Φτάνοντας στην περιοχή του Ρέντη εκείνο το απόγευμα του Δεκέμβρη, παντού τριγύρω διακρίνουμε αποθήκες και εργοστάσια. Άλλα λειτουργούν και βρίσκονται σε μία διαρκή κίνηση, άλλα στέκουν εγκαταλελειμμένα και αδειανά. Στους στενούς δρόμους της γειτονιάς κυκλοφορούν κυρίως φορτηγά και εργάτες. Στην οδό Λεγάκη, μέσα σε αυτή την απέραντη εργοστασιακή ζώνη, βρίσκεται ο τεχνοχώρος Cartel. Για να μπει κανείς στο θέατρο περνά μέσα από μία σιδερένια πόρτα που οδηγεί σε ένα γκαράζ. Πρόκειται για ένα παλιό μηχανουργείο που στα σπλάχνα του δημιουργείται τέχνη. Ένα σκηνικό που ταυτίζεται απόλυτα με το βιομηχανικό γκρίζο τοπίο και δένει με την ιδιαιτερότητα της περιοχής.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο χώρος του θεάτρου, αχανής. Στη μία από τις τρεις σκηνές που απλώνεται μπροστά μας, άνθρωποι με φόρμες εργασίας κάνουν συγκολλήσεις. Άλλοι, ανεβασμένοι σε τεράστιες σιδερένιες σκαλωσιές φτιάχνουν τα ηλεκτρολογικά, ενώ μία ομάδα ατόμων ασχολείται με το στήσιμο των σκηνικών. Δεν είναι τεχνίτες, είναι τα μέλη του θιάσου. Λειτουργεί σαν ένα αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα που στήθηκε από το μηδέν, αφού οι ηθοποιοί συμμετέχουν σε όλες τις εργασίες που γίνονται. Για το στήσιμο των σκηνικών, τον φωτισμό, ακόμα και την καθαριότητα του χώρου, σαν μία μικρή κοινότητα. Μερικές ημέρες πριν την πρεμιέρα της εμβληματικής παράστασης «Κόκκινα Φανάρια», σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη, λίγο πριν ξεκινήσει η πρόβα, συναντάμε την Μπέττυ Βακαλίδου, η οποία θα ενσαρκώσει τον ρόλο της Μαντάμ Παρί. Περπατάμε κατά μήκος του μακρόστενου διαδρόμου που ενώνει τις τρεις σκηνές που έχουν στηθεί. Στην πρώτη θα πάρουν σάρκα και οστά τα «Κόκκινα Φανάρια», στη δεύτερη παίζεται ο «Άρης», ενώ στην τρίτη το έργο «Άνθρωποι και Ποντίκια». Καθόμαστε στον τελευταίο χώρο, στο βάθος του διαδρόμου, μέσα σε ένα γραφείο με χαμηλό φωτισμό που αποτελεί ένα μέρος του σκηνικού.
«Το θέατρο και το σινεμά ήταν ένας τρόπος του νου να ξεφεύγει»
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1979, την πλησίασε ο Δημήτρης Σταύρακας και δημιούργησε μία μικρού μήκους ταινία, βασισμένη σε ένα 24ωρο της ζωής της. Εκεί ξεκίνησε να καίει η φλόγα μέσα της. Στη συνέχεια, το 1982, αφού είχαν κυκλοφορήσει και τα δύο της βιβλία, δέχτηκε μία πρόταση για το θέατρο, όπου έπαιξε μαζί με τη Ντίνα Κώνστα. «Τότε, ένας κριτικός είχε γράψει πως πρέπει να κάνω μαθήματα αν θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, γιατί κύριο μέλημά μου ήταν η επιβίωση», λέει. Το 2016, ο Γιάννης Σκουρλέτης τής πρότεινε να πάρει μέρος στην παράσταση, «Τα Αμάραντα» της Bijoux de kant, που είχε ιδιαίτερη επιτυχία. Η διαδρομή της συνεχίζει με την ταινία «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα, στην οποία έπαιξε το 2009-2010. Τη ρωτάω αν προτιμά το θέατρο ή το σινεμά. Αγαπά και τα δύο, όπως μου εξηγεί. «Δεν μπορώ να ξεχωρίσω, αλλά αν έπρεπε να διαλέξω, μία μικρή υπεροχή έχει το θέατρο επειδή είναι πιο άμεσο, έχει επαφή με το κοινό, έχει την προετοιμασία της πρόβας. Ωστόσο οι ταινίες μένουν, το θέατρο δεν αποτυπώνεται πουθενά και κάθε παράσταση είναι διαφορετική».
«Πάντα υπήρχε στη ζωή μου η αναζήτηση μιας ομάδας-οικογένειας»
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Έβγαινα για πιάτσα στη Συγγρού, γιατί ήταν ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης»
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Κάνοντας παρέα με τις υπόλοιπες τρανς, συνειδητοποίησε πως όλες αντιμετώπιζαν προβλήματα επιβίωσης, bullying, ρατσισμό. Καμία δεν έκανε πιάτσα από επιλογή. «Ανέπτυξα ενσυναίσθηση και κατάλαβα ότι αυτό τον ρόλο θα παίξω και θα τον παίξω καλά. Και φόρεσα το σχήμα της τρανς -της τραβεστί τότε- όσο καλύτερα μπορούσα. Με τα χρόνια ασχολήθηκα λίγο με τα ακτιβιστικά, λίγο με τον κινηματογράφο, λίγο με το θέατρο. Ήμουν αντίθετη στο πρώτο μου βιβλίο με τη διόρθωση φύλου, γιατί έβλεπα πλάσματα που ζουν με μία αποτυχημένη επέμβαση, μία αποτυχημένη ζωή. Σιγά-σιγά μελέτησα αρκετές από αυτές, δέθηκα μαζί τους και έβγαλα το συμπέρασμα ότι όλα είναι στο μυαλό μας. Ότι δεν μπορεί να μην έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα μία επέμβαση -εννοώ περί οργασμού- γιατί αυτό αμφισβητούνταν και αμφισβητείται ακόμη».Στην ηλικία των 34 ετών έγινε η φυλομετάβασή της. Αποφάσισε να αλλάξει ζωή για άλλη μια φορά. «Είναι μύθος ότι αυτή η επέμβαση είναι επίπονη, καθώς δεν είναι πολύωρη, ούτε παραμένεις για πολλές ημέρες στο νοσοκομείο. Τρομερό είναι αυτό που συμβαίνει στο μυαλό. Εκεί παλεύουν πολλές σκέψεις, γιατί είναι μία απόφαση που αλλάζει τη ζωή σου και δεν έχει επιστροφή. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα μπροστά στην υλοποίηση της επιθυμίας. Οπότε τα ξεπερνάς όλα», λέει η Μπ. Βακαλίδου.
«Από παιδί έχω μάθει πως τίποτα δεν χαρίζεται»
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Και όπως τονίζει, κουβαλώντας μία συναισθηματική φόρτιση, «μια αίσθηση που έχω από παιδί, είναι πως θεωρώ ότι δεν μου οφείλει κανείς τίποτα, πέρα από την ανοχή του, όπως δεν οφείλω και εγώ τίποτα, γιατί μόνη μου τα κατάφερα. Αν μου χαρίσει κάποιος ένα δώρο, μια παράσταση ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, νομίζω ότι θέλω να του το ανταποδώσω. Στη ζωή μου δεν έχω μάθει να μου χαρίζουν τίποτα».
