάνω, τώρα, εμένα;

Ήμουν έτοιμος να περάσω ένα ακόμα βράδυ στην τρύπα. Έφαγα λίγα χόρτα κι προετοιμάστηκα ψυχολογικά όταν άκουσα από το πουθενά φωνές.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το καταμεσήμερο ξύπνησα για τα καλά. Προσπάθησα να ανοίξω και πάλι το κινητό. Είχα 2%. Από τις ώρες που παρέμεινε κλειστό η μπαταρία επαναφορτίστηκε. Κάλεσα ξανά την Αστυνομία, χωρίς βέβαια να γνωρίζω το στίγμα μου για να τους κατευθύνω ακριβώς. Λίγη ώρα μετά όμως εμφανίστηκε το ελικόπτερο. Χτένισε όλο το βουνό αλλά εμένα δεν με έβρισκε. Στέκονταν από πάνω μου χωρίς να με βλέπουν. Μάλλον με κάλυπτε ο βράχος. Βγήκα κανά μέτρο από το βράχο, κούναγα χέρια όσο μπορούσα αλλά τίποτα. Το ελικόπτερο ερχόταν ανά μισάωρο - ξανάφευγε και ξαναερχόταν. Ήταν πολλές φορές κοντά μου αλλά δεν είχε επαφή κι όσο δεν με έβλεπαν απογοητευόμουν. Έφτασε το απόγευμα και τα σύννεφα. Το ελικόπτερο έφυγε. Ήμουν έτοιμος να περάσω ένα ακόμα βράδυ στην τρύπα. Έφαγα λίγα χόρτα κι προετοιμάστηκα ψυχολογικά όταν άκουσα από το πουθενά φωνές. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Απάντησα στις φωνές με τη δική μου. Ήταν οι διασώστες της 7 ης ΕΜΑΚ από την Λαμία. Μου έδωσαν νερό, σάντουιτς, σοκολάτες, ρούχα. Όμως δεν είχαν φορείο, λόγω ελλείψεων της υπηρεσίας τους.

Όλοι στο νοσοκομείο με κοιτούσαν. Έμοιαζα σαν να είχα γυρίσει από τον πόλεμο. Είχα σωθεί.

Σχεδιάζοντας την επιχείρηση διάσωσης διαπίστωσαν πως δεν γινόταν να έρθει εκεί το ελικόπτερο και χωρίς φορείο ο μόνος τρόπος ήταν να με κουβαλήσουν στην πλάτη τους, δεμένο, σε ανηφορικό και ανώμαλο έδαφος. Μπράβο τους, εγώ δεν θα μπορούσα να το κάνω. Και δεν ήταν πιτσιρικάδες, ήταν 50άρηδες, που αμείβονται με 900 ευρώ τον μήνα.

Όταν φτάσαμε σε ύψωμα, άναψαν φωτιά για το ελικόπτερο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Με μετέφεραν στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Περιμέναμε μια ώρα να έρθει το ασθενοφόρο – μάλλον δεν υπάρχουν αρκετά για να καλύψουν όλα τα περιστατικά.

Στο νοσοκομείο συνάντησα τους δικούς μου - τον πατέρα μου και τον φίλο μου. Ήταν και οι δύο πολύ φορτισμένοι συναισθηματικά. O φίλος μου ήταν νευριασμένος. Όλοι στο νοσοκομείο με κοιτούσαν. Έμοιαζα σαν να είχα γυρίσει από τον πόλεμο. Είχα σωθεί.

Τώρα βρίσκομαι σε περίοδο αποκατάστασης. Ο επιγονατιδικός σύνδεσμος που μου κόπηκε, είναι από τους πιο δυνατούς στο ανθρώπινο σώμα. Για να κοπεί, θέλει τσεκούρι. Εγώ πρέπει να έπεσα σε πέτρα. Έχω κάνει δύο χειρουργεία. Δεν θέλω να κατηγορώ τους γιατρούς ρε παιδί μου, αλλά στο πρώτο χειρουργείο προκειμένου να ενώσουν τον σύνδεσμο έπρεπε να βάλουν βίδα. Για να βάλουν βίδα έπρεπε να τρυπήσουν το κόκκαλο. Καθώς τρυπούσαν, έσπασε το τρυπάνι κι έχει μένει ακόμα εκεί ένα κομμάτι. Ήμουν με επισκληρίδιο αναλγησία και τα άκουγα όλα. Στο δεύτερο χειρουργείο, που χρειάστηκε για να αφαιρεθεί η βίδα, μετά από τρεις μήνες, πάλι δεν μπόρεσαν να το βγάλουν το κομμάτι από το τρυπάνι – ήταν πολύ βαθιά στο κόκκαλο. Μου είπαν πως δεν θα μου δημιουργήσει πρόβλημα σε τίποτα, ούτε στα αεροδρόμια. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Ακόμα δεν έχω πάει ταξίδι. Όταν πάω, θα μάθω.

Τώρα κάνω ενδυνάμωση στο γυμναστήριο. Ξέρω πώς να επαναφέρω το σώμα μου επειδή σπούδασα προπονητική – κάνω την πρακτική μου- και πάντα είχα καλή σχέση με τη γυμναστική. Για την ακρίβεια, με έχει σώσει η γυμναστική. Με έχει βοηθήσει να φτιάξω το χαρακτήρα μου, την ψυχολογία μου, το σώμα μου. Δεν ξέρω τι θα ήμουν χωρίς τη γυμναστική. Και στο βουνό, η καλή φυσική μου κατάσταση με βοήθησε.

Διαβάστε ακόμη: Ο 20χρονος Έλληνας που Επέζησε από τον Καρκίνο και «Πεθαίνει» για το Bodybuilding

Δεν ξέρω γιατί σώθηκα. Ξέρω ότι έτσι έγινε. Έλεγα μέσα μου πως θα αντέξω, θα αντέξω και μια εβδομάδα αν χρειαστεί. Θα αντέξω όσο μπορώ μέχρι να με βρουν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αντίκρισα τον Χάρο. Και πάλι τον έφτυσα στα μούτρα όμως. Πριν δύο χρόνια είχα ένα ατύχημα με τη μηχανή και κατέληξα στην εντατική πέντε μέρες. Δεν συγκρίνεται, όμως, με την περιπέτεια στο βουνό. Αυτή ήταν μια εμπειρία που ποτέ δεν θα ξεχάσω, που με άλλαξε σαν άνθρωπο. Με έκανε να αμφισβητώ τα πάντα. Έχω αλλάξει πεποιθήσεις, απόψεις. Το πώς βλέπω τη ζωή. Πλέον, αυτή θέλω να κατακτήσω, όχι τα βουνά.

Περισσότερα από το VICE

Είμαστε Όλοι Πειραματόζωα σε Ένα Αποτυχημένο Πείραμα Δεκαετιών

Πρόσωπα Όμορφων Ανθρώπων την Ώρα που Έρχονται σε Οργασμό

Η Ιστορία Πίσω από το Viral Βίντεο με τον Τριτοδεσμίτη και την «Πανωλεθρία»

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.