FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Πώς Είναι να Είσαι 23 Χρόνια Πρόσφυγας

Ο Mojib μας λέει πώς είναι να είσαι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα και χωρίς ελπίδα.
30 Ιανουάριος 2015, 7:57am

Οι Μουσουλμάνοι Ροχίνγκια της Μιανμάρ είναι μία από τις πλέον διωκόμενες εθνοτικές ομάδες στον κόσμο. Ο Mojib είναι ένας 29χρονος πρόσφυγας Ροχίνγκια ο οποίος ζούσε σε καταυλισμούς στο Μπαγκλαντές για 22 χρόνια και πήγε στην Αυστραλία με βάρκα το 2012. Σήμερα, ζει στο Μπρισμπέιν έχοντας προσωρινή βίζα προστασίας. Και αποφάσισε να μοιραστεί την ιστορία του με το VICE.

Οι Ροχίνγκια ζουν στη Μιανμάρ εδώ και αιώνες. Ήμασταν 4 εκατομμύρια αλλά πολλοί από εμάς έφυγαν. Πριν από το πραξικόπημα το 1962 -που ήταν η αρχή του στρατιωτικού νόμου- απολαμβάναμε πολλά δικαιώματα ως πολίτες. Αλλά το 1978, η κυβέρνηση ξεκίνησε την Επιχείρηση Nagamin Dragon -μια εκστρατεία μαζικών συλλήψεων, βασανισμών και βιασμών. Πολλοί άνθρωποι κατέφυγαν στο Μπαγκλαντές.

Εικόνες: Michael Hili

Το 1982, η κυβέρνηση ακύρωσε την υπηκοότητα όλων των Ροχίνγκια. Γεννήθηκα στο Μιανμάρ το 1984. Το 1990, η κυβέρνηση έκανε τις πρώτες δημοκρατικές εκλογές της από το 1960. Το κόμμα της Aung San Suu Kyi (Ανγκ Σαν Σου Κι), ο Εθνικός Σύνδεσμος για τη Δημοκρατία, κέρδισε 392 από τις 492 έδρες. Η κυβέρνηση αρνήθηκε να αναγνωρίσει τα αποτελέσματα και εξαπέλυσε κι άλλο κύμα διώξεων κατά των Ροχίνγκια, πολλοί εκ των οποίων ήταν υποστηρικτές της Aung San Suu Kyi.

Ο πατέρας μου είχε συλληφθεί αλλά αφέθηκε ελεύθερος αφού πλήρωσε πολλά για λάδωμα. Αργότερα, του είπαν να εμφανιστεί σε ένα άλλο κυβερνητικό κτήριο. Οι φίλοι του τού είπαν να μην πάει επειδή πολλοί άλλοι είχαν πάει εκεί και δεν είχαν γυρίσει πίσω. Τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια μου που πήγαιναν στο Γυμνάσιο είχαν απαχθεί και είχαν εξαναγκαστεί να εργάζονται. Ο στρατός εισέβαλλε στο σπίτι μου, πήρε τα ζώα και τα σιτηρά μας, χτύπησε εμένα και την μητέρα μου. Ακόμα έχω την ουλή στο μέτωπό μου. Ήμουν έξι ετών.

Έτσι η οικογένειά μας αποφάσισε να περάσει τα σύνορα προς το Μπαγκλαντές παίρνοντας μαζί μόνο τα ρούχα και τα τρόφιμα που μπορούσαμε να μεταφέρουμε. Οι παντρεμένες αδερφές μου έμειναν πίσω. Πέρασα τα επόμενα 22 χρόνια σε καταυλισμούς προσφύγων χωρίς νερό, χωρίς ασφάλεια και χωρίς ηλεκτρικό. Ζούσαμε σε μικρές καλύβες, φτιαγμένες από μουσαμάδες και μπαμπού - ήταν είτε πολύ ζεστές, είτε πολύ κρύες.

Το να ζεις έτσι, ισοδυναμεί με μια ζωή στη λήθη. Οι άνθρωποι δεν έχουν καμία ελπίδα. Βρίσκονται στο σκοτάδι. Δεν υπάρχει πρόσβαση στη σωστή εκπαίδευση, δεν υπάρχει μέλλον, δεν υπάρχει καμία ευκαιρία. Ωστόσο εξακολουθούσαμε να είμαστε ευγνώμων στην κυβέρνηση του Μπαγκλαντές επειδή μας έδωσαν καταφύγιο. Ήμασταν ένα επιπλέον βάρος σε μια φτωχή χώρα, αλλά οι τοπικές αρχές που διοικούσαν τους καταυλισμούς έκαναν τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη.

Δεν μπορούσαμε να βγούμε από τους καταυλισμούς. Μερικές φορές οι πρόσφυγες συλλαμβάνονται -χωρίς κάποια κατηγορία- και πρέπει να δωροδοκήσουν. Οι αρχές του προσφυγικού καταυλισμού προσβάλλουν και κακοποιούν γυναίκες και κορίτσια. Δεν υπάρχει ασφάλεια ή σταθερότητα. Το 1997, οι δυο αδερφές και η νύφη μου, με τα δυο μωρά της εστάλησαν με το ζόρι πίσω στη Μιανμάρ από την μπαγκλαντεσιανή κυβέρνηση. Ήταν ένας αναγκαστικός επαναπατρισμός προσφύγων και πολλές οικογένειες χωρίστηκαν.

Περίπου αυτή την περίοδο άρχισα να έχω προβλήματα με τις αρχές όταν ένας αστυνομικός έκλεψε το κινητό μου. Όταν το ζήτησα πίσω, διατυπώθηκαν εναντίον μου ψευδείς κατηγορίες και μου ζητήθηκε να δωροδοκήσω και να ομολογήσω αυτούς τους ισχυρισμούς. Μου είπαν ότι εάν δεν το έκανα, όλη η οικογένειά μου θα μπορούσε να εκδιωχθεί από τον καταυλισμό ή να πάει φυλακή. Η οικογένειά μου και εγώ αποφασίσαμε ότι εάν έμενα και δωροδοκούσα, η παρενόχληση θα συνεχιζόταν. Οπότε αποφάσισα να αφήσω το Μπαγκλαντές και να πάω στην Αυστραλία.

Το 2012, έφυγα από τον καταυλισμό και συνάντησα έναν άνδρα σε γειτονική πόλη. Κανόνισε να με στείλει με βάρκα στη Μαλαισία. Ήμουν στη Μαλαισία ένα μήνα μέχρι που βρήκα κάποιον να με στείλει στην Ινδονησία. Από εκεί, συνάντησα άλλον άνδρα που κανόνισε να πάω στην Αυστραλία. Όλο το ταξίδι διήρκεσε έξι μήνες.

Θα περιέγραφα το ταξίδι από την Ινδονησία στην Αυστραλία, ως κάτι μεταξύ ζωής και θανάτου. Η βάρκα ήταν πολύ μικρή για τα κύματα και πολλές φορές σκεφτήκαμε ότι θα βουλιάξουμε. Μέχρι την τέταρτη μέρα του ταξιδιού η βάρκα ήταν γεμάτη με νερό. Υπήρχαν 43 από εμάς στη βάρκα. Μερικοί από το Μπαγκλαντές, άλλοι Ιρανοί και κάποιοι Ροχίνγκια όπως εγώ. Μετά από πέντε μέρες μας εντόπισαν και σκάφος του ναυτικού μας περισυνέλλεξε.

Μόνο όταν έφθασα στην Αυστραλία είδα και έμαθα ότι οι άνθρωποι έχουν και καλή πλευρά

Το προσωπικό του ναυτικού μας συμπεριφέρθηκε τόσο καλά. Μετά από ότι είχα βιώσει στο Μπαγκλαντές, αυτό ήταν πέρα από την φαντασία μου. Το ναυτικό μας πήγε στο Νησί των Χριστουγέννων. Έμεινα εκεί ένα μήνα και έπειτα μεταφέρθηκα στο Κέντρο Κράτησης Ντάργουϊν, μετά για περίπου δυο μήνες στο Κέντρο Κράτησης Σκέρτζερ στο Βόρειο Κουίνσλαντ. Έπειτα με άφησαν ελεύθερο.

Μόνο όταν έφθασα στην Αυστραλία έμαθα το καλό πρόσωπο των ανθρώπων. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει για πρώτη φορά και δεν έχει από τότε σταματήσει. Νιώθω χαλαρωμένος και ασφαλής, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν θα μου επιτεθεί και δεν θα αντιμετωπίσω ψεύτικες κατηγορίες. Ως άνθρωπος τώρα απολαμβάνω τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια.

Τελευταία φορά μίλησα με τις αδερφές μου στη Μιανμάρ πριν από δυο εβδομάδες. Κρύβονταν σε ένα βουνό, περιτριγυρισμένες από στρατιωτικό προσωπικό. Η αδερφή μου, μού είπε ότι ίσως αυτή ήταν η τελευταία φορά που μιλούσαμε καθώς θα μπορούσαν να τους δολοφονήσουν όλους.

Δεν είναι ζωή αυτή. Για τις αδερφές μου, ο θάνατος θα είναι απελευθέρωση. Κάθε μέρα γίνονται μάρτυρες της βίας. Άνθρωποι χάνονται και δεν ξέρουν τι τους συνέβη. Δεν υπάρχουν οργανώσεις ανθρωπιστικής βοήθειας, δεν υπάρχει τρόπος να κερδίσεις τα προς το ζην. Ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας υπό την απειλή του βιασμού, της σύλληψης, των ξυλοδαρμών και του φόνου. Μπορούν να τους πάρουν όλα τα υπάρχοντά τους. Τα χωριά τους κάηκαν. Δεν υπάρχουν διεθνή ή τοπικά μέσα ενημέρωσης. Η κυβέρνηση του Μιανμάρ εξοντώνει μια εθνοτική ομάδα συστηματικά και κρύβει τη βία που ασκεί από τα μάτι της διεθνούς κοινότητας.

Υπάρχουν δυο αιτίες που η κυβέρνηση μας διώκει. Ο ένας είναι θρησκευτικός και ο άλλος για πολιτικό όφελος. Θέλουν να θέσουν τη βουδιστική πλειονότητα απέναντι από τους μουσουλμάνους. Εάν ο κόσμος είναι απασχολημένος με το να σκέφτεται πώς να σκοτώσει και να εξοντώσει τους μουσουλμάνους, δεν θα δίνει προσοχή στην έλλειψη προόδου και ανάπτυξης στη χώρα.

Εάν αλλαξοπιστήσεις στο βουδισμό, είσαι ασφαλής και παίρνεις υπηκοότητα. Έτσι η κυβέρνηση του Μιανμάρ γίνεται αρεστή στις ομάδες πλειοψηφίας. Παρουσιάζουν αυτά τα θέματα ως θρησκευτικά. Λένε ότι το μόνο πρόβλημα στο Μιανμάρ είναι οι μουσουλμάνοι. Το βήμα προς τη δημοκρατία στο Μιανμάρ δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως είναι δημοκρατική αλλά ποιου είδους δημοκρατία επιτρέπει στην κυβέρνηση να σκοτώσει αθώους ανθρώπους;

Πήγα στην Αυστραλία με την ελπίδα να μου χορηγήσουν καθεστώς πρόσφυγα και να γίνω μόνιμος κάτοικος, αλλά το αίτημά μου απορρίφθηκε. Δεν είμαι πολίτης καμίας χώρας. Η κυβέρνηση του Μιανμάρ λέει ότι δεν είμαι Βιρμανός, δεν είμαι από το Μπαγκλαντές και δεν είμαι Αυστραλός. Ο δικηγόρος μου λέει ότι η κυβέρνηση είναι πολύ αυστηρή με τους ανθρώπους που περισυλλέγονται από τις βάρκες, οπότε δεν θα μου χορηγήσουν βίζα μόνιμου κατοίκου εκτός κι αν αλλάξει η κυβερνητική πολιτική ή η ίδια η κυβέρνηση. Οπότε, κατά κάποιο τρόπο, είμαι ακόμα παγιδευμένος σε ένα νομικό κενό.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.