Παρακολούθησα την Τελευταία Παράσταση του Έργου «Ισορροπία του Nash» στο Εθνικό Θέατρο

FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Παρακολούθησα την Τελευταία Παράσταση του Έργου «Ισορροπία του Nash» στο Εθνικό Θέατρο

Και την ενδιαφέρουσα συζήτηση που ακολούθησε μετά το τέλος της παράστασης.
2.2.16

Κείμενο: Μελπομένη Μαραγκίδου

Δύο άντρες της αστυνομίας κάθονται μπροστά στα κατεβασμένα ρολά που οδηγούν στο υπόγειο της Πειραματικής Σκηνής στο θέατρο Rex. Και μόνο η εικόνα των αστυνομικών μπροστά από ένα θέατρο σε συνδυασμό με την απόφαση του Εθνικού να κατεβάσει την παράσταση «Η Ισορροπία του Nash» μετά τις αντιδράσεις που υπήρξαν επειδή ένα μέρος της στηρίζεται στο βιβλίο του Σάββα Ξηρού, θυμίζει το σκοταδισμό άλλων εποχών.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Είναι 7.30 το απόγευμα της Κυριακής και ήδη οι συντελεστές της παράστασης βρίσκονται μπροστά από τις κλειστές πόρτες του θεάτρου και περιμένουν. Ύστερα από την μαζική κινητοποίηση της Παρασκευής έξω από το Εθνικό ενάντια στην λογοκρισία και το κατέβασμα της παράστασης, έχει δοθεί νέο ραντεβού έξω από την πειραματική. Aίτημα είναι να ανακληθεί η απόφαση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Στάθη Λιβαθινού και να παιχτεί η τελευταία προγραμματισμένη παράσταση της «Ισορροπίας του Nash» κανονικά στις 9.30 το βράδυ.

Τα πρώτα πανό καταφθάνουν έξω από το θέατρο και πλήθος κόσμου είναι εκεί ζητώντας να παιχτεί η παράσταση. Λίγο πριν τις 9.00 κι αφού ο κόσμος έχει γεμίσει ασφυκτικά την είσοδο του Rex, οι διευθυντές της Πειραματικής Ανέστης Αζάς και Πρόδρομος Τσινικόρης, που είχαν βγάλει ανακοίνωση ότι διαφωνούν με το κατέβασμα της παράστασης, λένε από την ντουντούκα ότι: «Ξεκινάμε σε 10 λεπτά και θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. Θα μοιράσουμε δελτία εισόδου για να γίνει συζήτηση και στην συνέχεια η παράσταση», με τον κόσμο να ξεσπά σε χειροκροτήματα. Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές εξηγούν ότι η απόφαση να γίνει πρώτα η συζήτηση και μετά να παιχτεί η παράσταση είναι απόφαση του Στάθη Λιβαθινού.

Ο κόσμος ενώ χειροκροτεί δικαιωμένος για την πραγματοποίηση της παράστασης, αρχίζει να φωνάζει ότι πρέπει να γίνει πρώτα η παράσταση και μετά η συζήτηση. Ένας από τους ηθοποιούς της παράστασης πιάνει την ντουντούκα και λέει ότι έχει μία σκέψη για να παρθεί μία απόφαση «από τα κάτω»: «Η σειρά είναι η εξής. Κατεβαίνουμε. Μία ανακοίνωση από τους διευθυντές της πειραματικής, μία τοποθέτηση η Πηγή Δημητρακοπούλου η σκηνοθέτις, παράσταση και μετά συζήτηση», με τον κόσμο να ξεσπά σε χειροκροτήματα κάνοντας δεκτή την πρότασή του.

Μόλις γίνεται γνωστό ότι τα δελτία εισόδου θα δοθούν από το ταμείο, θα είναι δωρεάν και θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας αρχίζει να γίνεται το πανδαιμόνιο μπροστά από τα εκδοτήρια. Κάποιοι αρχίζουν να φωνάζουν ότι πρέπει να επιτραπεί σε όλους η είσοδος, όμως οι συντελεστές για λόγους ασφαλείας όπως λένε δεν ανοίγουν τις πόρτες για όλο τον κόσμο, αφού οι εκατοντάδες που υπάρχουν εκείνη την ώρα έξω από το θέατρο δεν θα χωρούν στην μικρή αίθουσα της πειραματικής.

Έχοντας ποδοπατηθεί στην ουρά, καταφέρνω και παίρνω το εισιτήριο και προχωρώ προς το υπόγειο του θεάτρου, όσο στα εκδοτήρια συνεχίζεται ο «πόλεμος» για το ποιος θα προλάβει να μπει να δει την παράσταση.

Μέσα στο θέατρο δεν πέφτει καρφίτσα. Οι συντελεστές ζητούν από το κοινό να μην υπάρχει φωτογράφιση ή βίντεο και το λόγο παίρνει ο Ανέστης Αζάς, διευθυντής της Πειραματικής εξηγώντας ότι το ότι κατάφερε να ανέβει η παράσταση οφείλεται στον Στάθη Λιβαθινό, στον οποίο οφείλεται και το άνοιγμα της Πειραματικής Σκηνής.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Με την σειρά του ο άλλος διευθυντής της Πειραματικής, Πρόδρομος Τσινικόρης εξιστορεί το πως ξεκίνησε η συνεργασία με την σκηνοθέτρια Πηγή Δημητρακοπούλου, και πώς αντέδρασε ο Στάθης Λιβαθνός όταν του ανακοίνωσαν το θέμα της παράστασης. «Αυτό είναι! Αυτή είναι η πειραματική σκηνή», μετέφερε την αντίδραση του κ. Λιβαθινού ο Πρόδρομος Τσινικόρης.

Ο Ανέστης Αζάς μεταξύ άλλων, πριν ξεκινήσει η παράσταση ξαναείπε ότι στηρίζουν τον Στάθη Λιβαθινό γιατί αν δεν ήταν αυτός δεν θα υπήρχε η πειραματική, δεν θα είχε γίνει αυτή η συζήτηση και δεν θα ήμασταν εκεί να συζητάμε. Το λόγο μετά πήρε η σκηνοθέτρια Πηγή Δημητρακοπούλου, η οποία μεταξύ άλλων ευχαρίστησε τους διευθυντές της πειραματικής για την στήριξη, όπως και τον κόσμο που πίεσε και στήριξε για να γίνει η παράσταση. Δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει και τους τεχνικούς που παρά το ότι είχαν άδεια πήγαν για να παιχτεί η παράσταση, όπως και τους ανθρώπους από την Κίνηση Καλλιτεχνών με Αναπηρία που εθελοντικά θα μετέφραζαν την παράσταση στην νοηματική κάνοντάς την προσβάσιμη σε όλους στο κοινό.

Η Πηγή Δημητρακοπούλου ενημέρωσε ότι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν θα είναι άρτιο, αφού θα δούμε μία παράσταση που δεν έχει παιχτεί εδώ και μια εβδομάδα, που οι ηθοποιοί δεν είχαν κάνει ζέσταμα ή κάποιο πέρασμα, που δεν θα φοράνε τα κανονικά ρούχα γιατί έχουν μεταφερθεί στο βεστιάριο του Εθνικού και που μπορεί να ξεχάσουν τα λόγια τους και να χρειαστούν υποβολείο. Πριν δώσει το λόγο στους ηθοποιούς είπε χαρακτηριστικά πως: «Όταν αγωνιζόμαστε και δεν σταματάμε κάτι γίνεται. Κερδίζουμε», με τον κόσμο να ξεσπά σε χειροκροτήματα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τα φώτα έκλεισαν λίγο πριν τις 10.00 και η λογοκριμένη παράσταση «ξανασήκωνε αυλαία» μετά από μια νίκη του κοινού αγώνα καλλιτεχνών και θεατών. Στην αίθουσα δεν ακουγόταν τίποτα και ένιωθες ότι πλέον δεν έχουν σημασία ούτε τα κοστούμια και τα σκηνικά που δεν είναι αυτά που έπρεπε να είναι, ούτε οι ερμηνείες, ούτε ο φωτισμός, παρά μόνο το γεγονός ότι η παράσταση ξεκινάει και όσοι ήταν εκεί μέσα αλλά περίμεναν κι απ' έξω, είχαν συντελέσει σε αυτό.

Το πρώτο μέρος της παράστασης είναι βασισμένο στο έργο «Οι Δίκαιοι», του Αλμπέρ Καμύ. Η ιστορία των Δίκαιων είναι αληθινή. Πρόκειται για την «Οργάνωση Μάχης», το ένοπλο τμήμα του Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος, που έδρασε την περίοδο 1902-1906 στην Ρωσία. Με αυτό το έργο ο Καμύ θέτει διλήμματα που αφορούν στην ίδια τη φύση της επανάστασης και για το αν δικαιούται ο εξεγερμένος να σκοτώνει. Η παράσταση στο πρώτο μέρος εστιάζει στην οργάνωση της επίθεσης και τη δολοφονία του Μεγάλου Δούκα, θείου του Τσάρου το 1905. Μέσα από τους δύο ήρωες τον Στεπάν και τον Καλιάγιεφ ξεδιπλώνεται το ερώτημα αν ο σκοπός των επαναστατών να ρίξουν το καθεστώς αγιάζει τα μέσα. Ο Στεπάν και Καλιάγιεφ συγκρούονται για το αν η δράση τους πρέπει να έχει ηθικούς περιορισμούς, όταν ο Καλιάγιεφ δεν εκτελεί την εντολή να σκοτώσει τον μεγάλο Δούκα, επειδή βλέπει παιδιά μέσα στην άμαξά του και διστάζει τελικά να ρίξει τη βόμβα.

Στο δεύτερο μέρος της παράστασης βλέπουμε τον Καλιάγιεφ ως Σάββα Ξηρό πλέον μέσα στον Ευαγγελισμό. Σε αυτό το σημείο το έργο βασίζεται σε αποσπάσματα από το βιβλίο του Σάββα Ξηρού «Η Μέρα Εκείνη – 1560 ώρες στην εντατική -Μια μαρτυρία για το δικό μας Γκουαντάναμο». Σε μία εκπληκτική ερμηνεία από τον Σήφη Πολυζωίδη βλέπουμε να μεταφέρεται στο σανίδι η εμπειρία του Σάββα Ξηρού όπως ο ίδιος την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο του. Το απόσπασμα σχολιάζει την στάση της πολιτείας, της δικαιοσύνης και των Μέσων Ενημέρωσης. Θίγει ζητήματα όπως αυτό της μείωσης των ελευθεριών όλων των πολιτών στο όνομα της τρομοκρατίας, τους αντιτρομοκρατικούς νόμους που έφτασαν στο σημείο να μην αφορούν μόνο τις τρομοκρατικές οργανώσεις αλλά να δικάζουν ένα ολόκληρο χωριό στις Σκουριές. Και φυσικά θίγει το ζήτημα των βασανιστηρίων του Σάββα Ξηρού, για το οποίο η Ελλάδα έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το απόσπασμα δεν καταπιάνεται με την δράση της 17 Νοέμβρη, ούτε του ίδιου του Ξηρού, δεν παίρνει θέση υπέρ της τρομοκρατίας, ούτε προτρέπει σε αυτήν.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ίσα ίσα που στο τρίτο μέρος η παράσταση, επανέρχεται στο έργο «Οι Δίκαιοι» του Καμύ όπου βλέπουμε ξανά τον Καλιάγιεφ στην απομόνωση φυλακισμένο. Η παράσταση ολοκληρώνεται αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα που δεν είναι άλλο από το ότι αφού ο Καλιάγιεφ δεν σκότωσε αρχικά τον Μεγάλο Δούκα λόγω της παρουσίας δυο παιδιών, τότε αν μία ιδέα δεν είναι τόσο ισχυρή ώστε να σκοτώσει ένα παιδί μήπως δεν είναι για να σκοτώσει κι έναν Δούκα;

Με την ολοκλήρωση της παράστασης το κοινό άρχιζε να χειροκροτεί όρθιο. Η εμπειρία της θέασης ήταν τελείως διαφορετική μετά την συζήτηση που έχει ανοίξει όλο το προηγούμενο διάστημα και ένιωθες ότι έπαιρνες μέρος σε ένα σκηνικό μυσταγωγίας. Στο τέλος της παράστασης αυτό που αποκόμισα σε σχέση με το ζήτημα της τρομοκρατίας είναι η ματαιότητά της. Το πιο αιχμηρό κομμάτι της παράστασης άλλωστε που αφορά την συζήτηση για την ιδεολογία της τρομοκρατίας αποτελεί αυτό του Καμύ, όχι του Ξηρού.

Μετά την ολοκλήρωση της παράστασης, κόσμος περίμενε απ' έξω καρτερικά για να παρακολουθήσει την συζήτηση που θα ακολουθούσε και ολοκληρώθηκε μετά τις 1.30 τα ξημερώματα. Στην αρχή κάποιος από το κοινό ξεκίνησε την κουβέντα λέγοντας ότι «είμαστε ομόγνωμο κοινό οπότε μπορεί να μην είναι πολύ συναρπαστική η συζήτηση». Παρόλα αυτά διαψεύστηκε αφού έγινε ένας ουσιώδης διάλογος, στον οποίο ακούστηκαν πολλές διαφορετικές τοποθετήσεις. Το κοινό ζήτησε από τους συντελεστές της παράστασης να τοποθετηθούν για την στάση του Στάθη Λιβαθινού, ενώ αρκετοί ήταν αυτοί που αναρωτήθηκαν πότε θα γίνουν οι τρεις παραστάσεις που χάθηκαν. Ο κόσμος πρότεινε η παράσταση να μεταφερθεί σε γειτονιές, στο δρόμο, σε καταλήψεις ώστε να την δει ακόμα μεγαλύτερο ακροατήριο, ενώ εκφράστηκαν και ανησυχίες για το τι θα γίνει από εδώ και πέρα με τα έργα που θα καταθέτουν οι δημιουργοί αφού μετά από αυτό υπάρχει ο κίνδυνος έργα μπροστά στο φόβο των αντιδράσεων, να λογοκρίνονται πριν καν ανέβουν. Στην συζήτηση εκτός από το ζήτημα της λογοκρισίας, σχολιάστηκε και η υπόθεση του Σάββα Ξηρού, και το αίτημά του για αποφυλάκιση λόγω του ποσοστού αναπηρίας του.

Φεύγοντας από το Εθνικό σκέφτομαι ότι τόσο η παράσταση όσο και το εγχείρημα της πειραματικής έχουν πετύχει. Η Τέχνη ήρθε στο προσκήνιο, έδωσε τροφή για σκέψη, άνοιξε δημόσια διάλογο, ταρακούνησε, ριζοσπαστικοποίησε τους καλλιτέχνες και το κοινό, ενόχλησε και προβλημάτισε όπως οφείλει να κάνει η Τέχνη. Και βασικά το σημαντικότερο, έφερε στο προσκήνιο την υπόθεση των βασανιστηρίων που αποτελεί ταμπού και οφείλει να επανέλθει στην συζήτηση με ή χωρίς την αφορμή της παράστασης.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ