Betty_Vakalidou_OS300827
Συνέντευξη

Συναντήσαμε την Μπέττυ Βακαλίδου στο Cartel Πριν την Πρεμιέρα των «Κόκκινων Φαναριών»

«Έβγαινα για πιάτσα στη Συγγρού, γιατί ήταν ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης».

Φτάνοντας στην περιοχή του Ρέντη εκείνο το απόγευμα του Δεκέμβρη, παντού τριγύρω διακρίνουμε αποθήκες και εργοστάσια. Άλλα λειτουργούν και βρίσκονται σε μία διαρκή κίνηση, άλλα στέκουν εγκαταλελειμμένα και αδειανά. Στους στενούς δρόμους της γειτονιάς κυκλοφορούν κυρίως φορτηγά και εργάτες. Στην οδό Λεγάκη, μέσα σε αυτή την απέραντη εργοστασιακή ζώνη, βρίσκεται ο τεχνοχώρος Cartel. Για να μπει κανείς στο θέατρο περνά μέσα από μία σιδερένια πόρτα που οδηγεί σε ένα γκαράζ. Πρόκειται για ένα παλιό μηχανουργείο που στα σπλάχνα του δημιουργείται τέχνη. Ένα σκηνικό που ταυτίζεται απόλυτα με το βιομηχανικό γκρίζο τοπίο και δένει με την ιδιαιτερότητα της περιοχής.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο χώρος του θεάτρου, αχανής. Στη μία από τις τρεις σκηνές που απλώνεται μπροστά μας, άνθρωποι με φόρμες εργασίας κάνουν συγκολλήσεις. Άλλοι, ανεβασμένοι σε τεράστιες σιδερένιες σκαλωσιές φτιάχνουν τα ηλεκτρολογικά, ενώ μία ομάδα ατόμων ασχολείται με το στήσιμο των σκηνικών. Δεν είναι τεχνίτες, είναι τα μέλη του θιάσου. Λειτουργεί σαν ένα αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα που στήθηκε από το μηδέν, αφού οι ηθοποιοί συμμετέχουν σε όλες τις εργασίες που γίνονται. Για το στήσιμο των σκηνικών, τον φωτισμό, ακόμα και την καθαριότητα του χώρου, σαν μία μικρή κοινότητα. Μερικές ημέρες πριν την πρεμιέρα της εμβληματικής παράστασης «Κόκκινα Φανάρια», σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη, λίγο πριν ξεκινήσει η πρόβα, συναντάμε την Μπέττυ Βακαλίδου, η οποία θα ενσαρκώσει τον ρόλο της Μαντάμ Παρί. Περπατάμε κατά μήκος του μακρόστενου διαδρόμου που ενώνει τις τρεις σκηνές που έχουν στηθεί. Στην πρώτη θα πάρουν σάρκα και οστά τα «Κόκκινα Φανάρια», στη δεύτερη παίζεται ο «Άρης», ενώ στην τρίτη το έργο «Άνθρωποι και Ποντίκια». Καθόμαστε στον τελευταίο χώρο, στο βάθος του διαδρόμου, μέσα σε ένα γραφείο με χαμηλό φωτισμό που αποτελεί ένα μέρος του σκηνικού.

Betty_Vakalidou_OS300832.jpg

«Το θέατρο και το σινεμά ήταν ένας τρόπος του νου να ξεφεύγει»

Εκεί, η Μπέττυ Βακαλίδου μιλά για την πολυτάραχη πορεία της, για τα χρόνια εκείνα που δούλευε στη Συγγρού και τη σημάδεψαν ανεξίτηλα, για τον ρατσισμό που δέχτηκε ως τρανς άτομο, για τις προσπάθειες να απεγκλωβιστεί από την κακοποίηση που δεχόταν από την οικογενειά της, ξεφεύγοντας στην Αμερική, αλλά και για την ανιδιοτελή αγάπη της για το θέατρο και το σινεμά, που, στις πιο σκληρές στιγμές της ζωής της, την ταξίδευαν σε έναν άλλο κόσμο, πιο ανθρώπινο και ιδανικό. Η επαφή της με τον κινηματογράφο έγινε τα τρεισήμισι χρόνια που ήταν στο αναμορφωτήριο, από όπου της έδιναν άδειες για να δει ταινίες. Ήταν ένας τρόπος του νου της να ξεφεύγει. Μια ζωή που θα μπορούσε να είναι ταινία. Όχι ονειρική και εξιδανικευμένη, αλλά σκληρή και δύσβατη, με εμπόδια και πόνο, ματαίωση και αδιέξοδα.

«Μετά το 1973, όταν έγινα τραβεστί, ξεκίνησα να βλέπω θέατρο. Το χρησιμοποίησα σαν ένα μέσο διαφυγής. Έχω δει πολύ σημαντικές παραστάσεις, από Κατίνα Παξινού μέχρι Έλλη Λαμπέτη. Μεταφερόμουν σε έναν άλλο κόσμο. Μια αίσθηση την οποία κουβαλούσα μαζί μετά, πηγαίνοντας στη σκληρή πραγματικότητα της δουλειάς στη Συγγρού. Και δούλευα εντελώς μηχανικά, γιατί το μυαλό μου γυρνούσε για ώρες γύρω από το έργο που είχα δει. Παρόλα αυτά δεν μου είχε δημιουργηθεί ποτέ η επιθυμία να γίνω ηθοποιός, είχα άλλες προτεραιότητες», περιγράφει στο VICE.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Betty_Vakalidou_OS300846.jpg

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1979, την πλησίασε ο Δημήτρης Σταύρακας και δημιούργησε μία μικρού μήκους ταινία, βασισμένη σε ένα 24ωρο της ζωής της. Εκεί ξεκίνησε να καίει η φλόγα μέσα της. Στη συνέχεια, το 1982, αφού είχαν κυκλοφορήσει και τα δύο της βιβλία, δέχτηκε μία πρόταση για το θέατρο, όπου έπαιξε μαζί με τη Ντίνα Κώνστα. «Τότε, ένας κριτικός είχε γράψει πως πρέπει να κάνω μαθήματα αν θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, γιατί κύριο μέλημά μου ήταν η επιβίωση», λέει. Το 2016, ο Γιάννης Σκουρλέτης τής πρότεινε να πάρει μέρος στην παράσταση, «Τα Αμάραντα» της Bijoux de kant, που είχε ιδιαίτερη επιτυχία. Η διαδρομή της συνεχίζει με την ταινία «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα, στην οποία έπαιξε το 2009-2010. Τη ρωτάω αν προτιμά το θέατρο ή το σινεμά. Αγαπά και τα δύο, όπως μου εξηγεί. «Δεν μπορώ να ξεχωρίσω, αλλά αν έπρεπε να διαλέξω, μία μικρή υπεροχή έχει το θέατρο επειδή είναι πιο άμεσο, έχει επαφή με το κοινό, έχει την προετοιμασία της πρόβας. Ωστόσο οι ταινίες μένουν, το θέατρο δεν αποτυπώνεται πουθενά και κάθε παράσταση είναι διαφορετική».

Betty_Vakalidou_OS300894.jpg

«Πάντα υπήρχε στη ζωή μου η αναζήτηση μιας ομάδας-οικογένειας»

Η πρώτη της επαφή με τον Βασίλη Μπισμπίκη έγινε πριν από μία δεκαετία, τότε που ήταν στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου έτυχε να βρεθούν σε ένα καφέ, μέσω κοινών γνωστών. Τον περασμένο Απρίλιο, ενώ η ίδια βρισκόταν σε αυτοαπομόνωση κατά τη διάρκεια του δεύτερου lockdown, της τηλεφώνησε, της ζήτησε να βρεθούν και της πρότεινε τον ρόλο. «Πίστευα ότι ο ρόλος θα μου άρεσε πολύ, οπότε ξεκινήσαμε τις πρόβες», αναφέρει η Μπ. Βακαλίδου. Ως τρανς άτομο, έχει αντιμετωπίσει απάνθρωπες καταστάσεις, όμως λέει με σιγουριά πως το θέατρο είναι ένα πρόσφορο έδαφος για εκείνη. «Το θέατρο ενδείκνυται για τρανς άτομα, γιατί τη μεγαλύτερη θεατρική παράσταση της ζωής τους τη δίνουν από τη στιγμή που αποφασίζουν να γίνουν τρανς και να εκτεθούν με οποιοδήποτε τρόπο», επισημαίνει.

Νιώθει πως στα «Κόκκινα Φανάρια» έχει βρει μία οικογένεια, μια συντροφικότητα, μία ομάδα που ανέκαθεν αναζητούσε. «Όλοι οι άνθρωποι του θιάσου μου δείχνουν εκτίμηση, σεβασμό, προσπαθούν να με βοηθούν. Μπορεί να μην ξέρουμε την ακριβή ημερομηνία της πρεμιέρας επειδή βαδίζουμε μετ' εμποδίων, αλλά το διάστημα αυτό είναι πολύ δημιουργικό και συντροφικό. Η λέξη Cartel δεν είναι τυχαία. Είναι ένα θέατρο χειροποίητο, όλα γίνονται από τους ανθρώπους του θιάσου. Αυτή η ομάδα ανθρώπων ακολουθεί χρόνια τον Βασίλη Μπισμπίκη, είναι ένας πυρήνας, μια μικρή κοινότητα. Αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό, επειδή πάντα υπήρχε στη ζωή μου η αναζήτηση μιας ομάδας-οικογένειας». Μπορεί να μην αισθάνεται ως η ιδανική Μαντάμ Παρί, καθώς δεν συγχέει την προσωπική της ζωή με τον ρόλο, όμως παραδέχεται πως της έχουν συμβεί παρόμοιες καταστάσεις με αυτές στο θεατρικό.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Betty_Vakalidou_OS300861.jpg

«Έβγαινα για πιάτσα στη Συγγρού, γιατί ήταν ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης»

Κάνοντας μία αναδρομή στα παιδικά της χρόνια, μου περιγράφει πως ήδη από την ηλικία των πέντε ετών, ανακάλυψε την ιδιαιτερότητά της και προσπαθούσε να τη διαφυλάξει μέχρι να τελειώσει το δημοτικό. Από εκεί και πέρα, η εφηβεία της έγινε πολύ σκληρή, δέχτηκε κακοποίηση σε υπέρμετρο βαθμό από την οικογένειά της. Πριν κλείσει τα 15 της έφυγε στην Αθήνα, παρατώντας την τρίτη γυμνασίου. Σε λίγους μήνες, την εντόπισε η οικογένειά της και την έκλεισε στο αναμορφωτήριο, όπου έμεινε για τρεισήμισι χρόνια. Αφού παρακάλεσε το διευθυντή, της επέτρεψε να τελειώσει την τρίτη και τέταρτη τάξη του εξατάξιου γυμνασίου. Την πέμπτη τάξη δεν κατάφερε να την ολοκληρώσει εξαιτίας των μαθηματικών, αλλά έπρεπε να φύγει, όντας πια 19 χρονών. Έτσι, αποφάσισε να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και ταξίδεψε στα καράβια για δύο χρόνια. Εκεί, βρέθηκε ένας ναύτης που της έδωσε την ιδέα να το σκάσει όταν δέσουν στην Αμερική και να πάει στη Νέα Υόρκη -το ίδιο είχε κάνει ο γιος του- ο οποίος εργαζόταν σε ένα εστιατόριο. Πήγε στη Νέα Υόρκη, έχοντας στην κατοχή της μόνο το τηλέφωνο του γιου του ναύτη. Εκείνος τη φιλοξένησε και της βρήκε δουλειά, και έτσι έμεινε για δύο χρόνια. Μετά, έπρεπε να επιστρέψει για να πάρει αναβολή από τη στρατιωτική θητεία. Η επόμενη προσπάθεια να βρει καράβι να το ξανασκάσει για Αμερική απέτυχε.

Έμεινε στην Αθήνα. Κάθε μέρα ήταν ένας διαρκής αγώνας για επιβίωση. Είχε κάνει πολλές δουλειές. «Έκανα το γκαρσόνι, έπλενα πιάτα, δούλευα ως ελαιοχρωματιστής. Παντού υπήρχε μία δυσφορία, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν ήταν φιλική. Αργότερα γνώρισα δύο παιδιά από την πατρίδα μου, την Αλεξανδρούπολη. Η μία έβγαινε για πιάτσα στη Συγγρού. Και έτσι το δοκίμασα κι εγώ. Ήταν πολύ δυσάρεστο τις πρώτες φορές. Όμως, επειδή δεν είχα τι άλλο να κάνω, προσπάθησα να το συνηθίσω γιατί πλέον ήταν ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης για μένα», λέει η Μπ. Βακαλίδου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Betty_Vakalidou_OS300817.jpg

Κάνοντας παρέα με τις υπόλοιπες τρανς, συνειδητοποίησε πως όλες αντιμετώπιζαν προβλήματα επιβίωσης, bullying, ρατσισμό. Καμία δεν έκανε πιάτσα από επιλογή. «Ανέπτυξα ενσυναίσθηση και κατάλαβα ότι αυτό τον ρόλο θα παίξω και θα τον παίξω καλά. Και φόρεσα το σχήμα της τρανς -της τραβεστί τότε- όσο καλύτερα μπορούσα. Με τα χρόνια ασχολήθηκα λίγο με τα ακτιβιστικά, λίγο με τον κινηματογράφο, λίγο με το θέατρο. Ήμουν αντίθετη στο πρώτο μου βιβλίο με τη διόρθωση φύλου, γιατί έβλεπα πλάσματα που ζουν με μία αποτυχημένη επέμβαση, μία αποτυχημένη ζωή. Σιγά-σιγά μελέτησα αρκετές από αυτές, δέθηκα μαζί τους και έβγαλα το συμπέρασμα ότι όλα είναι στο μυαλό μας. Ότι δεν μπορεί να μην έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα μία επέμβαση -εννοώ περί οργασμού- γιατί αυτό αμφισβητούνταν και αμφισβητείται ακόμη».

Στην ηλικία των 34 ετών έγινε η φυλομετάβασή της. Αποφάσισε να αλλάξει ζωή για άλλη μια φορά. «Είναι μύθος ότι αυτή η επέμβαση είναι επίπονη, καθώς δεν είναι πολύωρη, ούτε παραμένεις για πολλές ημέρες στο νοσοκομείο. Τρομερό είναι αυτό που συμβαίνει στο μυαλό. Εκεί παλεύουν πολλές σκέψεις, γιατί είναι μία απόφαση που αλλάζει τη ζωή σου και δεν έχει επιστροφή. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα μπροστά στην υλοποίηση της επιθυμίας. Οπότε τα ξεπερνάς όλα», λέει η Μπ. Βακαλίδου.

Betty_Vakalidou_OS300848.jpg

«Από παιδί έχω μάθει πως τίποτα δεν χαρίζεται»

Εκείνες οι εποχές ήταν πολύ σκοτεινές για την ομοφυλοφιλική κοινότητα. Όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει, καθώς πολλά παιδιά έχουν μπει σε ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεις και οι τρανς είχαν τη Μαρίνα Γαλανού που πέτυχε πολλά σε ό,τι αφορά την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της κοινότητας, όπως λέει η Μπ. Βακαλίδου. «Ακόμα δεν είναι ιδανικά, πόσο μάλλον στην Ελλάδα που εξακολουθεί να είναι μία ρατσιστική κοινωνία. Φαίνεται από τον τρόπο που μεταχειριζόμαστε τους πρόσφυγες, τους Ρομά, τους μετανάστες. Παρόλα αυτά, με τη βοήθεια της ευρωπαϊκής κοινότητας, μπαίνουν φραγμοί και όρια. Θέλει ενσυναίσθηση και σεβασμό. Πρέπει να δεχόμαστε τη διαφορετικότητα, δεν θα έπρεπε καν να το συζητάμε εν έτει 2021». Σε ό,τι αφορά την τρανς κοινότητα, εξηγεί ότι είναι εκείνη που έχει υποφέρει περισσότερο, επειδή είναι η βιτρίνα των ανθρώπων με σεξουαλικές παρεκκλίσεις και ιδιαιτερότητες. «Οι τρανς με τη δουλειά που κάνουν, αναγκαστικά αλλοτριώνονται. Η πορνεία μάς αλλοτριώνει γρήγορα, ειδικότερα όσες ήμασταν φτωχά παιδιά, από επαρχιακές πόλεις, από διαλυμένες οικογένειες και χωρίς να έχουμε σπουδάσει. Πολλές δεν είχαν βγάλει ούτε το δημοτικό, οπότε τι περιμένει κανείς; Γι' αυτό χρειάζεται κατανόηση από την πλευρά του κόσμου. Τα πάντα είναι θέμα Παιδείας».

Στο παρελθόν η Μπέττυ Βακαλίδου είχε πει πως δεν ασχολείται πλέον με τον ακτιβισμό, γιατί η ίδια η ζωή της είναι ένας διαρκής ακτιβισμός. «Όλη η πορεία της ζωής μου μέχρι τώρα, στα 72 μου χρόνια, πιστεύω ότι εμπεριέχει ψήγματα ακτιβισμού», σημειώνει. Τη ρωτάω αν υπάρχει κάτι που θέλει να μοιραστεί, κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο ίσως. «Δεν υπάρχει κάτι που δεν έχω κάνει. Θέλω να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία στη ζωή μου για την οποία πάλεψα τόσο καιρό. Θέλω να ζω αξιοπρεπώς και να μου τυχαίνουν καλές προτάσεις, όπως τα Κόκκινα Φανάρια. Δεν έχω κάποιο απωθημένο, κάποιον κρυφό πόθο. Ό,τι μου ήρθε στη ζωή, καλώς ήρθε. Δεν κυνήγησα κάτι με μανία», λέει.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Betty_Vakalidou_OS300842.jpg

Και όπως τονίζει, κουβαλώντας μία συναισθηματική φόρτιση, «μια αίσθηση που έχω από παιδί, είναι πως θεωρώ ότι δεν μου οφείλει κανείς τίποτα, πέρα από την ανοχή του, όπως δεν οφείλω και εγώ τίποτα, γιατί μόνη μου τα κατάφερα. Αν μου χαρίσει κάποιος ένα δώρο, μια παράσταση ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, νομίζω ότι θέλω να του το ανταποδώσω. Στη ζωή μου δεν έχω μάθει να μου χαρίζουν τίποτα».

Betty_Vakalidou_OS300889.jpg