Ελληνική Τηλεόραση

Οι «Απαράδεκτοι» Είναι Κάτι Παραπάνω από τα Ελληνικά «Friends»

Βλέποντας τη σειρά με την ματιά του «τηλεθεατή Netflix» εξακολουθείς να γελάς, να διασκεδάζεις και να προβληματίζεσαι.
16.5.18
Screenshot από το YouTube. 

Υπάρχουν κάποιοι ήχοι και εικόνες από την παιδική σου ηλικία που θα σε ακολουθούν για μια ζωή. Εγώ, για παράδειγμα, όποτε ακούω την εισαγωγή του «Monday Monday» των The Mamas & the Pappas είμαι καταδικασμένος να φέρνω στο μυαλό μου ένα 90s τηλεοπτικό σπίτι στο οποίο τριγυρνούν τέσσερις τύποι: Η Δήμητρα Παπαδοπούλου, ο Σπύρος Παπαδόπουλος, ο Βλάσης Μπονάτσος και ο Γιάννης Μπέζος. Δηλαδή, το βασικό καστ μιας εκ των πλέον γνωστών σειρών στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Ο λόγος για τους Απαράδεκτους, μια τηλεοπτική παρέα που έχει αγαπηθεί όσο λίγες από το εγχώριο κοινό. Ο προαναφερθείς συνειρμός, πάντως, μόνο τυχαίος δεν είναι αφού το εν λόγω σημείο του πασίγνωστου κομματιού έχει χρησιμοποιηθεί από τον συνθέτη Νίκο Πατρελάκη για το mash up που αποτελεί τη μουσική των τίτλων αρχής της σειράς.

Πρόκειται για το πρώτο ελληνικό sitcom, κάτι σαν τα δικά μας Φιλαράκια.

Παρότι έχω παρακολουθήσει αρκετά επεισόδια του δημιουργήματος της Δήμητρας Παπαδοπούλου, είτε από επαναλήψεις στο Mega είτε στο Διαδίκτυο, ποτέ δεν έχω κάτσει να το δω από την αρχή μέχρι το τέλος. Ωστόσο, αυτή η επαφή ήταν αρκετή για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι ουσιαστικά πρόκειται για το πρώτο ελληνικό sitcom, κάτι σαν τα δικά μας Φιλαράκια. Βέβαια, οι Απαράδεκτοι γυρίστηκαν σχεδόν τρία χρόνια προτού η νεοϋορκέζικη εξάδα μπει στις ζωές των Αμερικανών και αργότερα στις δικές μας. Συγκεκριμένα, η σειρά έκανε πρεμιέρα στις 18 Σεπτεμβρίου του 1991 και ολοκληρώθηκε έπειτα από δύο σεζόν, με τον συνολικό αριθμό επεισοδίων να ανέρχεται στα 49. Μέρος του σεναρίου βασίστηκε στους διαλόγους της εκπομπής που έκαναν παλιότερα στο ραδιόφωνο η Δήμητρα και ο Σπύρος Παπαδόπουλος, η οποία λεγόταν Κυριακή Μήτηρ Πάσης Κακίας. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι κανείς από τους ηθοποιούς που υποδύθηκαν τους βασικούς ρόλους δεν πέρασε από κάστινγκ. Οι συντελεστές ήταν φίλοι και στην πραγματικότητα και αυτό φαινόταν ακόμη και μπροστά από τις κάμερες.

Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι η σειρά προβλήθηκε σε μια εποχή που η Ελλάδα ακροβατούσε μεταξύ Δύσης και Ανατολής, με την ιδιωτική τηλεόραση να βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακό στάδιο. Όπως μπορεί να καταλάβει κανείς, επρόκειτο για ένα εγχείρημα που κατέχει αρκετές καινοτομίες. Η σημαντικότερη από αυτές είναι πως για πρώτη φορά στην ιστορία της εγχώριας τηλεοπτικής πραγματικότητας έχουμε έναν ανοιχτά γκέι χαρακτήρα. Ο Γιάννης, τον οποίο ενσάρκωσε με τεράστια επιτυχία ο Γιάννης Μπέζος, ήταν η «κόλλα» της παρέας και παρότι μιλάμε για εξαιρετικά συντηρητικές εποχές, δεν παρουσιάστηκε ως καρικατούρα. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως για τις επόμενες δύο δεκαετίες οι ομοφυλόφιλοι χαρακτήρες αποτελούσαν το «comic relief» ακόμη και σε δραματικές σειρές. Αντιθέτως, ο Γιάννης, ενώ βρισκόταν σε ένα κωμικό περιβάλλον, ήταν ο πιο σοβαρός και σταθερός (αν και νευρικός) χαρακτήρας της σειράς. Οι φίλοι του, από την άλλη, είναι εξαιρετικά αγαθοί και συχνά σπεύδουν να ζητήσουν τη συμβουλή του, που συνήθως βασίζεται στη λογική - σε αντίθεση με όσα έχουν στο μυαλό τους οι ίδιοι. Σκεπτόμενος όλα τα παραπάνω, αποφάσισα -από περιέργεια- να παρακολουθήσω μετά από χρόνια ένα τυχαίο επεισόδιο με σημερινή ματιά. Έτσι, για να δω πώς θα μου φανεί. Θα είναι αναχρονιστικό; Θα με κάνει να γελάσω ή τα αστεία θα μου φαίνεται «κρύο», όπως συμβαίνει με πολλές κωμωδίες του παρελθόντος;

Η γαλλική κουλτούρα και το κόμπλεξ

Διαλέγοντας στην τύχη και χωρίς κανένα απολύτως κριτήριο, έπεσα στο 12ο επεισόδιο της πρώτης σεζόν με τίτλο «Γαλλική Κουλτούρα», το οποίο προβλήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου του 1991. Σε αυτό, ο Γιάννης καλείται να φιλοξενήσει έναν κοσμοπολίτη αρτίστα φίλο του από το Παρίσι. Η επερχόμενη άφιξη του Γάλλου φέρνει αναβρασμό στην παρέα που ετοιμάζεται να υποδεχθεί τον «Ευρωπαίο». Μαθήματα γαλλικών -που θύμισαν τα αντίστοιχα που έκανε η Phoebe στον Joey- και κουβέντες γύρω από την κουλτούρα των Γάλλων που παρουσιάζεται ως ανώτερη από τη δική μας. Μια μικρή, χιουμοριστική ματιά στο κόμπλεξ κατωτερότητας που είχαν πολλοί από τους συμπολίτες μας εκείνη την εποχή απέναντι στους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες. Κατάλοιπα της επταετίας της Χούντας που μας άφησε χρόνια πίσω από τις εξελίξεις; Ποιος ξέρει; Μάλιστα, είναι τέτοιο το άγχος των φίλων μας, που φτάνουν σε σημείο να βάλουν λεφτά από την τσέπη τους για να αλλάξουν την είσοδο της πολυκατοικίας, ώστε να αρμόζει στη φινέτσα του καλεσμένου τους. Παράλληλα, φαντασιώνονται διάσημες Γαλλίδες, αγγίζοντας απαλά τα όρια του σεξισμού, χωρίς όμως να τα ξεπερνούν. Αυτό δεν είναι αρνητικό για τη σειρά, μιας και θεωρώ ότι η σεναριογράφος και πρωταγωνίστρια, Δήμητρα Παπαδοπούλου, μέσω των δύο αυτών χαρακτήρων -αλλά και του δικού της που πάσχιζε να πετάξει από πάνω του, την ταμπέλα της νοικοκυράς- θέλησε να σχολιάσει ελαφρώς την πατριαρχία που στα 90's ήταν σίγουρα πιο έντονη.

Τελικά, o Gérard -Ζάνο Ντάνιας- αποδεικνύεται άξεστος, αφού κατά τα λεγόμενα του Γιάννη έχει αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που τον είδε - τουλάχιστον σήμερα θα τον έπαιρνε χαμπάρι από τα post του σε Instagram και Facebook. Αφού έφαγε τον αγλέουρα, απαίτησε να του βρουν μια γυναίκα για να κοιμηθεί μαζί του. Ευτυχώς το σεξιστικό του αίτημα δεν έγινε αποδεκτό, αν και όπως είδαμε στην πορεία αυτό έφερε μια άσχημη εξέλιξη. Οι μέρες περνούν και ο μουσαφίρης ήδη θεωρείται ανεπιθύμητος. Ροχαλίζει σαν τρακτέρ, τρώει τα πάντα, δεν έχει τρόπους και ξεκινάει να δείχνει μια ιδιαίτερη «συμπάθεια» στη Δήμητρα. Ένα βράδυ, η παρέα αποφασίζει να παίξει μπιρίμπα, ωστόσο ο Γιάννης επωμίζεται το βάρος του Γάλλου, με τον οποίο πρέπει να περάσει τη βραδιά σπίτι του, αφού κανείς δεν τον θέλει. Έπειτα από κάποια ώρα, ο φίλος μας βαριέται με τον Gérard. Πηγαίνει, λοιπόν, στο απέναντι διαμέρισμα -όπως και στα Φιλαράκια, έτσι κι εδώ, ο ένας μπαίνει ανενόχλητος στο σπίτι του άλλου-, για να ψήσει την κολλητή του να κρατήσει συντροφιά στον προσκεκλημένο του, για να παίξει και αυτός μια παρτίδα. Τελικά την πείθει και αυτό έχει ως αποτέλεσμα η Δήμητρα να δεχθεί από τον Gérard ένα άγριο πέσιμο. Η παρέα μπαίνει στο δωμάτιο την ύστατη στιγμή, με τον Σπύρο να επιτίθεται στον τυπά φωνάζοντας: «Σε ταΐσαμε, σε ποτίσαμε, θα μας φας και τη γυναίκα;». Ναι, δεν τον πείραξε η επίθεση, αλλά να μην του φάει τη γυναίκα ο άλλος. Τελικά, ο Γιάννης λέει την τελευταία κουβέντα, ένα «Ουστ» και το επεισόδιο τελειώνει.


[VICE Video] Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης Παίζει στο Netflix Όμως Κάποτε Είχε για Καμαρίνι Ένα Πορτμπαγκάζ

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Το τέλος με βρίσκει να γελάω και αυτή είναι η απόδειξη ότι Οι Απαράδεκτοι έχουν ακόμη και σήμερα αυτό το κάτι που μπορεί να τραβήξει την προσοχή σου. Όπως και τα Φιλαράκια, έχουν κάποια αναχρονιστικά στοιχεία, όπως το ντύσιμο, τα χτενίσματα και το name dropping κάποιων hot προσωπικοτήτων της εποχής -βλέπε François Mitterrand-, όμως οι ατάκες παραμένουν «φωτιά» και το έξυπνο και λιτό γράψιμο προσδίδει μια έξτρα νότα φρεσκάδας σε ένα τηλεοπτικό προϊόν που σε τρία χρόνια κλείνει τα 30. Παρακολουθώντας τις σημερινές ελληνικές σειρές, ειδικά τις κωμικές, δεν μπορώ παρά να πω ένα «ευχαριστώ, αλλά δεν μπορώ να αντέξω άλλον πουριτανισμό και οικογενειακές σειρές με γυμνασιακά σενάρια εν έτει 2018» και να προτιμήσω τον παλιό καλό καιρό με Εγκλήματα και Της Ελλάδος τα Παιδιά. Ωστόσο, δεν μπορώ να παραβλέψω και κάποια ψεγάδια σε αυτές, που έχουν περισσότερο να κάνουν με ατάκες που ίσως σήμερα να ακούγονται λίγο σεξιστικές ή ρατσιστικές. Ωστόσο, θεωρώ ότι και οι ίδιοι οι σεναριογράφοι αν μπορούσαν θα τις άλλαζαν. Δεν ξέρω αν η γενιά του Netflix θα μπορέσει ποτέ να «πιάσει» τη φάση των Απαράδεκτων, μιας και μιλάμε για πραγματικά τεράστιο κενό αναφορών και αντιλήψεων. Οι τριαντάρηδες, όμως, σίγουρα θα έχουν για πολλά χρόνια μια θέση στην καρδιά τους για το πρώτο ελληνικό Sitcom - και ας μην είχε γέλια στο background.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίοNewsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Έτσι Ήταν η Ελλάδα και ο Κόσμος το 1994, την Τελευταία Φορά που η ΑΕΚ Έπαιρνε Πρωτάθλημα

Πώς Διασκεδάζουν οι Φοιτητικές Παρατάξεις: Η Περίπτωση της ΕΑΑΚ

87 Μέρες, 23 Ώρες, 2 Λεπτά και 39 Δευτερόλεπτά στον Ευαγγελισμό Μεταξύ Ζωής και Θανάτου

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.