FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Αναμνήσεις από τη «Δική» μου Όμορφη Πλατεία Βικτωρίας

Η αλλαγή μιας ξεχωριστής περιοχής στο κέντρο της Αθήνας.
7.10.15

Θα έπρεπε να θεωρώ την πλατεία Βικτωρίας ως την πιο επικίνδυνη περιοχή της Αθήνας διότι κόντεψα να σκοτωθώ πάνω σ' αυτή δεκάδες φορές. Ο λόγος αφορούσε την κατηφορική κλήση που έχει το Πεδίον του Άρεως από την Ευελπίδων μέχρι την πλατεία Βικτωρίας. Μια τέτοια κατηφόρα είναι το ιδανικό μέρος για να κάνεις ποδήλατο όταν είσαι 14 χρονών, κάτι που κατάλαβα πολύ νωρίς. Έβγαινα από την Κυψέλη μέσω της οδού Παξών, ανέβαινα την πλατεία Πρωτομαγιάς και από εκεί άρχιζε η κατηφόρα. Περνούσα όλο το πάρκο χωρίς να κόβω ταχύτητα, έκοβα λίγο όταν περνούσα λοξά τη Μαυρομματαίων και ξενέρωνα απίστευτα όταν με έπιανε το φανάρι της Πατησίων. Μου απέμεινε μια μικρή μόνο κατηφόρα για να ρεφάρω: το κομμάτι της Χέυδεν ανάμεσα στην Πατησίων και την Πλατεία Βικτωρίας. Εκεί ανέβαζα την ταχύτητα και περνούσα την Γ' Σεπτεμβρίου όποιο χρώμα και αν είχε το φανάρι. Εάν περνούσε αυτοκίνητο έστριβα απότομα δεξιά και αμέσως αριστερά για να κάνω τον γύρο της πλατείας, διαφορετικά πήγαινα ευθεία. Εάν δεν έπεφτα πάνω στους πεζούς που έβγαιναν από τον σταθμό του Ηλεκτρικού θα σταματούσα στο άγαλμα. «Θησεύς σώζων την Ιπποδάμειαν» λέγεται το άγαλμα και δείχνει έναν νταβρατισμένο τύπο να κοπανάει με κοτρόνα στο κεφάλι έναν γνωστό του. Τότε μου φαινόταν κάπως βίαιο αυτό το γλυπτό. Αργότερα είδα πιο βίαια πράγματα να συμβαίνουν σε αυτή την πλατεία.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Όταν ήμουν μικρός θεωρούσα ότι οι οδοί Χέυδεν και Μαυρομματαίων είναι οι ωραιότεροι δρόμοι της Αθήνας. Τότε βέβαια οι μόνοι δρόμοι στην Αθήνα που ήξερα ήταν της Κυψέλης, λίγο από Πατήσια, Γκύζη και Πολύγωνο ωστόσο ακόμα και σήμερα θεωρώ ότι είναι δύο καταπληκτικοί δρόμοι. Η Χέυδεν μοιάζει με πεζόδρομο αφού ο χώρος για τους πεζούς είναι μεγαλύτερος από τον δρόμο που περνάνε τα αυτοκίνητα. Είναι γεμάτος δέντρα και μαγαζιά. Ξεκινάει από το Πεδίον του Άρεως (κάθετος στη Μαυρομματαίων), διασχίζει την Πατησίων, την πλ. Βικτωρίας και καταλήγει στην Αχαρνών. Η ζωή στους δύο δρόμους, όπως και όλης της περιοχής, συνδέονται με την πλατεία Βικτωρίας και τον αντίστοιχο σταθμό του Ηλεκτρικού. Η πλατεία γειτνιάζει με σημαντικούς δρόμους όπως η Πατησίων και η Λ. Αλεξάνδρας ενώ σε απόσταση λίγων μέτρων βρίσκεται ένα μεγάλο πάρκο, το Πεδίον του Άρεως. Ήταν μια προνομιούχα περιοχή.

Η αλλαγή στο πρόσωπο της πλατείας ξεκίνησε μαζί με την αλλαγή όλου του κέντρου όταν μεγάλος αριθμός των κατοίκων πήγαν να μείνουν στα βόρεια και στα νότια προάστια. Δεκαετία του 90'. Οι μεσοαστικές οικογένειες της περιοχής μετακόμιζαν νοικιάζοντας τα σπίτια τους σε μετανάστες από την Αλβανία και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Είχε προηγηθεί η «αντιπαροχή». Νεοκλασικά έπεσαν, πολυκατοικίες σηκώθηκαν. Τη δεκαετία του 00' οι περισσότεροι μόνιμοι κάτοικοι της πλατείας Βικτωρίας ήταν μετανάστες. Παρά την πίεση που δημιουργούσε στην περιοχή η σημαντική υποβάθμιση των γύρω περιοχών η πλατεία ήταν ακόμα όμορφη. Λόγω του σταθμού του ΗΣΑΠ το μέρος ήταν πέρασμα ενώ δύο πανεπιστήμια (Οικονομική Σχολή και Πολυτεχνείο) και μερικά ΙΕΚ τροφοδοτούσαν την περιοχή με νεολαία, η οποία με τη σειρά της τροφοδοτούσε τα καταστήματα και τις καφετέριες. Ο σταθμός του ΗΣΑΠ εξυπηρετούσε την Κυψέλη, την πιο πολυπληθή περιοχή της Αθήνας. Στα τέλη του 00' η πλατεία είχε χωριστεί νοητά στα δύο: Η πάνω πλατεία με την είσοδο του ΗΣΑΠ και τα μαγαζιά και η κάτω πλατεία που «έβλεπε» προς τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές.

Όσο τη θυμάμαι, η πλατεία Βικτωρίας και οι γύρω περιοχές μάζευαν κάθε καρυδιάς καρύδι. Στο κάτω μέρος είχε ανοίξει το πρώτο πολωνικό εστιατόριο. Καλό φαγητό, όμορφο μαγαζάκι. Ρωσικά παντοπωλεία και αραβικά καφενεία άνοιξαν πιο μετά. Οι Πολωνοί έκαναν στέκι τους το κάτω μέρος της πλατείας, έπιναν μπύρες έξω από την κάβα στην Αριστοτέλους και στα σκαλιά πολυκατοικιών. Συνήθως δεν ενοχλούσαν ακόμα και όταν γινόντουσαν τελείως λιώμα, δηλαδή κάθε μέρα. Μεσήλικες ανεβοκατέβαιναν την πλατεία Βικτωρίας για να παίξουν στα μαγαζιά με παράνομα «φρουτάκια» της περιοχής ενώ άλλοι έκαναν επισκέψεις στους οίκους ανοχή της Φυλής και των γύρω δρόμων. Στη πλατεία είχε μεταφερθεί κομμάτι της πιάτσας αντρικής πορνείας από το Πεδίον του Άρεως. Συχνά συμμορίες την έπεφταν σε περαστικούς για να τους αρπάξουν τα χρυσαφικά ή τσάντες ενώ εάν άφηνες κάτι σε εμφανές σημείο μέσα στο αμάξι σου ήξερες ότι το πρωί θα το έβρισκες σπασμένο. Υπήρχε και πρέζα. Όχι και το καλύτερο μέρος για να μεγαλώσεις αλλά ακόμα ήταν ένα όμορφο μέρος.

Είχαμε τα δικά μας λουλουδάδικα, δίπλα στην έξοδο του ΗΣΑΠ, είχαμε τον τύπο με τα κουλούρια δίπλα στο Everest, είχαμε τον κύριο Γιάννη που πουλάει ακόμα και σήμερα τα βιβλία του στον πάγκο του στη Χέυδεν. Εμείς μεγαλώσαμε και αυτός γέρασε. Περίμενε υπομονετικά δύο φορές το χρόνο να τελειώσει η έκθεση βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως για να ξανανέβουν οι δικές του πωλήσεις. Χρόνο με το χρόνο η έκθεση βιβλίου μίκραινε, όλο και λιγότεροι πάγκοι, λιγότερα βιβλία. Είχαμε και ανθοκομική έκθεση, και αυτή συρρικνώθηκε, δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα. Αργότερα εμφανίστηκε μια έκθεση τύπου «πανηγύρι Αγίου Σάββα» που πουλάει κάθε λογής άχρηστα πράγματα. Μια διοργάνωση επικών προδιαγραφών που ταιριάζει απόλυτη στη γενική κατρακύλα της περιοχής. Αυτή η κατρακύλα πρέπει να ξεκίνησε για τα καλά λίγο πριν το 2010.

Ότι είναι άδειο και δεν χρησιμοποιείται παρακμάζει ή καταλαμβάνεται. Για αυτό νομίζω ότι η ανάπλαση του Πεδίον του Άρεως ήταν κακή ιδέα. Η περιφέρεια έκλεισε το πάρκο το 2008 για να κάνει μια επική ανακαίνιση που κόστισε ένα κάρο λεφτά. Οι επισκέπτες του πάρκου δεν είχαν που να πάνε, τα σεκιούριτι που είχε προσλάβει η περιφέρεια έδιωχναν τον απλό κόσμο. Φυσικά εκείνοι που ήθελαν να μπουν πάση θυσία έβρισκαν τον τρόπο αφού δεν μπορείς να περιφράξεις έτσι απλά μια τεράστια έκταση γεμάτη δέντρα. Το πάρκο γέμισε με τοξικοεξαρτημένους χρήστες, εκδιδόμενα άτομα και τους πελάτες τους. Όταν άνοιξε ξανά μετά την ανακαίνιση τα 2010 οι κάτοικοι των γύρω περιοχών το είχαν βγάλει ήδη από την καθημερινότητά τους. Νωρίτερα είχε κλείσει και το ιστορικό καφέ/εστιατόριο Green Park για κάποιο λόγο που -αν και προσπάθησα επίμονα- δεν έμαθα ποτέ. Οι λέξεις που θυμάμαι από αυτή την προσπάθεια είναι: «περιφέρεια», «ανάδοχος», «διαγωνισμοί», «άγονοι διαγωνισμοί», «ξανά διαγωνισμοί», «αρχαιολογική υπηρεσία», «κάνουμε προσπάθεια», «είμαστε πολύ καλοί τοπικοί άρχοντες αλλά κάποια μαλακία έγινε για την οποία δεν φταίμε». Η πλατεία χτυπήθηκε και από την πάνω μεριά. Το μέρος γέμισε ναρκωτικά ενώ μεγάλος αριθμός προσφύγων άρχισε να έρχεται στην περιοχή απευθείας από τα νησιά του Β. Αιγαίου.

Ο δήμος προσπάθησε να «ανακαταλάβει» τον χώρο -σύντομα η παρουσία της αστυνομίας έγινε καθημερινή. Η μπάλα όμως είχε χαθεί. Η περιοχή γινόταν πιο γκρίζα μέρα με τη μέρα. Οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων αγανακτούσαν και αγανακτούν από την πτώση του τζίρου τους, φοιτητές πίνουν καφέ κοιτάζοντας μηχανικά τα κινητά τους, κόσμος μπαινοβγαίνει στον Ηλεκτρικό και φεύγει βιαστικά χωρίς να σηκώσει τα μάτια. Εκτός από τους πρόσφατα αφιχθέντες πρόσφυγες και μετανάστες μόνο παππούδια κάθονται στα παγκάκια της πλατείας και κοιτάνε το άγαλμα «Θησεύς σώζων την Ιπποδάμειαν». Κάθομαι δίπλα τους. «Γιατί τον χτυπάει άραγε;» ακούω να ρωτάει ο ένας παππούς. «Μάλλον έγκλημα πάθους θα είναι» απαντάει ο άλλος πετώντας ένα μπαλάκι από ψίχα ψωμιού στα περιστέρια. Κοιτάω το μπαλάκι να κυλάει και θυμάμαι ότι η πλατεία έχει κλίση εδάφους προς τα κάτω.

Περισσότερα από το VICE

Η Απίθανη Ιστορία του «Έλληνα Εσκομπάρ»

Αέρας «Πεχλιβάνης» Σάρωσε το Μπραχάμι

Όταν οι Έλληνες Ήταν Πρόσφυγες: Από την Αλεξάνδρεια

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.