Μια Αληθινή Ιστορία

Δεν Μπορώ να Μιλήσω στον Πατέρα μου, Παρόλο που Ίσως Είναι Ετοιμοθάνατος

«Καθώς η μαμά τού βγάζει τα γυαλιά, για να ρυθμίσει τη μάσκα αναπνοής, κοιτάζοντάς τον να είναι απογυμνωμένος από κάθε άμυνα, μπορώ να δω και τα 82 χρόνια πάνω του».
JD
Κείμενο John Doran
8.10.18
Ο αρθρογράφος, με τον μπαμπά του. Χριστούγεννα 1998. 

Είναι η πρώτη πραγματικά ζεστή μέρα του έτους και ο πατέρας μου μπαίνει στο νοσοκομείο. Ήταν ακόμη εκεί, συνδεδεμένος με μηχανήματα και ορούς, όταν η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία ανακοίνωσε επίσημα τον καύσωνα πέντε ημέρες αργότερα.

Συνήθως, κατά τη διάρκεια της άνοιξης, αν ταξιδεύω στο Λίβερπουλ με το τρένο, ο καιρός αλλάζει δραματικά, όταν είμαι κοντά στο Κρου, αλλά αυτήν τη φορά η ζέστη εξακολουθεί να είναι αφόρητη, όταν κατεβαίνω στο Λάιμ.

Αρχικά, όταν φτάνω στο σπίτι της μαμάς και του μπαμπά στο Ρέινχιλ, είναι σαν να μη συμβαίνει τίποτα το ασυνήθιστο. Η μαμά μου λέει τι κάνουν όλοι οι γείτονες («Μια οικογένεια μαύρων μετακόμισε λίγο πιο κάτω!», μου λέει περήφανα), ενώ ο μπαμπάς κάνει ζάπινγκ. Φαίνεται υγιής και σε φόρμα, για έναν 82χρονο που βλέπει τηλεόραση.

Μέσα σε ένα 24ωρο, η αίσθηση ότι πρέπει να μιλήσω στον μπαμπά μου για αυτό που συμβαίνει, σιγά-σιγά εντείνεται. Τη νύχτα πριν από την εισαγωγή του στο νοσοκομείο του Γουίστον, η σιωπή ανάμεσά μας έχει συσσωρευτεί τόσο, που είναι έτοιμη να ξεχειλίσει. Ξέρω ότι πρέπει να πω κάτι για το δικό του καλό, αν όχι για το δικό μου. Μπορεί κάτι να πάει στραβά - και υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να πάνε στραβά. Με προειδοποίησαν ότι πρέπει να προετοιμαστώ για την πιθανότητα να πάει κάτι στραβά – επομένως αν δεν πω κάτι, θα το μετανιώσω όσο τίποτα στη ζωή μου.

Ένας 82χρονος που μιλάει άνετα, μόνο όταν το θέμα συζήτησης είναι η οδήγηση και η διακόσμηση […] και ένας 47χρονος που μιλάει άνετα μόνο για μουσική…

Μου έρχεται η ιδέα να του πάρω συνέντευξη για ένα ψεύτικο project και στη συνέχεια, με μια συσκευή ηχογράφησης να μας καταγράφει, να του μιλήσω για τη ζωή του. Μπορώ να του πω ότι σκέφτομαι να γράψω κάτι για το κύμα καύσωνα του 1976 (πάντα σκέφτομαι να γράψω κάτι για το κύμα καύσωνα του 1976 - αυτό τουλάχιστον είναι αλήθεια).

Απλώς, πρέπει να βρω την κατάλληλη ευκαιρία.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εκείνος κοιτάζει αφοσιωμένος την οθόνη της τηλεόρασης. Κάθομαι στην κουνιστή καρέκλα στην άλλη πλευρά του δωματίου, διαγράφοντας email από το iPhone μου. Επί τέσσερις δεκαετίες οι κουβέντες που ανταλλάσσαμε ήταν στο μίνιμουμ – περιορίζονταν σε τυπικές συνομιλίες, πράγμα που μας άφησε εντελώς απροετοίμαστους για αυτήν τη συγκυρία, παρόλο που η άφιξή της ήταν μία από τις λίγες βεβαιότητες που θα μπορούσαν να προβλεφθούν.

Τελικά, έχοντας αγγίξει τα όρια του εκνευρισμού, σηκώνομαι και φωνάζω: «Κοίτα σε τι κατάσταση είναι η ζώνη μου».

Σηκώνω το t-shirt που φοράω και δείχνω τη ζώνη μου.

Είναι αλήθεια ότι η ζώνη μου έχει δει καλύτερες μέρες. Αυτό που έμοιαζε με δέρμα, κάτω από δυνατό φωτισμό αποκαλύπτεται ότι είναι ένα είδος συνθετικού υποκατάστατου που έχει φθαρεί σε σημεία, σχηματίζοντας ένα ξεφτισμένο, αποχρωματισμένο πλέγμα. Είναι ξεκάθαρο ότι της απομένει λιγότερο από μια εβδομάδα ζωής.

Εκείνος ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό: «Μου περισσεύει μια ζώνη, μπορείς να την πάρεις, είναι στον επάνω όροφο». Σηκώνεται βιαστικά και σχεδόν τρέχει στις σκάλες.

Μπαίνουμε στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου και μου δίνει μια ζώνη που είναι ακόμη στο περιτύλιγμα. Βγάζω την παλιά μου και την αντικαθιστώ. Στεκόμαστε εκεί για λίγο, σαν ανθρώπινο διάγραμμα Venn: Ένας 82χρονος που μιλάει άνετα, μόνο όταν το θέμα συζήτησης είναι η οδήγηση και η διακόσμηση ή όταν θέλει να παραπονεθεί για άλλους ανθρώπους και ένας 47χρονος που μιλάει άνετα μόνο για μουσική και όταν παραπονιέται για την υγεία του και ανάμεσά τους, η στενή αλληλοεπικάλυψη που αντιπροσωπεύει η παρουσία μιας ολοκαίνουργιας ζώνης.

«Είναι η τέταρτη φορά που του πέφτουν τα λευκά αιμοσφαίρια».

«Είναι λίγο εξεζητημένη για εμένα», λέει, δείχνοντας την απόλυτα συνηθισμένη ζώνη.

«Όχι, είναι υπέροχη», λέω. «Ευχαριστώ πολύ».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Γυρίζει από την άλλη και κατεβαίνει τις σκάλες, οπότε τον ακολουθώ. Αισθάνομαι τόσο ηλεκτρισμένη την ατμόσφαιρα μεταξύ μας, που μου φαίνεται ότι μπορώ να την αγγίξω. Έχω την αίσθηση ότι θα μπορούσα να ανοίξω μια τρύπα, ρίχνοντας γροθιά στη μεταξύ μας απόσταση.

Κάνει μια παύση στην πόρτα του μπροστινού δωματίου, όμως το χέρι του δεν πλησιάζει το πόμολο. Ετοιμάζεται να πει κάτι;

Παρατηρώ ότι τα δάχτυλά του κάνουν κινήσεις για να πλησιάσουν στο πόμολο, αλλά δεν το αγγίζουν και συνειδητοποιώ εγκαίρως ότι αυτό συμβαίνει, επειδή γέρνει προς τα πίσω. Τον πιάνω, τον ισιώνω και τελικά σπάω τη σιωπή μου με δύο λέξεις: «Έτσι μπράβο».


Μακεδονικό για Αρχάριους

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Αργότερα, όταν έχει ανέβει ξανά πάνω, για να ξαπλώσει, πίνω τσάι με τη μαμά μου και της τα λέω όλα μονομιάς.

«Είναι η τέταρτη φορά που του πέφτουν τα λευκά αιμοσφαίρια. Δεν έχει σημασία πόσο σίδηρο παίρνει, δεν τον απορροφά ο οργανισμός του. Απλώς ανακουφίστηκα που εγκρίθηκε η επέμβαση για τον καρκίνο του. Θέλω να πω, είναι 82. Μπορεί απλά να έλεγαν “με τίποτα”, αν ήταν οποιοδήποτε 82χρονος. Αλλά δεν είναι πραγματικά 82, έτσι δεν είναι; Έτσι γράφει απλώς στο πιστοποιητικό γέννησής του. Κοίτα τον, αποκλείεται να είναι ένας άνθρωπος 82 χρόνων. Πρέπει να είδαν πόσο δυνατός είναι. Τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα σήμερα, σε σχέση με πριν από 15 χρόνια… όταν το έπαθε για πρώτη φορά… είναι πολύ καλύτερα. Έχει περάσει μόλις μια εβδομάδα από τότε που έγινε η διάγνωση και φτάσαμε εδώ που είμαστε… αύριο θα του κάνουν εισαγωγή. Μετά την αξονική δεν ήταν 100% σίγουροι ότι δεν είχε κάνει μετάσταση… Είχε μια κηλίδα σε έναν πνεύμονα και βήχει συνεχώς εδώ και μήνες. Από την άλλη, βέβαια, είχε φυματίωση, όταν ήταν 19, οπότε έχει μάλλον ευαισθησία στους πνεύμονες από τότε. Είναι ακριβώς όπως παλιά -το ξέρεις αυτό-, αλλά λίγο χειρότερα. Ο χειρουργός είπε ότι δεν ξέρει πόσο θα αφαιρέσει μέχρι να τον ανοίξουν. Θα δούμε αύριο, υποθέτω. Η διατροφή του πιθανόν να είναι περιορισμένη. Επίσης… πρέπει να είσαι προετοιμασμένος, John, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος. Τα πάντα μπορούν να συμβούν. Αλλά κοίτα τον. Είναι αδύνατον να είναι 82…».

Η συζήτηση διαρκεί πολλή ώρα. Αποκλείεται να της το έλεγαν τηλεφωνικά, έτσι δεν είναι;

Το επόμενο πρωί καθόμαστε στην αίθουσα αναμονής της πτέρυγας 4Β του νοσοκομείου του Γουίστον– πιθανότατα λίγα μόνο μέτρα από το σημείο που γεννήθηκα- κάτω από μια μεγάλη αφίσα που προωθεί τη δωρεά ιστών. Τρία άτομα περιμένουν για χειρουργείο. Όλοι περιβάλλονται από μια μικρή ομάδα δικών τους ανθρώπων, όλοι μας προσπαθούμε να μην κοιτάμε την αφίσα. Μας πλησιάζει ένας αναισθησιολόγος, μια νοσοκόμα, ένας χειρουργός και ένας νοσηλευτής, που εξηγούν λεπτομερώς τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί. Όλοι τους τελειώνουν κάθε πρόταση με την ερώτηση, «Εντάξει, Kevin;». Το νέο μότο της απόλυτης ένταξης. Βλέπω ότι ο μπαμπάς μου δεν ακούει τίποτα από όσα λένε. Σφίγγει τα δόντια του, θέλοντας να τελειώσουν όλα μια και καλή. «Τελειώνετε επιτέλους», σχεδόν τον ακούω να σκέφτεται.

Αποχαιρετιζόμαστε και μερικά λεπτά αργότερα βρισκόμαστε πίσω στον καύσωνα, περιμένοντας να βρούμε μεταφορικό μέσο, για να επιστρέψουμε στο Ρέινχιλ. Ένας άνδρας με αθλητική φόρμα που βγάζει μάτι γέρνει πάνω από μια 40άρα που φοράει ρόμπα και είναι σε αναπηρικό καροτσάκι, την ώρα που καπνίζουν και οι δύο: «Σου είπα ότι δεν μπορώ να βγω στον δρόμο και να τα πάρω. Έχουν ειδική προσφορά σε κονσέρβες στο Σεν Χέλενς, οπότε πρέπει να πάω στο μίνι μάρκετ εκεί. Δώσε μου απλώς τα λεφτά και θα πάω τώρα. Θα γυρίσω αργότερα».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εκείνη πιάνει το κεφάλι της με τα χέρια της: «Τόσα λεφτά σου έχω δώσει. Πρέπει να με περνάς για ηλίθια. Γιατί δεν μπορείς απλά να…».

Την κόβει απότομα και της λέει: «Δώσε μου την τσάντα σου τώρα, μωρή καριόλα».

«Δεν πάμε να καθίσουμε παραπέρα;», λέω στη μαμά μου και δίνω με το χέρι μου ώθηση και στους δυο μας, μέχρι που φτάνουμε σε ένα σημείο που δεν μπορούμε πια να τους ακούσουμε και στεκόμαστε με ασφάλεια δίπλα σε κάτι έφηβους που φοράνε μπλουζάκια Slipknot και καπνίζουν χόρτο πίσω από έναν θάμνο.

Πίσω στο σπίτι, τα πράγματα είναι μια χαρά για το υπόλοιπο πρωί. Υπάρχουν πολλές δουλειές που έχουμε να κάνουμε και μόλις περνάει το μεσημέρι, πιάνουμε την κουβέντα. Καθώς, όμως, το ρολόι ετοιμάζεται να σημάνει 3:00 μ.μ., αντιλαμβάνομαι ότι έχει ξεκινήσει να ταράζεται. Τελικά λέω: «Κοίτα, απλά παρ’ τους τηλέφωνο, αν θέλεις».

Τηλεφωνεί στο νοσοκομείο: «Μμμμ… ναι, μάλιστα… Μονάδα Εντατικής Θεραπείας… John Kevin Doran… ναι». Νιώθω να παραπαίω στην άκρη του γκρεμού. Δεν μπορώ να το χειριστώ καθόλου. Μου έρχεται να φύγω τρέχοντας από την πόρτα. Θα μπορούσα απλώς να επιστρέψω στο Λονδίνο και να μη σηκώσω ποτέ ξανά το τηλέφωνο σε οποιονδήποτε αριθμό από το Μέρσισαϊντ.

Η συζήτηση διαρκεί πολλή ώρα. Αποκλείεται να της το έλεγαν τηλεφωνικά, έτσι δεν είναι; Θα έκανα τα πάντα, για να καθυστερήσω τα επόμενα δευτερόλεπτα. Κυριολεκτικά τα πάντα.

Μετά, της πέφτει το τηλέφωνο και ξεκινάει να κλαίει και το κεφάλι της βυθίζεται στα χέρια της.

Είναι παντού αδύνατος, με εξαίρεση τους μυώδεις βραχίονές του. Έχει τα χέρια κάποιου που δεν θα μπορούσα ποτέ να νικήσω στο μπραντεφέρ.

Αισθάνομαι σαν να έχω φάει μια μπουνιά στο στομάχι και να με έχει δαγκώσει ταυτόχρονα δηλητηριώδες φίδι. Είναι λες και η πόρτα έχει ανοίξει ελάχιστα, αφήνοντας ένα πέρασμα σε έναν κόσμο φρίκης.

Ξαφνικά, όμως, η μαμά μου απευθύνεται σε εμένα: «Συγγνώμη… Συγγνώμη, John, είναι εντάξει, είναι ξύπνιος. Απλώς ένιωσα λίγο…».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σηκώνω το ακουστικό από το μπεζ χαλί και το βάζω στη θέση του: «Καλύτερα να πάμε από εκεί, τότε».

Σε ένα δωμάτιο όπου βρίσκεται μόνος του, τον βλέπω στο κέντρο, παγιδευμένο σε έναν ιστό από σωλήνες και ορούς. Φοράει μια μάσκα που βγάζει ένα δυνατό θόρυβο και είναι συνδεδεμένη με τη μύτη και το στόμα του. Γύρω από το κεφάλι του έχει τυλιγμένες κουβέρτες, παρά την αφόρητη ζέστη. Ένα σιδερωμένο παντελόνι, ένα βαμβακερό πουκάμισο και ένα λευκό βαμβακερό γιλέκο είναι διπλωμένα σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. Ακόμη και τώρα δεν φαίνεται τόσο γέρος. Για μια στιγμή, μου μοιάζει με τον άνθρωπο που περίμενα να γυρίσει από τη δουλειά, καθισμένος στο περβάζι του παραθύρου, τότε που φοβόμουν μήπως έπαθε κάποιο ατύχημα στο εργοστάσιο, περίπου πριν από 40 χρόνια.

Είναι παντού αδύνατος, με εξαίρεση τους μυώδεις βραχίονές του. Έχει τα χέρια κάποιου που δεν θα μπορούσα ποτέ να νικήσω στο μπραντεφέρ.

Αλλά καθώς η μαμά του βγάζει τα πολυεστιακά του γυαλιά, για να ρυθμίσει τη μάσκα αναπνοής και ξαφνικά, κοιτάζοντάς τον να είναι απογυμνωμένος από κάθε άμυνα, μπορώ να δω και τα 82 χρόνια πάνω του.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Ο Πατέρας μου, ο Πορνοπαραγωγός

«Η Σφιχτή Σάρκα Είναι Σέξι» - Έζησα με Αβγά και Κρασί για να Γίνω Όμορφη σε Τρεις Μέρες

Ο Ιδρυτής του Chess Boxing Ψάχνει τους Καλύτερους Έλληνες Πυγμάχους (με Μυαλό)

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.