FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Συνέντευξη με μία Ταϊλανδέζα Δουλέμπορο

Ο ζοφερός δρόμος προς την ελευθερία και τα διάφορα παρακλάδια του.
JM
Κείμενο Johnny Miller
29.12.13

Μια βάρκα με πρόσφυγες από την Rohingya.

Στα βόρεια του Πουκέτ, τον ταϊλανδικό παράδεισο μαζικού τουρισμού, βρίσκεται η πόλη Μπάαν Μπανγκ Κί. Εκεί, σε ένα απλό ξύλινο σπίτι, ζει μια ηλικιωμένη κυρία με το όνομα Νόι που συντονίζει κατά κύριο λόγο το δουλεμπόριο στη δυτική ακτή της Ταϊλάνδης.

Εξεπλάγην όταν η Νόι συμφώνησε να με συναντήσει για μια συνέντευξη σχετικά με την δουλειά της, αλλά όταν εξήγησε πώς έχει του χεριού της την ταϊλανδική αστυνομία, άρχισα να καταλαβαίνω το γιατί: Τι είχε να φοβηθεί από τον Tύπο; Η Νόι ισχυρίζεται ότι λαδώνει γενναιόδωρα την αστυνομία, όχι μόνο για να κάνει τα στραβά μάτια, αλλά για να συμμετέχει στην διακίνηση προσφύγων από γειτονικές χώρες, όπως η Μπούρμα και το Λάος.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Οι αρχές στο Μπαγκλαντές, τη Μπούρμα, τη Μαλαισία και την Ταϊλάνδη συνεργάζονται με εμάς», λέει. «Αρχικά λαμβάνω ένα τηλεφώνημα από τους διακινητές ή την ταϊλανδική ακτοφυλακή, που μου λένε πού βρίσκονται οι πρόσφυγες». Οι περισσότεροι πρόσφυγες έρχονται με βάρκες και περισυλλέγονται ανοικτά των ακτών, προτού τους μαζέψει η Νόι και τους «σπιτώσει σε καλύβια στην ζούγκλα».

Με υπερηφάνεια ισχυρίζεται ότι όλοι οι δουλέμποροι  στην δούλεψή της είναι ηθικά στοιχεία, γιατί δεν κακοποιούν τους αιχμαλώτους τους, κάτι που κάνουν οι άλλοι Ταϊλανδοί δουλέμποροι. «Τους ξυλοφορτώνουν για να τους παίρνουν τα χρήματα γρηγορότερα», λέει η Νόι για τους ανταγωνιστές της. «Τηλεφωνούν στους συγγενείς τους και τους λένε ότι τους βασανίζουν. Κάποιες φορές ακόμα τους εξουδετερώνουν με ηλεκτροπληξία την ώρα που τηλεφωνούν στους γονείς τους. Εκείνοι που οι γονείς τους πληρώνουν, διακινούνται. Εκείνοι που δεν μπορούν, συχνά πωλούνται σκλάβοι. Και για τις γυναίκες υπάρχει η πορνεία».

Η αστυνομία περικυκώνει μια βάρκα που κουβαλάει πρόσφυγες από την Rohingya.

Ρώτησα τη Νόι τι πιστεύει για τους εμπόρους που κακομεταχειρίζονται τους πρόσφυγες. «Θα ήθελα να τους τεμαχίσω και να τους πετάξω για τροφή στα σκυλιά», απάντησε με χαμόγελο. Και είναι απίθανο να υπερέβαλε για να κάνει πλάκα, αφού είχε κάνει ενιάμισι χρόνια φυλακή για τον φόνο μιας ολόκληρης οικογένειας: του πατέρα, της μητέρας και του γιού τους. Την ρώτησα γιατί τους σκότωσε, το μόνο, όμως, που μου είπε είναι ότι ήταν εγκληματίες και ότι τους μαχαίρωσε. Μιμήθηκε πώς τους τεμάχισε. «Μετά τους πέταξα στα ψάρια».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Για να περνά το χρόνο της στη φυλακή, η Νόι έγραφε κάθε μέρα γράμμα στον βασιλιά της Ταϊλάνδης. Ο βασιλιάς δεν απάντησε ποτέ, αλλά αυτό δεν την απέτρεψε από το να του στέλνει φιλικά, προσωπικά γράμματα που περιγράφουν την καθημερινότητά της, από το τι έτρωγε για πρωινό μέχρι με το ποιον έτρωγε το πρωινό. Κάθε γράμμα τελείωνε με την έκκληση για επιείκεια. Μια μέρα, πριν από 14 χρόνια, η ευχή της έγινε πραγματικότητα και αφέθηκε ελεύθερη λόγω καλής συμπεριφοράς. Σε σύγκριση με άλλους κρατούμενους, είπε ότι πέρασε καλά στη φυλακή. Τώρα στο ταπεινό -αλλά και παραπλανητικά μεγάλο- σπίτι της, μοιάζει σε όλα σαν μια καλόκαρδη νονά.

Η Νόι ισχυρίζεται πως ό,τι κάνει είναι φιλανθρωπία, ότι βοηθά τους πρόσφυγες, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι μουσουλμάνοι της φυλής Ροχίνγκια που διαφεύγουν την εθνοκάθαρση στην Μπούρμα. Προσπαθούν να φτάσουν στη μουσουλμανική Μαλαισία, αλλά για να φτάσουν εκεί, πρέπει πρώτα να διέλθουν από την Ταϊλάνδη. Και επειδή διασχίζουν παράνομα τα σύνορα προσπαθώντας να περάσουν σε χώρες που δεν τους θέλουν, κανείς δεν έχει τη θέληση να τους βοηθήσει.

Αυτό, για τη Νόι , είναι που κάνει το δουλεμπόριο όχι μόνο ανθρωπιστικό αλλά και απαραίτητο. Έναντι χρημάτων, εξασφαλίζει την διαφυγή από την απειλή της αδικαιολόγητης κράτησης, της θρυλούμενης σεξουαλικής κακοποίησης και του θανάτου στην χώρα τους, σε μια καινούργια ασφαλή ζωή. Είναι μια υπηρεσία που καμιά κυβέρνηση, καμία ΜΚΟ ή υπηρεσία του ΟΗΕ μπορούν να προσφέρουν.

Η Noi συναντά ένα αλιευτικό σκάφος.

«Κάποιοι πιστεύουν ότι το δουλεμπόριο είναι φιλανθρωπία. Γίνεται όμως απανθρωπιά, όταν οι άνθρωποι βασανίζονται ή πωλούνται για χρήματα», εξηγεί η Τσουτίμα Σιντασαθιάν, μία ντόπια δημοσιογράφος που επί πολλά χρόνια ασχολείται με το θέμα της διακίνησης ανθρώπων στην Ταϊλάνδη. Η Νόι ισχυρίζεται ότι τέτοια πράγματα δεν γίνονται υπό την εποπτεία της, αλλά έπειτα μου είπε ότι δεν πολυταϊζει τους αιχμαλώτους της -και από τον τρόπο που φάνηκε ότι της άρεσε να διηγείται πώς βασανίζουν τους ανθρώπους αυτούς- είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν πρέπει να την πιστέψεις ή όχι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ενώ μιλούσα στη Νόι, ο μεταφραστής μου, ο Αμπού -ένας Ροχίνγκια που ζει στη Ταϊλάνδη- περίμενε κάτω στο δρόμο μέσα στο αυτοκίνητό μας. Είχε συμφωνήσει να έρθει στο σπίτι της Νόι γιατί το αυτοκίνητο είχε φιμέ τζάμια που θα μπορούσαν να τον κρύβουν. Επί μήνες προσπαθούσε να πείσει την αστυνομία να κλείσει τους καταυλισμούς όπου κρατούνται οι πρόσφυγες, λέγοντάς μου ότι κάποια φορά πήγε τους αστυνομικούς σε έναν από αυτούς στη ζούγκλα. «Το αστυνομικό τμήμα είναι μόνο δύο χιλιόμετρα μακριά από τις φυτείες καουτσούκ», τους είπα. «Είναι μεγάλος και δεν ξέρετε τίποτα γι’ αυτόν. Βρίσκομαι χίλια χιλιόμετρα μακριά (στην Μπανγκόκ) και τον ξέρω».

Για τους αγώνες του ο Αμπού έχει δεχτεί απειλές θανάτου και τον έχουν επικηρύξει. Αποφεύγει να συγκατοικεί με την οικογένειά του μήπως και του επιτεθούν.

Στο πολυσύχναστο Πουκέτ συναντώ τον Ισμέρ -έναν ακόμα Ροχίνγκια που έφυγε από τη Μπούρμα στις αρχές του χρόνου- σε ένα από τα μικρά ξύλινα καλύβια που αποκαλούν σπίτι. «Δέσαμε τη βάρκα μας ανοικτά των ακτών της Ταϊλάνδης μετά από ταξίδι δώδεκα ημερών. Στη συνέχεια μας κράτησε το ταϊλανδικό πολεμικό ναυτικό που μας πούλησε σε δουλεμπόρους», μου είπε.

Το σπίτι της Noi.

«Στο πέρασμα των χρόνων, καθώς χιλιάδες Ροχίνγκια φεύγουν εν πλω από τη Μπούρμα και τις βάρκες τους πιάνει το πολεμικό ναυτικό ή κάποιο άλλο σώμα του ταϊλανδικού στρατού, το δουλεμπόριο έχει γίνει ο συνήθης τρόπος αντιμετώπισης της λαθρομετανάστευσης», εξηγεί η Τσουτίμα. «Υπάρχουν αδιαφιλονίκητα τεκμήρια ότι ο στρατός συλλαμβάνει και παραδίδει τους λαθρομετανάστες σε δουλεμπόρους».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σύμφωνα με εκθέσεις, η διαφθορά δεν τελειώνει εκεί. Λέγεται ότι ένας αστυνομικός παρέσυρε μια γυναίκα Ρονχίγκια και τα παιδιά της μακριά από τον καταυλισμό, με την υπόσχεση ότι θα τους έστελνε στην Μαλαισία. Αντίθετα, σύμφωνα με τον τοπικό Τύπο, βιάστηκαν κατ’ επανάληψη. Η Τσουτίμα μου είπε ότι αρχικά η αστυνομία δεν ήθελε να αναλάβει δράση γιατί «δεν ήθελε να στραφεί εναντίον ενός από τους δικούς της». Κάθε πρωί ξυπνούσε στις πέντε τα ξημερώματα και πήγαινε με αυτοκίνητο δύο ώρες δρόμο βόρεια προς το αστυνομικό τμήμα της Φανγκ Να, για να πιέσει τους αστυνομικούς να δράσουν. Κάποιες φορές τηλεφωνούσε στον Διοικητή παριστάνοντας τη δημοσιογράφο ξένου ειδησεογραφικού μέσου όπως το BBC ή το CNN σε μια προσπάθεια να τους φοβίσει.

Τελικά, οι προσπάθειές της απέδωσαν και ο αστυνομικός συνελήφθη. Η είδηση έγινε πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες της Νοτιοανατολικής Ασίας, κάτι που ποτέ δεν θα συνέβαινε χωρίς την επιμονή της Τσουτίμα. Δυστυχώς, μου είπε, το κατηγορητήριο κατά του αστυνομικού απεσύρθη, διότι το θύμα είχε εξαφανιστεί.

Οι ουλές του Ismair.

Πίσω στην καλύβα του, ο Ισμέρ μου δείχνει τα σημάδια από τις πληγές του. Πέρασε πολλές εβδομάδες σε ένα καταυλισμό όπου τον βασάνιζαν την ώρα που οι δουλέμποροι ζητούσαν χρήματα από τους συγγενείς του. Οι πληγές στην πλάτη του δεν θα επουλωθούν ποτέ, τουλάχιστον όμως είναι ελεύθερος και ζει με άλλους Ροχίνγκια στο Πουκέτ.

Και ενώ χιλιάδες Ροχίνγια κατάφεραν να βρουν την ελευθερία τους στο Πουκέτ ή τη Μαλαισία, πολλοί άλλοι πουλήθηκαν σκλάβοι, συχνά σε καΐκια ανοικτά των ακτών της Ταϊλάνδης, στη Μαλαισία και την Ινδονησία. Εκατοντάδες άλλοι Ροχίνγκια δεν έφτασαν ποτέ στην ακτή. Το ταξίδι από τη Μπούρμα μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες, με τους πρόσφυγες να συνωστίζονται σε αυτοσχέδια πλεούμενα -συχνά κατά εκατοντάδες με τον ένα πάνω στον άλλο- με την αγωνία να ξεφύγουν από τον διωγμό που υφίστανται στην πατρίδα τους. Με ελάχιστα τρόφιμα ή νερό, πολλοί πεθαίνουν από την πείνα στην θάλασσα ενώ κάποιες άλλες βάρκες βυθίζονται σκοτώνοντας όλους όσους μεταφέρουν. Όταν χάνεται κάθε ελπίδα, κάποιοι πέφτουν στη θάλασσα, προτιμώντας να πνιγούν από το να βρουν αργό θάνατο λόγω αφυδάτωσης.

«Ένα αγόρι Ροχίνγκια μου μίλησε για έναν άντρα που αυτοκτόνησε για να σώσει τους άλλους στη βάρκα», μου είπε η Νόι. «Ήθελε να φάνε οι άλλοι τις σάρκες του, κι έτσι έκοψε το λαιμό του. Καθώς μου διηγείτο την ιστορία, έκλαιγε, για να βάλει αμέσως μετά τα γέλια».

Η Νόι απολάμβανε να μου διηγείται τέτοιες ιστορίες. Νομίζω ότι επειδή και η ίδια υπήρξε φόνισσα, δεν την ενοχλούσαν. Ενοχλούσαν όμως εμένα, όπως και άλλες ιστορίες που άκουσα για τους Ροχίνγκια και για την γενοκτονία εις βάρος τους στην Μπούρμα και για το μεγάλο, επικίνδυνο ταξίδι μέχρι να βρουν χώρα που θα τους δεχτεί.