«Η Επανάσταση Δεν Γίνεται με Φραπέ»: Ο Ιστορικός Γιώργος Μαυρογορδάτος Διηγείται την Ιστορία του Ελληνικού Κράτους
Συνέντευξη

«Η Επανάσταση Δεν Γίνεται με Φραπέ»: Ο Ιστορικός Γιώργος Μαυρογορδάτος Διηγείται την Ιστορία του Ελληνικού Κράτους

Με αφορμή τη συμπλήρωση 197 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, μιλήσαμε μαζί του για να δούμε αν, τους δύο πρώτους αιώνες, παίρνουμε πάνω ή κάτω από τη βάση από την Ιστορία.
25.3.18

Τη φετινή 25η Μαρτίου, συμπληρώνονται 197 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, που μέσα από πολλές δυσκολίες οδήγησε στη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Από τότε, πέρασαν δύο αιώνες γεμάτοι πολέμους, δικτατορίες, διχόνοιες, πτωχεύσεις, γεγονότα που έφεραν μεγάλες νίκες και μεγάλες ήττες. Καθώς η ελληνική Ιστορία δεν μας αφήνει να βαρεθούμε ποτέ, αποφασίσαμε να μιλήσουμε με τον ιστορικό και τέως καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργο Μαυρογορδάτο, συγγραφέα των δύο ευπώλητων βιβλίων 1915, ο Εθνικός Διχασμός και Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού (εκδ. Πατάκη και τα δύο), για να μιλήσουμε για το πώς φτιάχτηκε το ελληνικό κράτος και αν τελικά μπορούμε να πούμε ότι τους δύο πρώτους αιώνες παίρνουμε πάνω ή κάτω από τη βάση από την Ιστορία.

VICE: Με αφορμή την προσεχή επέτειο των 197 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, αναρωτιέμαι: Τελικά είμαστε ένα πετυχημένο ή αποτυχημένο κράτος;
Γιώργος Μαυρογορδάτος: (Γέλια) Αν μου έκανες την ίδια ερώτηση τη δεκαετία του ’80, θα σου απαντούσα με ενθουσιασμό: «Ναι, είμαστε ένα πετυχημένο κράτος, αφού καταφέραμε να γίνουμε πλήρες μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας, με πολύ καλές προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης». Σήμερα, τα πράγματα δεν δείχνουν τόσο αισιόδοξα. Ωστόσο, αν το δούμε ιστορικά, είναι επιτυχία το γεγονός ότι σε μια γειτονιά όπως τα Βαλκάνια, η Ελλάδα παραμένει ανέπαφη για πάνω από 70 χρόνια, απολαμβάνοντας μια μακρά περίοδο ειρήνης και βλέποντας μια συνεχή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και του προσδόκιμου ζωής. Αρκεί να δει κανείς τα προβλήματα των άλλων βαλκανικών κρατών -από πολέμους, έως οικονομική καχεξία-, για να καταλάβει ότι η Ελλάδα, συγκριτικά με τους γείτονες, τα πηγαίνει καλά. Ακόμη, στη χώρα εμπεδώθηκε ένα ευρωπαϊκού τύπου δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης, που παρά τα προβλήματά του προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι τα οικονομικά ζητήματα των τελευταίων χρόνων έβγαλαν στη φόρα προβλήματα που για πολλά χρόνια κρύβαμε κάτω από το χαλί. Κάποια «άπλυτα» βγήκαν στη φόρα.

Ποια «άπλυτα» της Ελλάδας έφερε στην επιφάνεια η κρίση;
Θα ακουστεί αιρετικό, όμως νομίζω ότι η κρίση έδειξε ότι μερίδα του εκλογικού σώματος είναι ακατάλληλη για να ψηφίζει. Το ίδιο πρόβλημα απασχολούσε και τον Χαρίλαο Τρικούπη, που βλέποντας το εκσυγχρονιστικό του έργο να γκρεμίζεται από τον αντίπαλό του Θεόδωρο Δηλιγιάννη, έφτασε στο σημείο να σκεφτεί μήπως το δικαίωμα της ψήφου έπρεπε να περιοριστεί με βάση την εκπαίδευση και την απασχόληση, δύο κριτήρια που ακούγονται ελιτίστικα, ωστόσο σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη θεωρούνταν τότε εγγύηση υπεύθυνης ψήφου, αφού αν είχες εκπαίδευση και επάγγελμα, κατά τεκμήριο ήσουν πιο προσεκτικός για τις επιλογές σου. Σήμερα, λείπει η υπεύθυνη ψήφος.

Ως προσωπικότητες, μπορούμε να πούμε ότι ο Βενιζέλος ήταν το άπειρο και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος το μηδέν.

Δεν λειτουργεί η Παιδεία στην Ελλάδα;
Νομίζω ότι από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου, τα κόμματα στην Ελλάδα διαμορφώνουν το εκπαιδευτικό σύστημα με μοναδικό σκοπό να φτιάξουν τους ψηφοφόρους που θα τους ψηφίζουν αύριο. Κυριαρχεί το πασάλειμμα και η ευκολία, ενώ τα χαρτιά απλώς πιστοποιούν το πέρασμα του χρόνου στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα δεν σε προετοιμάζει ούτε για την εργασία, ούτε για τη ζωή. Σε προετοιμάζει, απλώς, για να ψηφίζεις μετριότητες. Αυτό μας κάνει ανώριμους και διαμορφώνει μια αντίληψη γενικευμένης χαλάρωσης στην κοινωνία, όπου άνθρωποι δεν καταδέχονται να κάνουν συγκεκριμένες δουλειές, διαμαρτύρονται για τα πάντα χωρίς αίσθημα αυτοκριτικής και απαιτούν συνέχεια πράγματα. Δεν έχουμε την υπαρξιακή διαθεσιμότητα να παλέψουμε για ιδέες που θα πάνε μπροστά τον τόπο. Το μόνο που κάνουμε είναι να μιλάμε για επανάσταση, όμως η επανάσταση δεν γίνεται με φραπέ.

Τώρα που πιάσαμε το θέμα της επανάστασης, τα δύο βιβλία σας, το 1915, ο Εθνικός Διχασμός και το Μετά το 1922: Η Παράταση του Διχασμού μιλούν για μια πολυτάραχη περίοδο, με αρκετά επαναστατικά στοιχεία στην Ελλάδα. Μπορείτε να μας πείτε τι ακριβώς ήταν ο Εθνικός Διχασμός;
Ήταν ο διχασμός του Έθνους που ξέσπασε το 1915, με αφορμή τη διαφωνία του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου για τη στάση που έπρεπε να κρατήσει η Ελλάδα, όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι Έλληνες και το κράτος χωρίστηκαν σε δύο μέρη: το ένα υποστήριζε το Στέμμα, που έλεγε ότι η Ελλάδα έπρεπε να μείνει ουδέτερη και να μη συμμετάσχει στον Μεγάλο Πόλεμο, ουσιαστικά να μην πολεμήσει κατά της Γερμανίας, με την οποία ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε δεσμούς. Το άλλο υποστήριζε τον Βενιζέλο, που έλεγε ότι η Ελλάδα έπρεπε να πολεμήσει στο πλευρό της Αντάντ (σ.σ. εκ του Entente Cordiale – Εγκάρδια Συνεννόηση), δηλαδή της Αγγλίας και της Γαλλίας, ώστε να έχει εδαφικά οφέλη από την αντίπαλο Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η αφομοίωση προσφύγων από τη Μικρά Ασία είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους σε περίοδο ειρήνης.

Οι δύο παρατάξεις συντάσσονταν πίσω από τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Βενιζέλο. Πώς ήταν οι δύο ηγετικές μορφές ως προσωπικότητες;
Ως προσωπικότητες, μπορούμε να πούμε ότι ο Βενιζέλος ήταν το άπειρο και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος το μηδέν.

Ήταν πράγματι τόσο μεγάλη η διαφορά μεταξύ τους;
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έχει χαρακτηριστεί μέχρι και ηλίθιος, που από ιστορική άποψη είναι μια υπερβολική διατύπωση. Ωστόσο, από άποψη οξύνοιας, τον χαρακτήριζε μια μετριότητα, με αποτέλεσμα παρασύρεται εύκολα από όσους ήταν γύρω του. Ο ίδιος ο πιστός του, Ιωάννης Μεταξάς, σημείωνε όταν τον γνώρισε: «O Κωνσταντίνος πιστεύει ό,τι του πει ο τελευταίος που θα μιλήσει μαζί του». Είναι γνωστή η σκηνή: Tην ώρα που ο Βενιζέλος έχει πείσει τον Κωνσταντίνο να συμμετάσχει η Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και εξέρχεται από το γραφείο του βασιλιά, μπαίνει ο Μεταξάς για να τον πείσει για το ακριβώς αντίθετο. Τελικά, ο Μεταξάς μεταπείθει τον Κωνσταντίνο, που μέχρι την επόμενη μέρα έχει αλλάξει γνώμη και δεν θέλει να μπει η Ελλάδα στον Πόλεμο. Ακόμη, ο Κωνσταντίνος συνδέθηκε συναισθηματικά με μια Ιταλίδα ηθοποιό, την Paola, στην οποία έγραφε εμπιστευτικά μυστικά του κράτους, βάζοντας μάλιστα τον γιο του, πρίγκιπα Αλέξανδρο, να κάνει τον μεσάζοντα και να μεταφέρει τα γράμματά του προς και από την ερωμένη του. Στην αλληλογραφία του προς την Paola, ο Κωνσταντίνος παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανασφαλής και μοναχικός, ενώ ουσιαστικά παραδέχεται ότι έχει πρόβλημα αλκοολισμού, λόγος άλλωστε για τον οποίο κάποιοι του είχαν δώσει το παρατσούκλι «ούζος». Όλα αυτά σκιαγραφούν μία προσωπικότητα κατώτερη των περιστάσεων και του αξιώματός του.

«Ο Βενιζέλος χαρακτηριζόταν από μια υπερβολική αυτοπεποίθηση που έφτανε στα όρια του ναρκισσισμού, ενώ οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγορούσαν ότι επέλεγε τους λάθος ανθρώπους για συνεργάτες του και ότι δεν ανεχόταν να τον αμφισβητούν, απομακρύνοντας όποιον τολμούσε να φέρει αντιρρήσεις στην πολιτική του».

Από την άλλη πλευρά, η Ιστορία σκιαγραφεί τον Βενιζέλο σχεδόν πάντα με τρόπο διθυραμβικό.
Ο Βενιζέλος ήταν μια εξαιρετικά σύνθετη προσωπικότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αντιβενιζελικός εκδότης της Καθημερινής, Γεώργιος Βλάχος, που μίσησε θανάσιμα τον Βενιζέλο, έγραψε στη νεκρολογία του ότι ο Κρητικός πολιτικός ήταν ένα «μυστήριο», «ένα κράμα μικρού και μεγάλου ανθρώπου». Αυτό που πρέπει να αναγνωρίσουμε ιστορικά στον Βενιζέλο είναι η συνέπειά του σε δύο πράγματα: πρώτον, η προσπάθειά του πραγματοποιηθεί η εθνική ολοκλήρωση, δηλαδή να περιληφθεί το έθνος στα οριστικά σύνορα του ελληνικού κράτους και δεύτερον η Ελλάδα να γίνει ένα σύγχρονο κράτος ευρωπαϊκών προδιαγραφών, με σεβασμό στη διεθνή νομιμότητα. Η σημασία αυτής της πολιτικής φαίνεται από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρξε αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση.

Αρνητικά δεν είχε;
Προφανώς και είχε. Ο Βενιζέλος χαρακτηριζόταν από μια υπερβολική αυτοπεποίθηση που έφτανε στα όρια του ναρκισσισμού, ενώ οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγορούσαν ότι επέλεγε τους λάθος ανθρώπους για συνεργάτες του και ότι δεν ανεχόταν να τον αμφισβητούν, απομακρύνοντας όποιον τολμούσε να φέρει αντιρρήσεις στην πολιτική του.

Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος φέρνει στο στρατιωτικό προσκήνιο τον Μεταξά, έναν από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές του Κωνσταντίνου, που πολέμησε με μένος τον Βενιζέλο.
Ο Βενιζέλος θέλησε να προσελκύσει τον Μεταξά για δύο λόγους. Ο πρώτος, ήταν ότι ήθελε να τον αξιοποιήσει ως γέφυρα επικοινωνίας με τον Κωνσταντίνο και το Στέμμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γεώργιος ο Α΄, πατέρας του Κωνσταντίνου, είπε για τον Βενιζέλο, όταν έμαθε για τον διορισμό του Μεταξά στη θέση του υπασπιστή: «Αυτός παίρνει τους φίλους των παιδιών μου». Ο δεύτερος λόγος, ήταν πως ο Βενιζέλος ήξερε ότι ο Μεταξάς ήταν μια στρατιωτική ιδιοφυΐα. Η πλάκα είναι ότι ο Μεταξάς έγραψε μια μέρα στη γυναίκα του ότι «Σήμερα με τον Βενιζέλο είχαμε τρυφερότητες», ενώ αργότερα έγραφε ότι «Όταν έρθω στην εξουσία, θα δει ο Βενιζέλος πόσα απίδια χωράει ο σάκος».


VICE Video: Ο Κώστας Μπακογιάννης Ορκίζεται ότι Δεν Θέλει να Γίνει Πρωθυπουργός

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Αλλά και ο Μεταξάς ήταν μια σύνθετη προσωπικότητα.
Όχι μόνο σύνθετη, αλλά και εμφανώς διαταραγμένη, όπως δείχνει το ημερολόγιο που τηρούσε ψυχαναγκαστικά. Κάθε τόσο έγραφε σε αυτό ότι είναι αποτυχημένος και δεν έχει καταφέρει τίποτα στη ζωή του, εκφράζοντας μια γενικότερη ηττοπάθεια.

Τι ρόλο είχε ο Μεταξάς στον Εθνικό Διχασμό;
Ήταν φανατικά αντιβενιζελικός. Μάλιστα, ενώ αργότερα η δικτατορία του εξιλεώνεται σε κάποιο βαθμό με το «ΟΧΙ» προς τον Mussolini, δεν είναι τόσο γνωστός ο πολύ σκοτεινός ρόλος του κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού - και αυτό, επειδή τότε διέπραξε εσχάτη προδοσία. Συγκεκριμένα, εκείνη την περίοδο, ο Γερμανός πρέσβης γράφει στο Βερολίνο ότι «Δεν πειράζει που ο Μεταξάς έφυγε από το Γενικό Επιτελείο, τώρα θα μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε καλύτερα για τους σκοπούς μας». Αυτό δείχνει ότι ο ίδιος λειτουργούσε ουσιαστικά ως πράκτορας των Γερμανών. Ακόμη, ο Μεταξάς εμφανίζεται ως κολλητός φίλος του Γερμανού στρατιωτικού ακόλουθου και συμφωνεί ότι η μόνη λύση για τους αντιβενιζελικούς και τη Γερμανία είναι να δολοφονηθεί ο Βενιζέλος. Πρόσφατα, είχα την τύχη να γνωρίσω την εγγονή του Μεταξά, στην οποία είπα χαζοχαρούμενα: «Πολλοί με θεωρούν μεταξικό, επειδή έχω γράψει θετικά πράγματα για τον παππού σας, όμως πρέπει να ξέρετε ότι την περίοδο 1916-17 διέπραξε εσχάτη προδοσία και αν τον είχαν πιάσει, θα είχε τουφεκιστεί». Τα έχασε λίγο (γέλια).

Δεν έχουν δίκιο όσοι Έλληνες βρίζουν σήμερα προσωπικά τον Kemal Atatürκ, κατηγορώντας τον ως σφαγέα των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Εξ’ όσων γνωρίζω, ο ίδιος δεν έδωσε εντολή ούτε για τις σφαγές, ούτε για την καταστροφή.

Τελικά, η κόντρα Κωνσταντίνου και Βενιζέλου λήγει με την εξορία του βασιλιά και την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1917, από τον οποίο βγαίνει νικήτρια και κάνει την απόβαση στη Σμύρνη το 1919, όταν και ξεκινάει η Μικρασιατική Εκστρατεία. Έχοντας τη στερνή γνώση της Μικρασιατικής Καταστροφής, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η εκστρατεία ήταν μια λανθασμένη απόφαση;
Το εγχείρημα στη Μικρά Ασία ήταν μέρος των ρυθμίσεων μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η προσέγγιση των νικητών του Μεγάλου Πολέμου απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η ίδια με εκείνη απέναντι στη Γερμανία. Συγκεκριμένα, οι σύμμαχοι έφτιαξαν γύρω από τη Γερμανία έναν σφιχτό κλοιό ισχυρών στρατιωτικά χωρών, που ήταν η Γαλλία, το Βέλγιο, η Τσεχοσλοβακία και η Πολωνία. Το ίδιο ήθελαν να κάνουν και γύρω από την ηττημένη Τουρκία, που θα ήταν περικυκλωμένη από την Ελλάδα, την Αρμενία και ζώνες κατοχής των Γάλλων, των Ιταλών και των Βρετανών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία θα ήταν ένα μικρό, περικυκλωμένο κράτος στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Ο Βενιζέλος βασίστηκε πάνω σε αυτές της προβλέψεις και έτσι εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, θέλοντας παράλληλα να προστατέψει τους ελληνικούς πληθυσμούς από τον τουρκικό εθνικισμό. Άρα, υπό το πρίσμα της εποχής, δεν είχε μεγαλύτερες αυταπάτες από τους άλλους ηγέτες που έφτιαξαν αυτό το σύστημα για τους ηττημένους. Ωστόσο, ο Kemal Atatürk κατάφερε μέχρι το 1923 να κάνει αυτό που ο Hitler θα επιχειρούσε μετά το 1933, δηλαδή να ακυρώσει τις αρνητικές συνέπειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τη χώρα του.

Μετά την Καταστροφή του 1922, το ελληνικό κράτος κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έκανε τον πρώτο αιώνα ζωής του, δηλαδή αντί να επεκταθεί εδαφικά, για να εντάξει τους αλύτρωτους Έλληνες, τους δέχεται στην επικράτειά του με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών και τους αφομοιώνει.
Η αφομοίωση προσφύγων από τη Μικρά Ασία είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους σε περίοδο ειρήνης. Για να το καταλάβουμε, αρκεί να δούμε ότι σήμερα η Ελλάδα δυσκολεύεται να περιθάλψει μερικές χιλιάδες προσφύγων, την ώρα που μετά το 1922 κατάφερε να αποκαταστήσει πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες. Βέβαια, τότε οι πρόσφυγες ήταν ομοεθνείς και επιπλέον δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Η επιτυχία έγκειται αφενός στο ότι εξασφαλίστηκε η φυσική επιβίωση των προσφύγων, καθώς τον πρώτο καιρό πέθαιναν κατά χιλιάδες από τις αρρώστιες και τις κακουχίες, αφετέρου σώθηκαν ως μέρος του Ελληνισμού, με τις παραδόσεις και τα έθιμά τους.

Πώς αντιμετωπίζονται οι πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά το 1922;
Υπάρχουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Από τη μία, ο Βενιζέλος, που είναι και ο ίδιος πρώην αλύτρωτος Κρητικός, βλέπει τους πρόσφυγες ως αδερφούς των υπόλοιπων Ελλήνων και συνολικά ο βενιζελισμός πιστεύει ότι έχει την ηθική υποχρέωση να τους αποκαταστήσει κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά, μετά τα όσα πέρασαν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Από την άλλη, ο αντιβενιζελισμός θέλει για πολλά χρόνια οι πρόσφυγες να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, δηλαδή να μην έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους γηγενείς, επειδή ουσιαστικά δεν τους θεωρούν αδέρφια του, δηλαδή εξίσου Έλληνες.

«Αν το όραμα του Kemal για μια σύγχρονη και κοσμική Τουρκία είχε πετύχει, οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας θα ήταν πολύ καλύτερες σήμερα».

Πότε μπαίνει τέλος στον Εθνικό Διχασμό;
Το ρήγμα του Εθνικού Διχασμού στην ελληνική κοινωνία είναι τόσο βαθύ, που οι συνέπειές του φτάνουν πολύ μακριά και έτσι μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές απόψεις για το πότε κλείνει ως κεφάλαιο στην ελληνική Ιστορία. Κατά μία άποψη, ο Εθνικός Διχασμός τερματίζεται στα χρόνια του Εμφυλίου, όταν βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί συστρατεύονται, για να πολεμήσουν τους κομμουνιστές και τον λεγόμενο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Μια άλλη ερμηνεία, βάζει το τέλος Εθνικού Διχασμού στο 1955, όταν και έγινε πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που είχε καταγωγή από τη Μακεδονία, δηλαδή ένα προπύργιο του βενιζελισμού, ωστόσο ο ίδιος ήταν βαμμένος αντιβενιζελικός. Θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε τη λήξη ακόμη αργότερα, δηλαδή το 1974, όταν και καταργήθηκε οριστικά η Βασιλεία, δηλαδή ο θεσμός που πυροδότησε τον Διχασμό μέσω της ανεύθυνης άσκησης της βασιλικής εξουσίας. Προτίμησα όμως να θεωρήσω ότι ο Εθνικός Διχασμός κλείνει με τα λόγια του Μεταξά το 1940-41, όταν ο ίδιος συνειδητοποιεί τις δικές του ευθύνες. Συγκεκριμένα, λίγο προτού πεθάνει γράφει στο ημερολόγιό του: «Θα μας συγχωρήσει ο Θεός το [έγκλημα του] 1915; Φταίμε όλοι! Και ο Βενιζέλος ακόμη! Τώρα αισθάνομαι πόσο έφταιξα!».

Παρότι βενιζελικοί στην πλειοψηφία τους, υπάρχει σήμερα η αίσθηση ότι οι πρόσφυγες προσχώρησαν en bloc στην Αριστερά και το ΚΚΕ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αυτός είναι ένας μύθος που λανθασμένα αναπαράγεται. Οι κοινωνικές πιέσεις που άσκησε η Κατοχή ήταν τόσο μεγάλες, που διέσπασαν τους πρόσφυγες σε τρεις διακριτές ομάδες: αυτούς που συνέχισαν να στηρίζουν τον βενιζελισμό, αυτούς που προσχώρησαν στον φιλοβασιλικό αντιβενιζελισμό και αυτούς που ριζοσπαστικοποιήθηκαν και εντάχθηκαν στην Αριστερά. Αυτό που έχει σημασία να πούμε, είναι ότι, όπως γράφει και ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς, στα γεγονότα μετά την Απελευθέρωση οι πρόσφυγες -κυρίως στα αστικά κέντρα και ιδίως στην Αθήνα- ξέσπασαν και έβγαλαν όλη την εκδικητικότητά τους για τα όσα τράβηξαν στον Μεσοπόλεμο, καταπιεσμένοι στους προσφυγικούς συνοικισμούς από τους γηγενείς, που τους έβλεπαν ως «τουρκόσπορους». Ό,τι δεν μπορούσαν να κάνουν το 1935, το έκαναν στα Δεκεμβριανά.


VICE Video: Το VICE Συναντά τον Γιάνη

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Πώς επηρεάζουν αυτά τα γεγονότα τον τρόπο που ζούμε σήμερα;
Ο Εθνικός Διχασμός ουσιαστικά διαμόρφωσε το «οικόπεδο» που λέγεται Ελλάδα και το περιεχόμενό του. Με εξαίρεση τα Δωδεκάνησα που ενσωματώθηκαν στην ελληνική επικράτεια το 1947, στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού έγινε η εθνική ολοκλήρωση, που ήταν το σημαντικότερο ζητήμα του ελληνικού κράτους από την εποχή της Επανάστασης. Από την άλλη, η αποκατάσταση των προσφύγων καθόρισε, με τη δημιουργία των προσφυγικών συνοικισμών, τόσο τη μορφή των μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, όσο και τις καλλιέργειες και το οικονομικό μοντέλο της χώρας. Ακόμη, με τη Μικρασιατική Καταστροφή, μπήκε τέλος στον ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό, με αποτέλεσμα να δοθεί βάρος στον εκσυγχρονισμό και τα εσωτερικά θέματα της χώρας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προχωρήσουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις, όπως η εισαγωγή της υποχρεωτικής εξάχρονης εκπαίδευσης, που βελτίωσαν τις συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων.

Συζητάμε για μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα συγκρούστηκε με την Τουρκία σε τρεις αναμετρήσεις: τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Πώς συνδέονται όλα αυτά με τις σημερινές σχέσεις μας με την Τουρκία;
Δεν έχουν δίκιο όσοι Έλληνες βρίζουν σήμερα προσωπικά τον Kemal Atatürκ, κατηγορώντας τον ως σφαγέα των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Είναι γεγονός ότι επί αρχηγίας του έγιναν σφαγές και πυρπολήθηκε η Σμύρνη. Ωστόσο, εξ’ όσων γνωρίζω, ο ίδιος δεν έδωσε εντολή ούτε για τις σφαγές, ούτε για την καταστροφή της Σμύρνης. Είναι ανόητο κάποιοι να προσωποποιούν την εγκληματική δράση των Τούρκων στο πρόσωπο του Kemal. Αυτό το λέω, επειδή τα σημερινά προβλήματά μας με την Τουρκία οφείλονται ακριβώς στην αποτυχία του κεμαλισμού. Αν το όραμα του Kemal για μια σύγχρονη και κοσμική (ή «εκκοσμικευμένη») Τουρκία είχε πετύχει, οι σχέσεις των δύο χωρών θα ήταν πολύ καλύτερες σήμερα. Αυτό ήταν άλλωστε και το πνεύμα της συμφωνίας Βενιζέλου και Kemal το 1930, αφού αμφότεροι βασίζονταν σε μια αντικειμενική πραγματικότητα, ότι δηλαδή τα σύνορα των δύο χωρών έχουν οριστικά καθοριστεί και άρα τώρα ήθελαν να εκσυγχρονιστούν, να αναπτυχθούν οικονομικά και να αποκτήσουν θεσμούς ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Αυτή η βάση συνεννόησης μεταξύ των δύο χωρών δεν μπορεί να υπάρξει με τη σημερινή Τουρκία.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ