Εννέα Χρόνια Μετά τη Δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, Τίποτα Δεν Είναι Αυτονόητο
Άποψη

Εννέα Χρόνια Μετά τη Δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, Τίποτα Δεν Είναι Αυτονόητο

Μερικές λέξεις για μια δολοφονία που σε ορισμένους δεν δίδαξε τίποτα.
Άννα Νίνη
Κείμενο Άννα Νίνη
7.12.17

Στις 6 Δεκέμβρη, πριν από εννέα χρόνια μια σφαίρα που έφευγε από το όπλο του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα διαπερνούσε την καρδιά του Αλέξη Γρηγορόπουλου και καρφωνόταν στον δέκατο θωρακικό σπόνδυλο του σώματος του. Ελάχιστα μέτρα πίσω του βρίσκονταν οι φίλοι του. Ένας εξ αυτών και ο Νίκος Ρωμανός. Στην ίδια ηλικία , στην ίδια παρέα, στο ίδιο σχολείο. Είδαν τον κολλητό τους να δολοφονείται εν ψυχρώ και λίγες ημέρες αργότερα μετέφεραν το φέρετρο του στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου. Τον είδαν να κηδεύεται και άκουσαν αυτόν τον τρομακτικό ήχο που δημιουργεί το χώμα όταν συναντά το ξύλο του φέρετρου. Είναι ο ήχος του αποχωρισμού.

Εικόνα από το κέντρο της Αθήνας χθες

Σε ένα αστυνομοκρατούμενο κλίμα πραγματοποιήθηκαν χθες και οι δυο πορείες που ήταν προγραμματισμένες στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Το πρωί, στη μαθητική διαμαρτυρία που ξεκίνησε με ένα υψωμένο πανό το οποίο έγραφε «Δεν θα ανεχτούμε άλλες μάνες δίχως γιους», σημειώθηκαν μικρής έντασης επεισόδια όταν ομάδα νεαρών έριξε βόμβες μολότοφ και πέτρες εναντίον των αστυνομικών στα Προπύλαια, με τις ομάδες καταστολής να απαντούν κάνοντας χρήση χημικών. Μετά την ολοκλήρωση της πορείας στις 2 το μεσημέρι, σε ένα κέντρο που έμοιαζε με φρούριο διαδηλωτές και ΜΑΤ συγκρούστηκαν στην πλατεία Ομονοίας δημιουργώντας μικρής έντασης επεισόδια.

Στην απογευματινή πορεία που είχε προγραμματιστεί για τις 6 το απόγευμα δεν υπήρξε κανένα επεισόδιο. Η πορεία ξεκίνησε λίγο πριν τις 7, πέρασε από τη Σταδίου και το Σύνταγμα για να φτάσει και πάλι στα Προπύλαια απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Περίπου στις 8 τα πανό μαζεύτηκαν, τα συνθήματα σταμάτησαν και όλοι άρχισαν να κατευθύνονται προς το μνημείο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.

Περπατώντας προς τα Εξάρχεια μπορούσες να μυρίσεις το δακρυγόνο που έφερνε ο αέρας. Όχι αρκετά ισχυρό ώστε να φορέσει κάποιος μάσκα, αλλά αρκετά δυσάρεστο για να σου προκαλέσει κάμποσο βήχα και τσούξιμο στα μάτια. Η Στουρνάρη ήταν άδεια, το Πολυτεχνείο έμοιαζε ερημωμένο με τα ΜΑΤ και άνδρες της Ασφάλειας με πολιτικά να κάθονται δίπλα τους παίζοντας με τις ασπίδες τους. Τα οδοφράγματα ήταν ήδη έτοιμα. Ψηλά όσο ποτέ άλλοτε, έκοβαν ένα δρόμο στα δυο και σου απαγόρευαν να δεις από την απέναντι πλευρά.

Μετά τα τελευταία επεισόδια στην πορεία του Πολυτεχνείου στα οποία τραυματίστηκε μια γυναίκα από ναυτική φωτοβολίδα όλοι ήταν πολύ προσεκτικοί. Κράνη, μάσκες, κρέμες που αποτρέπουν το δακρυγόνο να μπει στα μάτια, όλα έβγαιναν με ταχείς και άτσαλους ρυθμούς από τις τσάντες. Δημοσιογράφοι και φωτογράφοι κάλυπταν ο ένας τον άλλο και προχωρούσαν σε ομάδες για να εξασφαλίσουν κάποια σιγουριά.

Λίγο μετά τις 9:30, τα επεισόδια άρχισαν να κλιμακώνονται. Πρίν ακόμα συμβούν, οσα συνέβησαν αργότερα, όσοι ήταν εκεί μάθαιναν από τα τηλεφωνήματα γνωστών και συγγενών πως γίνεται χαμός, πως τα Εξάρχεια είχαν γίνει εμπόλεμη ζώνη ώρες πριν. Ισως κάποια Μέσα βιάστηκαν, όπως έχουν «βιαστεί» και στο παρελθόν. Ανεπαίσθητα αυτή η τακτική, η τόσο λάθος και τόσο γεμάτη ανακρίβειες από κάποια Μέσα, δεν μπορεί παρά να επαναφέρει στο μυαλό κάποιου το βράδυ της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου. Όταν λίγη ώρα μετά τους πυροβολισμούς το βίντεο που έδειχνε τον Κορκονέα να δολοφονεί τον δεκαπεντάχρονο κυκλοφόρησε, κόπηκε και μονταρίστηκε, έτσι ώστε να προβληθεί η εικόνα πως είχαν επιτεθεί στους δυο ειδικούς φρουρούς «δεκάδες αντιεξουσιαστές» για να παρουσιάσουν σαν άμυνα μια δολοφονία που όπως έχει αποφασιστεί Πρωτόδικα ήταν μια κίνηση που έγινε από τον Κορκονέα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Και στ’ αλήθεια δεν θα μάθουμε ποτέ τελικά πόσες ανακρίβειες ακούστηκαν από την πλευρά του γνωστού μεγαλοδικηγόρου που είχε αναλάβει τον Κορκονέα, πόσες αλητείες έγιναν από δημοσιογράφους και πόσοι εντελώς ανήθικα φρόντισαν να επωφεληθούν της τότε εξέγερσης- όπως είχε χαρακτηριστεί- κάνοντας πλιάτσικο. Δεν θα μάθουμε ποτέ, γιατί από τότε μέχρι και σήμερα τελικώς δεν έχουν αλλάξει πολλά. Και κυρίως δεν έχουν αλλάξει οι άνθρωποι, κάτι που θα έπρεπε να είναι πρωταρχικός στόχος μετά από μια τέτοια πολιτική δολοφονία.

Διότι γι’ αυτό πρόκειται. Στις αρχές του έτους ο δολοφόνος του δεκαπεντάχρονου μαθητή Επαμεινώνδας Κορκονέας, δεν θεώρησε σκόπιμο, όπως είπε, να ζητήσει συγγνώμη για την πράξη του «γιατί το θύμα ήταν αντιεξουσιαστής». Μπορεί η δήλωση να αναιρέθηκε όταν ο δικηγόρος του, του τράβηξε το αυτί, όμως το να ξεστομίσει κάποιος κάτι τέτοιο εννέα χρόνια αφότου δολοφόνησε ένα μαθητή, δείχνει πως καμιά πράξη μεταμέλειας δεν υπήρξε και πιθανότατα δεν θα υπάρξει κιόλας.

Εννέα χρόνια μετά και ενόψει της δίκης που έχει προγραμματιστεί στο Μεικτό Ορκωτό Εφετείο της Λαμίας (με επόμενη δικάσιμο την Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017) είναι πολλοί εκείνοι που δεν έμαθαν τίποτα, όχι μονάχα ο Κορκονέας. Εννέα χρόνια μετά αρκετός κόσμος με θράσος ξεστομίζει, όπως και τότε, χυδαίες εκφράσεις όπως «Τι ήθελε στα Εξάρχεια τέτοια ώρα», «ήταν ένα κακομαθημένο κωλόπαιδο», «ήταν ένας τύπος που με τα λεφτά της οικογένειας του έκανε ό,τι ήθελε». Εννέα χρόνια μετά, για ακόμη ένα έτος θα πρέπει να εξηγήσουμε σε αυτό τον κόσμο τα αυτονόητα: πως η αστυνομία και ο οποιοσδήποτε, πολλώ δε μάλλον η αστυνομία, δεν έχει το δικαίωμα να δολοφονεί κανέναν εν ψυχρώ. Πως το να πυροβολείς δεκαπεντάχρονους έφηβους που δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει ξεκάθαρη συνείδηση δεν χωράει δικαιολογίες. Πώς το να σου δίνεται ένα όπλο και να θεωρείς πως είναι φυσιολογικό να το στρέφεις απέναντι από κάποιον επειδή είναι αναρχικός είναι επικίνδυνο πρώτα σαν σκέψη και μετά σαν πράξη, γιατί πάντα ο νους θα προηγείται της δράσης. Θα πρέπει ξανά και ξανά, και για όσο χρειαστεί να λέμε σε αυτούς τους ανθρώπους που θεώρησαν αυτό το γεγονός της 6ης Δεκέμβρη του 2008 φυσιολογικό, ότι στην πόλη που ζούμε και αναπνέουμε θα έπρεπε να είναι αυτονόητο πως θα περπατάμε όπου θέλουμε. Πως κακομαθημένοι είναι οι ίδιοι που πιστεύουν πως ένα όπλο πρέπει να προτάσσεται μπροστά από έφηβους και πως η ιδεολογία δεν υπήρξε και δεν θα γίνει ποτέ ζήτημα τσέπης. Αντιθέτως οποιαδήποτε φράση επιδιώκει να ψέξει τη μνήμη ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού είναι ζήτημα καθαρής ανηθικότητας.

Κάθε τέτοια ημέρα λοιπόν είναι σαν να χτυπάει ένα τεράστιο ξυπνητήρι με την υπενθύμιση πως δεν αλλάξαμε όλα εκείνα που ευθύνονται γι’ αυτή τη δολοφονία. Ευτυχώς ή δυστυχώς μερικά βράδια είναι καταδικασμένα να μείνουν σκαλισμένα στις μνήμες όσων τα έζησαν και στις συνειδήσεις εκείνων που άκουσαν τα γεγονότα με ανατριχίλα. Ένα απ’ αυτά τα βράδια είναι εκείνο που οι σκούρες κηλίδες αίματος έσταξαν από το σώμα του Αλέξη Γρηγορόπουλο στο πεζοδρόμιο. Αυτές οι μαύρες κηλίδες που δεν μπήκαν στη μηχανή της ανακύκλωσης των ημερών αλλά παρέμειναν ανεξίτηλες στη συμβολή των οδών Τζαβέλλα και Μεσολογγίου, γιατί όσα οδήγησαν σε εκείνη τη δολοφονία δεν άλλαξαν ακόμη.

Εννέα χρόνια πριν, λίγη ώρα μετά την κηδεία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ακόμη και εκείνη την ημέρα, πέρα από την εκτεταμένη χρήση χημικών που έγινε στο Παλαιό Φάληρο, άνδρες της ομάδας Ζήτα πυροβολούσαν στον αέρα. Ακόμη και τότε η στάση της Αστυνομίας δεν επικρίθηκε από Κυβερνητικά στελέχη. Το μόνο που απασχολούσε είναι «τα μπάχαλα» και οι πορείες, και όχι οι δέκα πυροβολισμοί σχεδόν έξω από το χώρο που κηδεύτηκε ο δεκαπεντάχρονος. Ακόμη δεν ασχοληθήκαμε με τη στάση του κρατικού μηχανισμού, με τη φασιστοποιημένη ελληνική αστυνομία και την εξουσία ή το ακαταλόγιστο που έχουν οι ένστολοι. Θα ήταν αστείο να σκεφτούμε πως έχουμε διασφαλίσει την ελευθερία, πως έχουμε εξαλείψει την αστυνομική βία και την αναίτια καταστολή όταν λίγες ημέρες πριν έπεφταν δακρυγόνα και ξύλο σε ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί στο Ειρηνοδικείο για να αποτρέψουν πλειστηριασμούς κατοικιών.

Ναι, χθες σκεφτόμουν συνεχώς πως μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να βρει εμένα ή κάποιον από τους συναδέλφους που κάλυπταν τα γεγονότα μια φωτοβολίδα, μια μολότοφ, κάποια πέτρα, τη στιγμή των επεισοδίων. Γιατί κανείς μας δεν μπορούσε να ξεχάσει την τραυματισμένη γυναίκα που επί ένα ολόκληρο λεπτό ένιωθε την ναυτικού τύπου φωτοβολίδα να καίει στο πόδι της μετά την πορεία της 17ης Νοέμβρη.

Κι αργότερα είδα έναν άνδρα των ΜΑΤ να προτάσσει το «όπλο» με τις φωτοβολίδες σε ευθεία βολή προς αντιεξουσιαστές και δημοσιογράφους που κάλυπταν τα γεγονότα. Σήκωσα μια απ’ αυτές τις πεσμένες χρησιμοποιημένες φωτοβολίδες και είδα να γράφει στα Αγγλικά «Προσοχή, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από εκπαιδευμένα άτομα. Εμπεριέχει εκρηκτικά που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρούς τραυματισμούς και θάνατο». Και αυτό με φόβισε περισσότερο. Γιατί αυτή η φωτοβολίδα έφυγε σε ευθεία βολή θεσμικά, από υποτίθεται εκπαιδευμένα άτομα που γνωρίζουν τι μπορεί να προκαλέσει.

Κατά τη διάρκεια των χθεσινών συγκεντρώσεων, προσήχθησαν 26 άτομα, ενώ συνελήφθησαν από την Αστυνομία συνολικά έντεκα άτομα, ανάμεσα τους τέσσερις ανήλικοι. Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για τα –κατά περίπτωση- αδικήματα της βαριάς σωματικής βλάβης, απόπειρας επικίνδυνων σωματικών βλαβών σε βάρος αστυνομικών, εμπρησμού, έκρηξης διακεκριμένων περιπτώσεων φθοράς και της αντίστασης καθώς και για παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών. Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Ας μην ξεχνάμε πως ο αστικού τύπου «hit and run» ανταρτοπόλεμος υπήρχε στα Εξάρχεια τα τελευταία 30 χρόνια. Δεν είναι όμως αυτό που τα καθορίζει ή χαρακτηρίζει και σίγουρα δεν δημιουργήθηκε μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Τα Εξάρχεια ήταν πάντα έτσι. Κι αν ρωτάμε «Θα μπορούσαν να είναι αλλιώς;» η απάντηση είναι πως θα μπορούσαν. Όπως θα μπορούσε και ο κόσμος να ήταν διαφορετικός, δικαιότερος, ομορφότερος, καλύτερος, πολύχρωμος σαν την παιδική χαρά που τον ονειρευόταν ο Χρόνης Μίσσιος, και όχι σαν καμινάδα εργοστασίου. Ποτέ κανείς από όσους προσπαθούν να ασκήσουν κριτική στα Εξάρχεια, στα «μπάχαλα» δεν μιλά για τις ανισότητες ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους, σε άνδρες και γυναίκες, σε μετανάστες και ντόπιους. Ποτέ κανείς απ’ αυτούς δεν κόπτεται να ισιώσει την αδικία και τη μιζέρια που έχει εξαπλωθεί σε κάθε τομέα της ζωής μας. Ποτέ κανείς απ' όσους ωρύονται για τα επεισόδια δεν σκέφτηκε πως ίσως η μέρα αυτή καταδικάστηκε να μυρίζει δακρυγόνο επειδή υπάρχουν ακόμη εκείνοι που πιστεύουν πως η σφαίρα που δολοφόνησε έναν δεκαπεντάχρονο εξοστρακίστηκε. Να σκεφτεί χωρίς να δικαιολογήσει ή να καταλάβει τη βία, για ποιο λόγο δημιουργείται και υπάρχει σε ένα φαύλο κύκλο.

Κάθε έκτη Δεκέμβρη η θύμηση εκείνης της νύχτας σε παίρνει και σε πετάει στο φαλιμέντο του κόσμου. Είναι μια υπενθύμιση πως όταν φτάνεις στην «πτώχευση» σου μένουν δυο δρόμοι: Είτε να σηκωθείς και να δημιουργήσεις κάτι καινούριο μέσα στο χάος, είτε να μείνεις εκεί έως ότου φτάσεις στην ακαμψία της σκέψης. Κάπως έτσι περιορίσαμε την κριτική μας στα «μπάχαλα» των Εξαρχείων, χωρίς να σκεφτούμε τι τα γεννά. Καταδικάσαμε τη σκέψη μας σε αυτή τη νεκρική ακαμψία που είναι ικανή μονάχα να μετρήσει πόσες μολότοφ έπεσαν.