O Πατέρας μου, Αυτός ο Ανώμαλος που Προσπαθούσε να Κάνει σεξ με τις Φίλες μου
Σεξ

O Πατέρας μου, Αυτός ο Ανώμαλος που Προσπαθούσε να Κάνει σεξ με τις Φίλες μου

Από τότε που πέθανε η μητριά μου, ο μπαμπάς μου μεταμορφώθηκε σε ένα υπερσεξουαλικό κτήνος.
HB
Κείμενο Heidi Blue
5.9.16

To άρθρο δημοσιεύτηκα αρχικά στο Broadly.

Όταν τα πέντε αδέρφια μου κι εγώ ανακαλύψαμε την παλιά, ατσούμπαλη βιντεοκάμερα του πατέρα μας, πετάξαμε από τη χαρά μας, σαν μικρά παιδιά που ήμασταν στις αρχές του '90. Η κάμερα ήταν γιγάντια και βογκούσα συνεχώς επειδή ο λαιμός και οι ώμοι μου πιάνονταν από το βάρος.

Παρά τον μεγάλο της όγκο, λατρεύαμε να τη χρησιμοποιούμε. Γυρίζαμε όλοι μαζί κωμικά σκετσάκια, αγώνες πάλης σε στιλ WWE και μικρές ταινιούλες εμπνευσμένες από τον James Bond με παιδικά όπλα από το σούπερ μάρκετ και παραδόξως συνεκτικά σενάρια.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αυτό που απολαμβάναμε περισσότερο στις ταινίες που γυρίζαμε ήταν να μαζευόμαστε γύρω από την τηλεόραση για να παίξουμε τις κασέτες, όπου συχνά γελούσαμε με τις βλακείες που κάναμε μπροστά στον φακό και με το πόσο χάλια χειριζόμασταν την κάμερα. Θυμάμαι μια φορά που είχαμε μαζευτεί να δούμε ένα σκετσάκι που είχαμε κλέψει από τον 007, έναν-δυο μήνες αφότου το είχαμε γυρίσει. Απορροφημένοι στην οθόνη, τα αδέρφια μου κι εγώ χαχανίζαμε και κάναμε κριτική για το απόλυτο σκοτάδι που είχε ένα εξωτερικό νυχτερινό πλάνο, όταν ξαφνικά η κασέτα άρχισε να δείχνει χιόνια και το ίδιο γρήγορα άρχισε να παίζει μια σκηνή που έδειχνε έναν άντρα και μια γυναίκα να κάνουν σεξ πάνω σε ένα στρώμα. Το ζευγάρι σπαρταρούσε αφήνοντας βογκητά, καθώς τα αδέρφια μου κι εγώ ουρλιάζαμε τρομοκρατημένοι.

O μεγάλος μου αδερφός, όντας ο λογικότερος, άρπαξε το τηλεκοντρόλ και πάτησε στοπ. Μας είχε σώσει. Μια σύντομη στιγμή σιωπής και μια απαλή ανάσα ανακούφισης απλώθηκε στο δωμάτιο. «Έπρεπε να είχαμε βάλει τίτλο στην κασέτα», είπε η αδερφή μου. Γνέψαμε όλοι καταφατικά.

Ο μπαμπάς μου έγραφε συχνά τσόντες πάνω από τις ερασιτεχνικές μας ταινίες. Καθότι παιδιά, σπάνια βάζαμε ταμπελίτσες και αρχειοθετούσαμε τις κασέτες, ενώ είχαμε το κακό συνήθειο να τις πετάμε σε ένα μεγάλο συρτάρι γεμάτο βιντεοκασέτες με το που τελειώναμε. Από εκεί και έπειτα, ο μπαμπάς μου άρπαζε όποια έβρισκε και τη χρησιμοποιούσε για τους δικούς του σκοπούς. Μιας και κανείς μας δεν ήταν διατεθειμένος να παραπονεθεί στον πατέρα μας για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, συνήθως ξεπερνούσαμε την απογοήτευση και ξεκινούσαμε από την αρχή.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ήταν πολύ δύσκολο να συνδέουμε τις πρόστυχες hardcore σκηνές που διέκοπταν το παιδικό μας παιχνίδι με τον άνθρωπο που έπαιζε κρυφτό μαζί μας στις σημύδες. Ο πατέρας μου μας πήγαινε συχνά μεγάλες βόλτες με το αυτοκίνητο στην πόλη και πολλές φορές περπατούσαμε με τις ώρες ανάμεσα σε δέντρα στο αγαπημένο μας πάρκο. Μας είχε μάθει τα ονόματα όλων των φυτών που συναντούσαμε στο μονοπάτι από το οποίο συνήθως περνούσαμε. Έμοιαζε να ξέρει την ονομασία κάθε φυτού στον πλανήτη.

Ποτέ δεν είδα τον πατέρα μου σαν βιτσιόζο ή διεστραμμένο. Υπέθετα ότι όλοι οι ενήλικες είχαν την ίδια συμπεριφορά και τα ίδια γνωρίσματα. Πέρα από το δωμάτιο Τ –έτσι είχαμε ονομάσει με τα αδέρφια μου το υπόγειο όπου ο μπαμπάς έκρυβε τις τσόντες– και τις γραμμένες τσόντες πάνω στις κασέτες μας, σε γενικές γραμμές δεν είχα προβλήματα στη σχέση με τον μπαμπά μου και τη μητριά μου. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει όταν ήμουν δύο χρόνων και ποτέ δεν λαχταρούσα να τα βρουν ξανά, αφού είχα μάθει από μικρή να τους βλέπω χώρια. Δεν μπορούσα καν να τους φανταστώ να έχουν σχέση στο παρελθόν, μιας και η μητέρα μου παραήταν δυναμική και ανεξάρτητη για τον πατέρα μου, ο οποίος ένιωθε την ανάγκη να είναι δικτάτορας στις περισσότερες σχέσεις του. Νομίζω ότι η μαμά μου απλώς ωρίμασε και δεν μπορούσε να επιτρέψει πλέον στον εαυτό της να είναι με έναν τέτοιο άντρα. Παρ' όλα αυτά, ύστερα από τόσες διαδρομές που έκαναν για να μας αφήσουν και να μας πάρουν ο ένας από το σπίτι του άλλου και τόσα πάρτι γενεθλίων, οι γονείς μου παρέμειναν φίλοι. Τουλάχιστον όσο οι επαφές μεταξύ τους περιορίζονταν στο ελάχιστο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η μητριά μου ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα από τα Σκόπια με χρυσαφένιο χρώμα στην επιδερμίδα, που το διατηρούσε όλο τον χρόνο. Έβαφε πάντα τα μαλλιά της σε κόκκινες και καστανές αποχρώσεις και με ρωτούσε όλο χαρά (σε μηνιαία βάση, όπως μου φαινόταν): «Σ' αρέσουν τα μαλλιά μου;». Τρελαινόμουν να τη βλέπω να γελάει κι έτσι, ακόμα και αν δεν έβλεπα καμία διαφορά στο χρώμα των μαλλιών της από τον προηγούμενο μήνα, της έλεγα ότι ήταν τέλεια.

Δούλευε με παιδιά σε έναν παιδικό σταθμό και πολλές φορές την έβρισκα να κάθεται στην κουζίνα αργά το βράδυ. Έκοβε χαρτόνια σχηματίζοντας ζωάκια ή λουλούδια για να προετοιμαστεί για τις χειροτεχνίες που θα έκανε στη δουλειά την επόμενη μέρα. Με το που έμπαινα μέσα, ζητούσε κατευθείαν να της πω με τι μου έμοιαζε αυτό που έβλεπα. Εγώ το στραβοκοιτούσα, δίσταζα για πολλή ώρα και άρχιζα να χαμογελάω. Εκείνη τίναζε τα χέρια της στον αέρα φωνάζοντας την απάντηση, την οποία φυσικά επιβεβαίωνα προσπαθώντας να φανώ όσο πιο ειλικρινής γινόταν.

Παρόλο που μόνο μία από τις αδερφές μου ήταν κόρη της, η μητριά μου συμπεριφερόταν σε όλους μας σαν παιδιά της. Μου άρεσε πολύ που είχα δεύτερη μαμά. Πέθανε όταν ήμουν στην εφηβεία ακόμα και εγώ ήμουν συντετριμμένη. Και, το χειρότερο, η απουσία της μεταμόρφωσε τον πατέρα μου σε ένα υπερσεξουαλικό ον χωρίς αναστολές, πράγμα που κατέστρεψε εντελώς τη στενή σχέση που είχαμε.

Ο θάνατος της μητριάς μου μεταμόρφωσε τον πατέρα μου σε ένα υπερσεξουαλικό ον χωρίς αναστολές, πράγμα που κατέστρεψε εντελώς τη στενή σχέση που είχαμε.

Ως χήρος πλέον, ο μπαμπάς μου μεταμορφώθηκε. Το σεξ έμοιαζε να είναι το μοναδικό του κίνητρο. Παρόλο που ήταν 70 χρόνων και αυτοαποκαλούνταν «σακάτης» που κούτσαινε (εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε στα νιάτα του, το οποίο έκανε το δεξί του πόδι να ατροφήσει), ο πατέρας μου ήταν σε καλή φυσική κατάσταση για την ηλικία του. Είχε γραμμωμένο στήθος και μπράτσα επειδή έκανε γυμναστική καθημερινά. Αν δεν είχε χάσει μερικά δόντια, θα μπορούσε να τον περάσει κανείς για μικρότερο. Είχε πάντως πλούσια γκρίζα μαλλιά, τα οποία ψαλίδιζε τακτικά. Και πάντα φορούσε το ίδιο αμάνικο κολλητό μπλουζάκι σε άσπρο ή μαύρο και ένα πράσινο στρατιωτικό παντελόνι, τα οποία αγόραζε αποκλειστικά από ένα στοκατζίδικο με στρατιωτικά είδη. Φορούσε για πολύ καιρό τα ίδια ρούχα, αλλά ποτέ δεν έδειχνε βρόμικος ή απεριποίητος. Η βαθιά, μπάσα φωνή του αντηχούσε σε όλο το σπίτι, λες και αρνούνταν να απορροφηθεί από τα έπιπλα, κάθε φορά που μιλούσε.

Όταν η μητριά μου πέθανε δεν έκανε κάποια ριζική αλλαγή, δεν άρχισε να πηγαίνει γυμναστήριο, ούτε καν έφτιαξε τα δόντια του. Κάτι είχε αλλάξει, όμως. Η λίμπιντό του άρχισε να επισκιάζει τη συναισθηματική του υπευθυνότητα ως γονέα έξι παιδιών. Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα με το πόσο αναίσχυντα αποφασισμένος ήταν να πάει με τις ενήλικες πλέον παιδικές μου φίλες.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η Monika και η Samantha* ήταν κόρες ενός οικογενειακού φίλου, τις οποίες είχε νταντέψει πολλές φορές ο μπαμπάς μου όταν πρόσεχε τα αδέρφια μου κι εμένα. Οι αδερφές αυτές προέρχονταν από μια διαλυμένη οικογένεια και ήξερα ότι κάποιοι συμμαθητές μου τις θεωρούσαν λίγο «ντεκαντάνς». Εγώ πάλι, πίστευα ότι η Monika ήταν πολύ cool άτομο και ένιωθα τυχερή που ήταν φίλη μου. Είχε απίστευτη φυσική ομορφιά, με πλούσια καστανόξανθα μαλλιά και καταγάλανα μάτια. Ήταν η πρώτη κοπέλα από όσες ήξερα που είχε αγόρι και piercing στον αφαλό. Οι χαριτωμένες της φακίδες και το τέλειο χαμόγελό της την έκαναν να εκπέμπει μια αθωότητα που ερχόταν σε αντίθεση με τα σέξι μπουστάκια και τα κολλητά παντελόνια της. Ήταν εύστροφη και έδειχνε να έχει αποδεχτεί τα οικογενειακά της προβλήματα χωρίς να τα αφήνει να την επηρεάζουν.

Για τη Samantha, από την άλλη, ήταν γνωστό ότι έκλεβε, πουλούσε ναρκωτικά και σχεδόν δεν πατούσε στο σχολείο. Η Samantha ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερή μας, όμορφη αλλά σκληρή. Ήταν ψηλή και αδύνατη, αλλά παρόλο που ντυνόταν παρόμοια με τη Monika, δεν υπήρχε αυτή η αντίθεση με το πρόσωπό της. Τα υπερβολικά λεπτά της φρύδια και τα κατάμαυρα βαμμένα της μαλλιά ήταν χαρακτηριστικά που θα περίμενες από μια τόσο σκληρή κοπέλα. Εκτός από αυτό, υπήρχε πάντα κάτι το απειλητικό και όχι χαρούμενο στο χαμόγελό της. Όπως και να 'χει, το κοινό παιδικό μας παρελθόν την είχε κάνει μία από τις καλύτερες φίλες της μεγάλης μου αδερφής. Όλες μαζί είχαμε γίνει μια αδελφοποιημένη ομάδα – την οποία επρόκειτο σύντομα να διαλύσει ο πατέρας μου, όταν ενηλικιωθήκαμε.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λίγο μετά τον θάνατο της μητριάς μου, ο πατέρας μου άρχισε να γλυκοκοιτάζει την εικοσάχρονη Monika. Τον είχα ακούσει να κάνει λάγνα σχόλια για το ασυνήθιστα μεγάλο της στήθος και να θάβει το αγόρι της, λέγοντας ότι η Monika παραήταν καλή γι' αυτόν. Μια μέρα, ο πατέρας μου προσπάθησε να κάνει κίνηση. Ακούμπησε το χέρι του στο μπούτι της Monika σαν να μη συμβαίνει τίποτα και άρχισε να το ανεβάζει προς τα πάνω. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Monika έβλεπε τον πατέρα μου σαν θείο της, γι' αυτό και σοκαρίστηκε και ταράχτηκε από το γεγονός. Το να απολογηθώ στη Monika για λογαριασμό του πατέρα μου έμοιαζε ανούσιο, κυρίως γιατί ήμουν εξίσου ταραγμένη με την ενέργειά του και δεν ένιωθα ότι του άξιζε συγχώρεση. Στο τέλος η Monika αποφάσισε να απομακρυνθεί από τον πατέρα μου και, προκειμένου να μην ντροπιαστεί η οικογένειά μου, ξέχασε το όλο περιστατικό. Τελικά σταμάτησε να απαντάει στα μηνύματά μου.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Ο πατέρας μου εξακολουθούσε να είναι αποφασισμένος να βρει μια γυναίκα για να έχει στο πλευρό του. Ακόμα και στα 71 του, είχε εμμονή με το να κάνει κι άλλα παιδιά, προσκολλημένος στις μεσαιωνικές αντιλήψεις περί «σποράς» απογόνων (παρόλο που είχε ήδη πέντε παιδιά). Η Samantha ήταν έγκυος εκείνη την εποχή και ο πατέρας του μωρού ήταν εξαφανισμένος. Ο μπαμπάς μου της είπε ότι τον ερέθιζαν πολύ οι εγκυμονούσες γυναίκες επειδή, σύμφωνα με εκείνον, τα εξωτερικά χείλη του αιδοίου γίνονταν πιο φουσκωτά και ζουμερά κατά την εγκυμοσύνη. Εγώ έμαθα γι' αυτό το σχόλιο όταν η Samantha το είπε σε μία από τις αδερφές μου. Σε εκείνη τη φάση, δεν εξεπλάγην καν και, δυστυχώς, ένιωθα τόσο αδύναμη που δεν μπορούσα καν να νιώσω αποτροπιασμό για την κατάσταση. Ο θυμός έμοιαζε μάταιος.

Η Samantha ετοιμαζόταν να γίνει μητέρα χωρίς οικονομική στήριξη και σύντομα κατέστη σαφές ότι δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να ανεχτεί τις γελοιότητες του πατέρα μου, με αντάλλαγμα χρήματα και χάρες. Άρχισε να γίνεται περισσότερο κομμάτι του κόσμου του μπαμπά μου παρά του δικού μου και της αδερφής μου. Η μεγάλη μου αδερφή, με την οποία ήταν πιο κοντά, πήγαινε πού και πού στα πάρτι γενεθλίων της Samantha ή όταν καλούσε φίλους στο σπίτι της, αλλά νομίζω ότι το έκανε περισσότερο επειδή ένιωθε ενοχές που κάποτε ήταν δεμένες και όχι λόγω φιλίας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο πατέρας μου πήγαινε τη Samantha με το αυτοκίνητο όπου χρειαζόταν και συχνά της τσιμπούσε τον πισινό καθώς έβγαινε από το αμάξι. Της έδινε είκοσι δολάρια για χόρτο ή τσιγάρα (μετά την εγκυμοσύνη), αλλά μερικές φορές την ανάγκαζε να σκύβει μπροστά του για να τα πάρει. Ο μπαμπάς μου απολάμβανε την παρέα μιας νεαρής γυναίκας στο πλάι του, αλλά η Samantha τον εκμεταλλευόταν όσο μπορούσε χωρίς να του επιτρέπει να ξεπεράσει κάποια όρια.

Ο σεβασμός που είχα για τον πατέρα μου είχε πλέον εξαφανιστεί. Απέφευγα να τον συναντώ για περισσότερο από πέντε λεπτά. Οι περισσότερες συζητήσεις μας συνοψίζονταν σε ένα «καλημέρα» το πρωί, ένα σχόλιο για τον καιρό το μεσημέρι και ένα βραδινό «καληνύχτα». Το γεγονός ότι ήξερα ποιον θα έβλεπε όταν έφευγε από το σπίτι ή με ποιον μιλούσε πάντα στο τηλέφωνο καθιστούσε ανούσιο το οτιδήποτε ήθελε να μου πει. Δεν κατηγορούσα ιδιαίτερα τη Samantha – ίσως επειδή λυπόμουν τόσο αυτή όσο και τη ζοφερή πορεία που ακολουθούσε στη ζωή της. Ήμουν ζεστή απέναντί της μόνο και μόνο επειδή φοβόμουν ότι ο πατέρας μου θα παραπονιόταν ότι είμαι αγενής και η οξυθυμία του μου είχε μάθει να αποφεύγω οποιαδήποτε αντιπαράθεση μαζί του, αν ήταν δυνατόν.

Ο πατέρας μου πήγαινε τη Samantha με το αυτοκίνητο όπου χρειαζόταν και συχνά της τσιμπούσε τον πισινό καθώς έβγαινε από το αμάξι. Της έδινε είκοσι δολάρια για χόρτο ή τσιγάρα, αλλά μερικές φορές την ανάγκαζε να σκύβει μπροστά του για να τα πάρει.

Στα δικά μου μάτια, ο πατέρας μου δεν είχε ξεπεράσει απλώς τα όρια. Τα είχε αφήσει πίσω του μίλια μακριά. Συχνά δυσκολευόταν να πληρώσει τις δόσεις της υποθήκης του σπιτιού ή τον λογαριασμό του νερού επειδή μπορεί να είχε πληρώσει εξακόσια δολάρια για το κινητό της Samantha εκείνο τον μήνα. Ζητούσε λεφτά από εμένα και τα αδέρφια μου, αλλά εγώ ήμουν η μοναδική που αρνούνταν να του δώσει οτιδήποτε.

Πριν από δυο χρόνια, στα 72α γενέθλιά του, ο πατέρας μου αποφάσισε να κάνει πρόταση γάμου στη Samantha. Δεν μου το είχε πει προσωπικά ο ίδιος. Μου το είπε η μεγάλη μου αδερφή, η οποία με κάποιον τρόπο είχε ψυλλιαστεί τι γινόταν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο μπαμπάς μου έκανε την πρόταση μόλις δυο μέρες μετά την επέτειο του θανάτου της μητριάς μου. Κατέληξα να προσπαθώ να εξηγήσω στη 17χρονη αδερφή μου, η οποία ήταν αυτή που είχε χάσει την πραγματική της μητέρα, γιατί ο μοναδικός εν ζωή γονιός της έκανε πρόταση γάμου σε μια 24χρονη γυναίκα σε μια τόσο ευαίσθητη περίοδο. Για προφανείς λόγους, η μικρή μου αδερφή μισούσε τη Samantha περισσότερο από όλους, αλλά είχε και τη μεγαλύτερη αδυναμία στον πατέρα μας. Την παρηγόρησα στο δωμάτιό μας ενώ έκλαιγε με λυγμούς, ζητώντας να μάθει με θλίψη γιατί το έκανε αυτό ο πατέρας μας. Δεν ήξερα τι να της πω. Ο πατέρας μου ήταν στο ισόγειο φορώντας τα καλά του, περιμένοντας με αγωνία την άφιξη της Samantha με ένα φτηνιάρικο δαχτυλίδι στην τσέπη. Ευτυχώς η Samantha δεν είχε καμία πρόθεση να παντρευτεί τον μπαμπά μου, και αφού το ξεκαθάρισε αυτό, το όλο θέμα ξεχάστηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε προκύψει.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πλέον έχω μείνει να αναρωτιέμαι πόσες απογοητεύσεις μπορεί να αντέξει μια σχέση πατέρα-κόρης. Συχνά ακροβατώ ανάμεσα σε ένα αίσθημα ενοχής που απομακρύνθηκα συναισθηματικά από εκείνον και ένα αίσθημα δικαιολογημένης αποστασιοποίησης. Εκείνος αντιλαμβάνεται την απογοήτευσή μου και προσπαθεί με περίεργους και αξιολύπητους τρόπους να με κρατήσει κοντά του. Φροντίζει πάντα να υπάρχουν τα αγαπημένα μου φαγητά στο σπίτι, όπως οι μπανάνες, λέγοντας σχεδόν με υπερηφάνεια: «Είδες; Σου πήρα μπανάνες». Το κάνει κάθε βδομάδα αυτό, με διάφορα πράγματα που ξέρει ότι μου αρέσει να τρώω. Ξέρω ότι κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες να με προσεγγίσει, προσέχοντας ακόμα και τα πιο μικρά πραγματάκια, προκειμένου να έχουμε επαφή. Τον ευχαριστώ. Εκτιμώ το ότι με σκέφτεται. Εύχομαι απλώς να το έδειχνε με περισσότερους τρόπους και όχι απλώς με τη λίστα για τα ψώνια.

Νομίζω ότι καταλαβαίνω τι γίνεται στο μυαλό του πατέρα μου. Πιστεύει ότι έχει φτάσει σε μια ηλικία που δεν νιώθει πλέον υποχρεωμένο να ανησυχεί για τις ανάγκες οποιουδήποτε άλλου πέραν του εαυτού του. Πιστεύει ότι πλησιάζει η ώρα του και είναι αποφασισμένος να περάσει τις τελευταίες του μέρες όπως του αρέσει (αυτό δεν είναι απλώς μια θεωρία. Ο μπαμπάς μου φημίζεται για εκφράσεις τύπου «Αν ζω αύριο…» και «Όταν φτάσεις σε αυτή την ηλικία θα καταλάβεις»). Τελικά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον θάνατο –τον χαμό της συζύγου του και τον δικό του επικείμενο θάνατο– είναι να παραιτείται και να σταματάει να προσπαθεί να συμπεριφέρεται σωστά.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η γερασμένη του επανάσταση πηγαίνει κόντρα στην ίδια τη ζωή και τις προσδοκίες που τη συνοδεύουν. Αν και το αντιλαμβάνομαι αυτό, ακόμα μου λείπει ο μπαμπάς μου και εξακολουθώ να τον ψάχνω μερικές φορές ανάμεσα στις σημύδες.

*Όλα τα ονόματα έχουν αλλαχτεί.

Περισσότερα από το VICE

Ο Πλατωνικός Ύπνος Είναι Ένας Καλός Τρόπος για να Ξεδώσεις Χωρίς να Κερατώσεις

Η Ιστοσελίδα Γνωριμιών για Δολοφόνους, Βιαστές και Άλλους Εγκληματίες

Τα Ναρκωτικά που Κάνουν το Πουλί σου να «Εξαφανίζεται»

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.