«Καλοκαιρινά Ραντεβού» - Πώς Είναι να Έχεις Γράψει Ένα από τα Μεγαλύτερα Hit του Καλοκαιριού

Μια κουβέντα με τον τραγουδιστή του γκρουπ Δυτικές Συνοικίες, που έγραψαν το «Last Christmas» του ελληνικού καλοκαιριού.
13.8.18
Οι φωτογραφίες αποτελούν ευγενική παραχώρηση του Κώστα Μυλώση.

Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί Έλληνες μεταξύ 25-50 εκεί έξω που να μην έχουν ακούσει έστω και μία φορά το τραγούδι «Καλοκαιρινά Ραντεβού» του συγκροτήματος Δυτικές Συνοικίες. Το πλέον κλασικό pop-rock hit, κάποτε έπαιζε ασταμάτητα σε ραδιόφωνο και τηλεόραση, αναγκάζοντας τους πάντες να το μάθουν απ' έξω. Ναι, αυτό που σιγοτραγουδούσες σε άσχετες φάσεις, ακόμη και εσύ που το μισούσες. Τόσο πιασάρικο είναι. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι πρόκειται για το «Last Christmas» του ελληνικού καλοκαιριού. Παρότι μιλάμε για ένα κομμάτι που πιθανότατα το γνωρίζει μέχρι και η γιαγιά σου, η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν έγιναν γνωστές πολλές λεπτομέρειες για τους ανθρώπους πίσω από αυτό: την one hit wonder πεντάδα που είδε τον πρώτο της δίσκο, με τίτλο «Της Ίριδος τα Χρώματα», να γίνεται χρυσός σε Ελλάδα και Κύπρο.

Το συγκρότημα είναι πλέον ανενεργό, όμως ο τραγουδιστής του, Κώστας Μυλώσης, συνεχίζει δυναμικά ως solo καλλιτέχνης. Μαζί με τον κολλητό του ξεκίνησε τις Δυτικές Συνοικίες και έμελλε να γράψουν από κοινού το μεγαλύτερο hit της μπάντας. Ωστόσο, η πορεία τους έπειτα από τη μαζική επιτυχία του τραγουδιού δεν ήταν ανάλογη και, έτσι, τα μέλη του γκρουπ, το 2009, αποφάσισαν να χωρίσουν τους δρόμους τους. Πάντα αναρωτιόμουν πώς μπορεί να νιώθει κάποιος που έχει γράψει ένα τόσο γνωστό κομμάτι και τον βρήκα μέσω Facebook, κανονίζοντας μαζί του μια τηλεφωνική συνέντευξη, αφού, όπως με ενημέρωσε και ο ίδιος, ζει ακόμη στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης.

VICE: Αρχικά, θα ήθελα να μου μιλήσεις για τη δημιουργία και τις πρώτες μέρες των Δυτικές Συνοικίες.
Κώστας Μυλώσης: Η μπάντα δημιουργήθηκε την πρωταπριλιά του 1996, από εμένα και τον παιδικό μου φίλο -και κουμπάρο- Βασίλη Μαντζουράνη. Μεγαλώσαμε στον ίδιο δρόμο, στη Μενεμένη Θεσσαλονίκης, πήγαμε σχολείο μαζί και εκεί αρχίσαμε να παίζουμε μουσική. Στίχους αυτός, μελοποιήσεις εγώ. Μόλις τελειώσαμε το σχολείο, αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε το γκρουπ και να ηχογραφήσουμε τα πρώτα μας demo. Η ιδέα για το όνομα ήρθε από τον Βασίλη -στην αρχή δεν μπορούσαμε με τίποτα να σκεφτούμε πώς θα λεγόμασταν. Στην πορεία μπήκαν κι άλλα μέλη στην μπάντα. Καταλαβαίνεις πως μιλάμε για άλλες εποχές, οπότε ο σκοπός μας τότε ήταν να κάνουμε συναυλίες, ενώ το μεγάλο μας όνειρο να γράψουμε δίσκο. Έπειτα από πολλές προσπάθειες και αρκετές αλλαγές μελών καταφέραμε το 2000, όντας απογοητευμένοι επειδή είχαμε φάει «πόρτα» από πολλές εταιρίες, να υπογράψουμε δισκογραφικό συμβόλαιο με την Alpha Records. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Μου είπες ότι το όνειρό σας ήταν να βγάλετε έναν δίσκο. Πόσο διαφορετική είναι η σημερινή εποχή για τους νέους μουσικούς που τρέχουν τα πάντα μέσω Διαδικτύου;
Έχουν αλλάξει οι συνθήκες και το πλαίσιο στο οποίο μπορεί να κινηθεί ένας μουσικός. Για παράδειγμα, εγώ, από τη στιγμή που διαλύθηκε η μπάντα έχω κυκλοφορήσει μόνο ένα CD Single σε φυσική μορφή -το «Καλλιτέχνης του Δρόμου»- που βγήκε το 2010. Έκτοτε βγάζω μεμονωμένα τραγούδια με κλιπ και τα ανεβάζω κατευθείαν στο YouTube. Αυτή είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Μπορεί να μην υπάρχει πλέον κάτι χειροπιαστό, όπως έχουμε συνηθίσει οι παλιότεροι, όμως αυτήν τη στιγμή ο νέος μουσικός έχει περισσότερες ευκαιρίες λόγω Διαδικτύου. Δεν εξαρτάται πλέον από μία δισκογραφική ή έναν ραδιοφωνικό σταθμό. Πάντα βοηθάνε αυτά, όμως πλέον έχει την ευκαιρία ο μουσικός να το τρέξει και μόνος του.

Θα ήταν σωστό να πούμε ότι οι Δυτικές Συνοικίες είχαν την τύχη να πέσουν πάνω στην καλή εποχή του ελληνόφωνου rock;
Νομίζω πως ναι. Σίγουρα μας ευνόησαν οι συνθήκες και οι προκάτοχοί μας. Μπάντες όπως οι Τρύπες, οι Μπλε και τα Ξύλινα Σπαθιά άνοιξαν τον δρόμο ώστε να γίνει αυτή η μουσική κάτι σαν «μόδα» για τις δισκογραφικές. Να τις κάνουν να δουν ότι πουλάει και πως υπάρχει ένα ρεύμα. Κάπως έτσι άνοιξαν οι δισκογραφικές πόρτες και για εμάς.

Όταν τους είπαμε ότι δεν είχαμε σκοπό να το παίξουμε, μας απαντάνε: «Παιδιά, είστε τρελοί; Θα έρθει απόψε όλη η Ξάνθη για να το ακούσει».

Σήμερα, σε τι σημείο θεωρείς ότι βρίσκεται;
Δεν μπορώ να σου πω ότι βρίσκεται σε καμπή, αλλά σίγουρα δεν είναι όπως στη δεκαετία του '90 που υπήρχε όλο αυτό το ρεύμα. Τότε έβγαιναν μπάντες, παραγωγές, τραγούδια. Το ελληνικό rock δυσκολεύεται να βρει τον χώρο του στη σημερινή εποχή. Ωστόσο, επειδή το θεωρώ κλασική αξία, παραμένω αισιόδοξος. Οι καλές δουλειές πάντα θα βρίσκουν τον δρόμο τους.

Στο ντεμπούτο σας βρίσκουμε το κομμάτι «Καλοκαιρινά Ραντεβού», το οποίο, για μένα, είναι ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά καλοκαιρινά hit όλων των εποχών. Πιστεύατε ότι θα πάρει τέτοιες διαστάσεις πριν το βγάλετε;
Κοίτα, όταν το ηχογραφούσαμε κάτι μας έλεγε ότι το κομμάτι αυτό θα μπορούσε να δώσει κάτι και γι' αυτό το βάλαμε πρώτο στον δίσκο. Ωστόσο, δεν πιστεύαμε ότι θα γίνει κλασικό και πως θα ακούγεται κάθε καλοκαίρι. Έτυχε να μας βγει και λίγο καλύτερο από τα υπόλοιπα, όσον αφορά την ηχογράφηση. Σκέψου ότι το πρώτο μας άλμπουμ το γράψαμε με δικά μας έξοδα και επειδή δεν είχαμε λεφτά, δεν έγινε καν mastering. Πάντως, η αλήθεια είναι ότι ποντάραμε περισσότερο σε άλλα τραγούδια του δίσκου. Μια άλλη σημαντική λεπτομέρεια είναι ότι το άλμπουμ κυκλοφόρησε τέλη Ιουλίου του 2001, οπότε δεν πρόλαβε ουσιαστικά να πάρει airplay μέσα στο καλοκαίρι. Θεωρήσαμε, λοιπόν, ότι αυτό ήταν, «πάμε γι' άλλα» λέγαμε. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς πάμε για ένα live στη Ξάνθη και έχουμε βγάλει από το playlist το «Καλοκαιρινά Ραντεβού» επειδή είναι χειμώνας. Κατά τη διάρκεια του soundcheck έρχονται καμιά τριανταριά παλικάρια, φοιτητές, και μας παρακολουθούν. Στο τέλος μας πλησιάζουν κάποιοι από αυτούς και μας ρωτάνε αν θα παίξουμε το «Καλοκαιρινά Ραντεβού». Όταν τους είπαμε ότι δεν είχαμε σκοπό να το παίξουμε, μας απαντάνε: «Παιδιά, είστε τρελοί; Θα έρθει απόψε όλη η Ξάνθη για να το ακούσει». Το κάναμε επιτόπου πρόβα και το παίξαμε τέσσερις φορές εκείνο το βράδυ. Έγινε χαμός. Τότε καταλάβαμε πως κάτι περίεργο συμβαίνει με το εν λόγω κομμάτι.

Άρχισε δηλαδή να γίνεται hit εν μέσω χειμώνα;
Ουσιαστικά, ναι. Το 2002 ακούστηκε λίγο παραπάνω, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και έναν χρόνο αργότερα είχαμε κατέβει Αθήνα για κάποιες εμφανίσεις. Από τότε άρχισε να ταξιδεύει προς διάφορες κατευθύνσεις.

Ένας φίλος μου το έχει ακούσει περπατώντας στο Λονδίνο από αυτοκίνητο που περνούσε.
Μου έχουν πει κι εμένα πως το έχουν ακούσει σε απίθανα μέρη σε όλον τον κόσμο. Το μεγάλο αβαντάζ του κομματιού ήταν πως το έκαναν ύμνο τους οι πενταήμερες εκδρομές, αλλά και πολλές κατασκηνώσεις. Αυτό ήταν που το έκανε ουσιαστικά τόσο επιτυχημένο. Ταυτίστηκε με καλές αναμνήσεις και όμορφες στιγμές.

Κάποιες φορές σκέφτομαι μήπως το συγκεκριμένο κομμάτι έχει κουράσει και μπαίνω σε σκέψεις να το αφαιρέσω από τα set list των συναυλιών […] δεν νομίζω πως θα σταματήσω ποτέ να το παίζω. Εξακολουθεί να μου προσφέρει συγκινήσεις.

Το βίντεο-κλιπ πότε το γυρίσατε;
Έχουν βγει δύο. Το πρώτο δημιουργήθηκε το 2002 για να γίνει το κατάλληλο promo από τη δισκογραφική. Οι άνθρωποί της μας είπαν το 2003 να γυρίσουμε και ένα δεύτερο για να υπάρξει μια ανανέωση στην προώθησή, παρόλο που το κομμάτι παιζόταν ήδη παντού. Όλα έγιναν σταδιακά και εμείς τα παρακολουθούσαμε. Ζούσαμε το όνειρό μας.

Κάτι που έχει αποτυπωθεί έντονα στη μνήμη σου από εκείνη την εποχή;
Το συναίσθημα που είχα όταν το κοινό τραγουδούσε δυνατά μαζί μας τα τραγούδια μας είναι απίστευτο. Ακόμη και σε συναυλίες που μπορεί να μην είχε πολύ κόσμο, ένιωθα ότι μοιραζόμασταν κάτι μεταξύ μας.

Από τις πωλήσεις βγάλατε χρήματα;
Όχι πολλά. Τα live ήταν το βασικό μας έσοδο. Η ηθική ανταμοιβή ότι έφτασε η μουσική μας σε όσα περισσότερα αυτιά γινόταν, ήταν μεγαλύτερη απ' την υλική και ήμασταν χαρούμενοι με αυτό.

Σε αναγνώριζαν στον δρόμο;
Πολλές φορές. Εντάξει, δεν ήξεραν το όνομά μου, κυρίως σαν φάτσα με αναγνώριζαν. Με έβλεπαν και έλεγαν: «α, ο φαλακρός τραγουδιστής από τις Δυτικές Συνοικίες» - σήμα κατατεθέν (γέλια).

Πάντως, εμένα το αγαπημένο μου κομμάτι από τις Δυτικές Συνοικίες είναι το «Θα Βάλω τα Δυνατά μου», που συμπεριλαμβανόταν σε μια συλλογή του «Ποπ και Ροκ».
Τα θυμάσαι όλα, ε; Ναι, ήταν ένα τραγούδι που μας άνοιξε πολλές πόρτες και μας έδινε κίνητρο, επειδή, όντως, όταν το τραγουδούσαμε εννοούσαμε αυτό που λέει ο στίχος. Όπως και το «Καλοκαιρινά Ραντεβού», είναι από τα τραγούδια που είχαμε γράψει μισά - μισά με τον Βασίλη Μαντζουράνη. Αυτό το κομμάτι ήταν που έκανε τη βρώμικη δουλειά. Για να σου εξηγήσω τι εννοώ, λόγω αυτού υπογράψαμε στη δισκογραφική στην αρχή. Αυτό ήταν που έδωσε ουσιαστικά το βήμα για να ακουστεί το «Καλοκαιρινά Ραντεβού».

Ποια είναι η ιστορία πίσω απ' το «Καλοκαιρινά Ραντεβού»;
Γράφτηκε, όπως σου είπα και πριν, από δύο άτομα. Εμένα και τον Βασίλη. Γυρίζοντας το 1994 από τις καλοκαιρινές μας διακοπές -ο καθένας σε διαφορετικό μέρος- ενώσαμε δύο συγκεκριμένες, σχετικά όμοιες, εμπειρίες μας και φτιάξαμε το κομμάτι. Μάλιστα, πολλές φορές έρχονται άνθρωποι και μου λένε, «είναι λες και το γράψατε για εμάς». Είναι τέλειο που μπορούν να ταυτιστούν συναισθηματικά με αυτό.

Η δισκογραφική μάς έλεγε, «Παιδιά, στον επόμενο δίσκο θέλουμε δέκα Καλοκαιρινά Ραντεβού».

Μου είπες πως έχει γραφτεί από το 1994. Εννιά χρόνια πριν γίνει hit δηλαδή;
Σωστά. Πριν καν ιδρυθεί η μπάντα.

Σήμερα πώς αισθάνεσαι όταν το παίζεις live;
Οι περισσότεροι καλλιτέχνες κοιτάνε πάντα μπροστά. Αυτό κάνω κι εγώ. Σίγουρα είναι μια δημιουργία μου και ένα τραγούδι με το οποίο έχω ζήσει απίστευτες συγκινήσεις, ωστόσο συνεχίζω να γράφω νέα τραγούδια και τα αγαπάω εξίσου. Κάποιες φορές σκέφτομαι μήπως το συγκεκριμένο κομμάτι έχει κουράσει και μπαίνω σε σκέψεις να το αφαιρέσω από τα set list των συναυλιών, όμως ο κόσμος εξακολουθεί να το ζητάει και να το τραγουδάει μαζί μου. Είναι απίστευτο συναίσθημα και δεν νομίζω πως θα σταματήσω ποτέ να το παίζω. Εξακολουθεί να μου προσφέρει συγκινήσεις.


VICE Video: Ο Solmeister Είναι ο «Star της Διπλανής Πόρτας»

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Επαγγελματικά πώς άλλαξε η ζωή σας μετά την επιτυχία;
Ουσιαστικά από τη μουσική καταφέραμε να ζήσουμε γύρω στα τέσσερα χρόνια. Από το 2003 μέχρι το 2007 ήταν η βασική μας δουλειά και δεν κάναμε κάτι άλλο. Φαντάσου, όμως, ότι ήμασταν πέντε συνέταιροι που χώριζαν την αμοιβή σε ισόποσα μέρη. Για παράδειγμα, ο αδερφός μου, ο οποίος είναι υδραυλικός, έβγαζε περισσότερα χρήματα από μένα. Δεν έχει σημασία, όμως. Πληρωνόμασταν για να ταξιδεύουμε και να κάνουμε αυτό που αγαπάμε. Ήταν μια μεγάλη πενταήμερη. Δεν βγάλαμε πολλά λεφτά, όμως δεν ήταν αυτός ο σκοπός μας.

Έχετε εμφανιστεί και σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, δίπλα σε λαϊκούς καλλιτέχνες. Το μετανιώνεις;
Συμμετείχαμε δύο φορές σε τέτοια σχήματα. Το 2003 με τον Βαλάντη στην Αθήνα και την επόμενη χρονιά στη Θεσσαλονίκη, με τον Βασίλη Καρά. Δεν το μετανιώνω. Δεν παίξαμε λαϊκά, τα δικά μας τραγούδια λέγαμε. Το είδαμε περισσότερο σαν στοίχημα σχετικά με το πώς θα μπορούσαμε να συνυπάρξουμε με έναν τέτοιο καλλιτέχνη. Ήταν καλές επιλογές και άνοιξαν πολλές πόρτες για εμάς.

Πώς νιώσατε όταν άρχισε να πέφτει η δημοτικότητά σας;
Δεν μπήκαμε ποτέ στη λογική να κυνηγήσουμε το επόμενο hit για να παίζουμε και την επόμενη σεζόν στα κλαμπ. Από εκεί που ήμασταν ένα underground συγκρότημα γίναμε ένα από τα πιο εμπορικά, οπότε θεωρήσαμε ότι ο πήχης ανέβηκε πολύ ψηλά από τον πρώτο δίσκο. Φαντάσου πως η δισκογραφική μάς έλεγε, «Παιδιά, στον επόμενο δίσκο θέλουμε δέκα Καλοκαιρινά Ραντεβού». Γνωρίζαμε όμως ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύκολο. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, θεωρώ το δεύτερό μας άλμπουμ, ό,τι καλύτερο έχουν βγάλει οι Δυτικές Συνοικίες. Υπήρχαν υπέροχα τραγούδια, όπως ο «Δον Κιχώτης», που δεν ακούστηκαν, επειδή ο κόσμος συνέχιζε να γουστάρει το «Καλοκαιρινά Ραντεβού». Βγάλαμε και τον τρίτο δίσκο το 2007, αλλά, όπως λες κι εσύ, το πράγμα σιγά-σιγά συρρικνωνόταν. Ήμασταν προετοιμασμένοι, όμως. Ήμασταν ερασιτέχνες που εξελίχθηκαν σε επαγγελματίες και ζούσαμε το όνειρό μας όσο πιο πολύ μπορούσαμε.

Το 2009 διαλυθήκατε.

Όπως σου είπα και πριν, από τη μουσική ζήσαμε μέχρι το 2007. Μετά επιστρέψαμε στο να το κάνουμε σαν χόμπι. Ο ερασιτέχνης έχει και πολλά θετικά. Για παράδειγμα, δεν το κάνει με σκοπό το χρήμα, άρα πολλές φορές θα είναι πιο αληθινός. Από την άλλη, όμως, όλοι είχαμε δουλειές και οικογένειες. Υπήρξαν λοιπόν κάποιες δυσκολίες που δεν επέτρεπαν σε μέλη του γκρουπ να συνεχίσουν μαζί μας. Στη συνέχεια θελήσαμε να κάνουμε έναν δίσκο, όμως αυτό απαιτεί πολλές υποχρεώσεις που δεν είχαν όλοι την ευχέρεια να φέρουν εις πέρας και έτσι αποφασίσαμε να βάλουμε μια άνω τελεία. Όσο περνάνε τα χρόνια, πάντως, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ξαναπιάσουμε την μπάντα.

Μίλα μου λίγο για όσα κάνεις καλλιτεχνικά αυτόν τον καιρό.
Μόλις υπέγραψα με τη δισκογραφική Final Touch. Όταν νιώθω πως θέλω να βγάλω νέο υλικό, το κάνω. Εμφανίζομαι κάθε χρόνο σε ένα πολύ ωραίο μαγαζί στη Θεσσαλονίκη, το Blue Barrel και ελπίζω να συνεχίσω και του χρόνου. Εξακολουθώ να γράφω μουσική και να τραγουδάω, να κάνω δηλαδή αυτό που αγαπάω. Φέτος το καλοκαίρι παίρνω τον χρόνο μου ασχολούμενος με καταβάσεις φαραγγιών και ηχογραφώντας το νέο μου κομμάτι που θα λέγεται «Σειρήνες» και θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

«Εκείνη Δεν Ήθελε, Αυτός Δεν Σταματούσε» - Αυτό Ήταν στην Πραγματικότητα το Προξενιό

Η Ανατριχιαστική Ιστορία του Θεόφιλου Σεχίδη, του Έλληνα «Χάνιμπαλ»

Το Τρίγωνο των Βερμούδων Μάλλον Εξηγείται και οι Συνωμοσιολόγοι Κλαίνε Κάπου Σιωπηρά

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.