Βιβλίο & Φεμινισμός

«Πολλές Γυναίκες το Κάνουν» - Ιστορίες Παράνομης Αναπαραγωγής με Φόβο τον Θάνατο

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η ιστορία της Θεραπαινίδας».
VICE Staff
Κείμενο VICE Staff
17.8.18
Φωτοργαφία: IMDb

Κάθε μέρα το VICE Greece παρουσιάζει αποσπάσματα βιβλίων που σχετίζονται με το γυναικείο ζήτημα. Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο «Η Ιστορία της Θεραπαινίδας» της Μάργκαρετ Άτγουντ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Η Δημοκρατία της Γαλαάδ προσφέρει στην Τουφρέντ μόνο μία επιλογή: την αναπαραγωγή. Αν παρεκκλίνει απ' τον σκοπό της, θα καταλήξει, όπως όλοι οι αντιφρονούντες, κρεμασμένη στο Τείχος ή θα σταλεί στις Αποικίες, όπου θα βρει αργό και μαρτυρικό θάνατο από ραδιενέργεια. Αλλά ακόμα κι ένα απολυταρχικό καθεστώς δεν μπορεί να αφανίσει τον πόθο – ούτε της Τουφρέντ ούτε και των δύο ανδρών απ' τους οποίους κρέμεται η μοίρα της.

Ακολουθούν δύο αποσπάσματα:

Χθες το πρωί πήγα στον γιατρό. Με πήγε ένας απ’ τους Φύλακες, απ’ αυτούς με το κόκκινο περιβραχιόνιο που φροντίζουν τέτοια ζητήματα. Πήγαμε μ’ ένα κόκκινο αμάξι, εκείνος στο τιμόνι, εγώ καθισμένη πίσω. Δεν ήρθε μαζί μου καμιά άλλη· σ’ αυτές τις περιστάσεις πηγαίνω μόνη μου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Με πηγαίνουν μια φορά τον μήνα στον γιατρό για διάφορες εξετάσεις: ούρων, αίματος, ορμονικό έλεγχο, διαγνωστική για καρκίνο του τραχήλου· τα ίδια όπως και παλιά, μόνο που τώρα είναι υποχρεωτικές.

Το ιατρείο βρίσκεται σ’ ένα μοντέρνο κτίριο γραφείων. Ανεβαίνουμε με το ασανσέρ, σιωπηλοί, με τον Φύλακα να στέκεται απέναντί μου. Στον σκοτεινό καθρέφτη του ασανσέρ διακρίνω το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Στο ιατρείο μπαίνω μόνη μου· εκείνος περιμένει έξω στον διάδρομο, με τους άλλους Φύλακες, σε καρέκλες τοποθετημένες εκεί ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό.

Στην αίθουσα αναμονής έχει κι άλλες γυναίκες, τρεις, και οι τρεις στα κόκκινα: ο γιατρός είναι ειδικός. Κρυφοκοιτάμε η μια την άλλη, ζυγιάζουμε η κάθε μια την κοιλιά της άλλης: στάθηκε καμιά μας τυχερή; Ο νοσοκόμος καταγράφει τα ονόματα και τους αριθμούς απ’ τα πάσα μας στον Υπολογέλεγχο, για να δει αν είμαστε όντως οι σωστές. Είναι γύρω στα δύο μέτρα, σαραντάρης, με μια διαγώνια ουλή στο μάγουλο· κάθεται και δακτυλογραφεί, τα χέρια του παραείναι μεγάλα για το πληκτρολόγιο, κι έχει ακόμη περασμένο το πιστόλι του στο θηκάρι του ώμου.

Όταν με φωνάζουν, μπαίνω στον εσωτερικό χώρο του ιατρείου. Είναι λευκός, χωρίς διάκοσμο, σαν την αίθουσα αναμονής, εκτός από ένα παραβάν, από κόκκινο πανί, μ’ ένα χρυσό μάτι ζωγραφισμένο πάνω, κι από κάτω ένα όρθιο ξίφος με τυλιγμένο πάνω του ένα φίδι. Το φίδι και το ξίφος είναι θραύσματα συμβόλων που ξέμειναν απ’ το παρελθόν.
Αφού γεμίσω το κυπελλάκι που με περίμενε στο μπάνιο, βγάζω τα ρούχα μου πίσω απ’ το παραβάν και τα αφήνω διπλωμένα στην καρέκλα. Όταν έχω πλέον απομείνει γυμνή ξαπλώνω στο εξεταστικό κρεβάτι, πάνω στο χαρτοβάμβακο μιας χρήσεως που είναι κρύο και τρίζει κάτω απ’ το κορμί μου. Στο ύψος του λαιμού έχει ακόμα ένα σεντόνι, που κρέμεται απ’ το ταβάνι. Τέμνει το σώμα μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο γιατρός δεν θα αντικρίσει ποτέ το πρόσωπό μου. Το πεδίο δράσης του είναι ένας γυμνός κορμός.
Όταν έχω ξαπλωθεί απλώνω το χέρι, ψαχουλεύω στα τυφλά για τον μικρό μοχλό στο δεξί μέρος του κρεβατιού και τον τραβάω. Κάπου ένα καμπανάκι χτυπά, αν κι εγώ δεν το ακούω. Έπειτα από μια στιγμή η πόρτα ανοίγει, ακούω βήματα, ήχο ανάσας. Υποτίθεται ότι δεν πρέπει να μου απευθύνει τον λόγο παρά μόνον όταν είναι απολύτως αναγκαίο. Αλλά ο συγκεκριμένος γιατρός είναι ομιλητικός.

«Θα μπορούσα να σε βοηθήσω», λέει – ή μάλλον ψιθυρίζει […] «Θα μπορούσα να σε βοηθήσω. Έχω βοηθήσει κι άλλες»

«Πώς τα πάμε;», ρωτάει, η ερώτησή του σαν τικ που του ’χει μείνει απ’ τους αλλοτινούς καιρούς. Υψώνει το σεντόνι απ’ το σώμα μου κι ένα ρεύμα αέρα με κάνει να ανατριχιάσω. Ένα κρύο δάχτυλο, μέσα σε γάντι από λάτεξ με λιπαντικό στο δάχτυλο, χώνεται μέσα μου και ψαχουλεύει στο εσωτερικό μου. Το δάχτυλο αποτραβιέται, μπαίνει αλλιώς, τραβιέται πάλι.

«Όλα καλά τα βλέπω», λέει ο γιατρός, σαν να μονολογεί. «Πονάς καθόλου, γλυκιά μου;», Γλυκιά μου, με λέει « γλυκιά μου».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Όχι», αποκρίνομαι.

Εν συνεχεία μου πασπατεύει τα στήθη, ελέγχοντας το κατά πόσον έχουν ωριμάσει, ή σαπίσει. Η ανάσα ζυγώνει κι άλλο, μυρίζω ταγκιασμένο καπνό, άφτερ σέιβ, τσιγαρίλα στα μαλλιά. Έπειτα η φωνή, ανεπαίσθητη σχεδόν, κοντά στο κεφάλι μου: το εξόγκωμά του πίσω απ’ το σεντόνι.

«Θα μπορούσα να σε βοηθήσω», λέει – ή μάλλον ψιθυρίζει.

«Τι πράγμα;», λέω.

«Σσς», λέει εκείνος. «Θα μπορούσα να σε βοηθήσω. Έχω βοηθήσει κι άλλες».

«Να με βοηθήσετε;», ρωτάω, μιλώντας το ίδιο χαμηλόφωνα. «Πώς;». Ξέρει κάτι, έχει βρει τον Λουκ, κάποιο κομμάτι απ’ το παρελθόν που θα μπορούσε να με βοηθήσει να ανακτήσω;

«Εσύ πώς λες;», αποκρίνεται, η φωνή του το ίδιο ξέπνοη με πριν. Το χέρι του είναι αυτό που γλιστράει στη γάμπα μου; Έχει βγάλει το γάντι. «Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Κανείς δεν πρόκειται να μπει. Δεν θα μάθουν ποτέ ότι δεν είναι δικό του».

Σηκώνει το σεντόνι. Το κάτω μέρος του προσώπου του είναι καλυμμένο απ’ την υποχρεωτική μάσκα από γάζα. Δυο καστανά μάτια, μια μύτη, ένα κεφάλι με καστανά μαλλιά. Το χέρι του ακόμη ανάμεσα στα πόδια μου. «Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους παππούδες δεν τα καταφέρνουν πια», λέει. «Ή είναι στείροι».

Τα λόγια του μου κόβουν την ανάσα: μόλις ξεστόμισε μιαν απαγορευμένη λέξη: στείροι. Δεν υπάρχουν πλέον στείροι άνδρες, τουλάχιστον όχι επισήμως. Μόνο γυναίκες καρπερές και γυναίκες στέρφες, έτσι ορίζει ο νόμος.

«Πολλές γυναίκες το κάνουν», εξακολουθεί. «Θες να πιάσεις μωρό, έτσι δεν είναι;».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Ναι», λέω. Κι είναι αλήθεια, δεν ρωτάω γιατί, διότι ξέρω. Δος μοι τέκνα· ει δε μη, τελευτήσω εγώ - έχει πολλές ερμηνείες το χωρίο.

Τα χέρια μου τρέμουν. Γιατί φοβάμαι; […] Η επιλογή είναι που με τρομοκρατεί. Η διέξοδος, η σωτηρία.

«Είσαι απαλή», λέει. «Είναι η ώρα σου. Σήμερα ή αύριο θα μπορούσαμε να το κάνουμε, γιατί ν’ αφήσουμε τη στιγμή να πάει στράφι; Ένα λεπτάκι θα πάρει, γλυκιά μου». Έτσι πρέπει να φώναζε τη γυναίκα του άλλοτε· μπορεί ακόμη έτσι να τη φωνάζει, αν και στην πραγματικότητα ο όρος είναι κοινότοπος. Όλες γλυκιά μου θα μας φωνάζει μάλλον.
Διστάζω. Μου προσφέρει τον εαυτό του, τις υπηρεσίες του, με σημαντικό κίνδυνο για την ασφάλειά του.

«Είναι φριχτό αυτό που υπομένεις», ψελλίζει. Γνήσια συμπόνια, γνησιότατη· κι ωστόσο το απολαμβάνει, παρ’ όλη τη συμπόνια του. Τα μάτια του έχουν βουρκώσει σχεδόν απ’ τον οίκτο, το χέρι του σαλεύει πάνω μου, νευρικά κι ανυπόμονα.

«Είναι υπερβολικά παρακινδυνευμένο», λέω. «Όχι. Δεν μπορώ». Κάτι τέτοιο θα επέσυρε ποινή θανάτου. Αν και θα ’πρεπε να σε πιάσουν επ’ αυτοφώρω, και με δύο μάρτυρες. Πόσο πιθανό να είναι άραγε, μήπως το δωμάτιο έχει κοριούς, ποιος να περιμένει έξω απ’ την πόρτα;

Το χέρι του σταματά. «Σκέψου το», λέει. «Έχω δει το διάγραμμά σου. Δεν έχεις πολύ καιρό ακόμη μπροστά σου. Αλλά δική σου είναι η ζωή, ό,τι θες κάνεις».

«Ευχαριστώ», απαντώ. Πρέπει να δώσω την εντύπωση ότι δεν με προσέβαλε, ότι είμαι ανοιχτή στην πρότασή του. Απομακρύνει το χέρι του, τεμπέλικα σχεδόν, απρόθυμα, η τελευταία λέξη κατ’ αυτόν δεν έχει ειπωθεί ακόμη. Θα μπορούσε να βγάλει πλαστά αποτελέσματα στις εξετάσεις, να με καταγγείλει για καρκίνο, για στειρότητα, και να με στείλουν στις Αποικίες, με τις Άγυνες. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχει ειπωθεί, ωστόσο η γνώση της εξουσίας του ίπταται μολαταύτα στον χώρο καθώς πασπατεύει το μπούτι μου, κι αποτραβιέται απ’ το κρεμασμένο σεντόνι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Τον άλλο μήνα πάλι», λέει.

Ντύνομαι πάλι, πίσω απ’ το παραβάν. Τα χέρια μου τρέμουν. Γιατί φοβάμαι; Δεν παρέβην κάποιο όριο, δεν έδειξα εμπιστοσύνη, δεν διέτρεξα κανέναν κίνδυνο, είμαι ασφαλής. Η επιλογή είναι που με τρομοκρατεί. Η διέξοδος, η σωτηρία.


#Γυναίκα: Το Σώμα της Ανήκει

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Η Τελετή εκτυλίσσεται ως συνήθως.

Ξαπλώνω ανάσκελα, με όλα μου τα ρούχα, εκτός απ’ το υγιεινό λευκό βαμβακερό βρακί μου. Αυτό που θα έβλεπα, αν άνοιγα τα μάτια, θα ήταν ο μεγάλος λευκός ουρανός του τεράστιου –αποικιακού ρυθμού– κρεβατιού της Σερίνα Τζόι, να κρέμεται από πάνω μας σαν σύννεφο βαρύ, ένα σύννεφο γεμάτο με μικροσκοπικά γονίδια ασημένιας βροχής, τα οποία, αν τα παρατηρούσες προσεχτικά, θα αποδεικνύονταν λουλουδάκια με τέσσερα πέταλα. Δεν θα έβλεπα το χαλί, που είναι λευκό, ούτε τις λουλουδάτες κουρτίνες και την τουαλέτα με την ασημένια βούρτσα και τον ασορτί καθρέφτη· μόνο τον ουρανό του κρεβατιού, που δημιουργεί μιαν αίσθηση, λόγω του ψιλού υφάσματος που γέρνει βαριά, τόσο αιθέρια όσο και υλική, απτή.

Ή το πανί ενός πλοίου. Καράβια με το μέγα κύτος σας, έτσι τα έλεγαν, στα ποιήματα. Κύτος, κοιλότητα, κοιλιά. Σαν να τα παράσερνε όχι ο άνεμος αλλά η πρησμένη τους κοιλιά.

Ένα σύννεφο από Κρίνους του Αγρού μάς περιβάλλει, παγερό, σχεδόν αψύ. Έχει ψύχρα σ’ αυτήν την κάμαρα.

Πάνωθέ μου, προς την πλώρη του καραβιού, η Σερίνα Τζόι έχει στηθεί, έχει απλωθεί. Τα πόδια της ορθάνοιχτα, εγώ ξαπλωμένη ανάμεσά τους, με το κεφάλι στην κοιλιά της, με το οστό της λεκάνης της στη βάση του κρανίου μου, και τους μηρούς της εκατέρωθέν μου. Φοράει κι αυτή όλα της τα ρούχα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μου σηκώνει τα χέρια· μου τα κρατάει, το κάθε μου χέρι στο αντίστοιχο δικό της. Το νόημα αυτής της χειρονομίας υποτίθεται πως είναι ότι είμαστε μία σάρκα, ένα ον. Αυτό που σημαίνει στ’ αλήθεια είναι ότι εκείνη έχει τον έλεγχο, της διαδικασίας και άρα του αποτελέσματος. Εάν υπάρξει αποτέλεσμα. Τα δαχτυλίδια του αριστερού της χεριού, μου κόβουν τα δάχτυλα. Αυτό μπορεί να είναι μια μικρή εκδίκηση, ή μπορεί και όχι.

Η κόκκινη φούστα μου υψώνεται ως τη μέση, αλλά όχι πιο ψηλά. Κι από κάτω ο Κυβερνήτης γαμάει. Αυτό που γαμάει είναι το κάτω μέρος του κορμού μου. Δεν λέω «κάνει έρωτα», γιατί μόνο έρωτα δεν κάνει. Κι η συνουσία θα ήταν λάθος, γιατί το « συν» υπονοεί δύο ανθρώπους κι εδώ τη δουλειά την κάνει μόνο ένας. Ούτε ο βιασμός είναι η σωστή λέξη: όλα όσα συμβαίνουν εδώ μέσα με βρίσκουν σύμφωνη. Δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές, αλλά απόμεναν ορισμένες, κι εγώ επέλεξα αυτό.

Οπότε ξαπλώνομαι και μένω ακίνητη, και φαντάζομαι τον αθέατο ουρανό του κρεβατιού. Θυμίζω στον εαυτό μου τη συμβουλή της Βασίλισσας Βικτωρίας στην κόρη της: Να κλείνεις τα μάτια και να σκέφτεσαι την Αγγλία. Μόνο που δεν βρισκόμαστε στην Αγγλία.

Γιατί δεν κάνει πιο γρήγορα; Άντε να τελειώνουμε.

Μπορεί να έχω τρελαθεί κι αυτό να είναι κάποιο νέο είδος θεραπείας.

Μακάρι να ’ταν αλήθεια· γιατί τότε θα γινόμουν καλά κι όλα αυτά θα περνούσαν.

Απαγορεύεται να φιληθούμε. Που το κάνει υποφερτό.

Η Σερίνα Τζόι μού γραπώνει τα χέρια σφιχτά λες κι είναι εκείνη που γαμιέται κι όχι εγώ, λες και το βρίσκει όλο αυτό είτε ευχάριστο είτε οδυνηρό, κι ο Κυβερνήτης γαμάει, μ’ ένα ρυθμικό μπρος-πίσω σαν μαρς, μέσα-έξω σαν βρύση που στάζει. Είναι απορροφημένος, σαν κάποιος που σιγοτραγουδάει στο ντους χωρίς να έχει συναίσθηση ότι σιγοτραγουδάει· σαν κάποιος που έχει άλλα πράγματα στο μυαλό του. Είναι λες και βρίσκεται κάπου αλλού, περιμένοντας τον εαυτό του να χύσει, χτυπώντας νευρικά τα δάχτυλα στο τραπεζάκι καθώς περιμένει. Ο ρυθμός του τώρα έχει μια ανυπομονησία. Ναι, αλλά δεν είναι αυτό η φαντασίωση κάθε άνδρα, να παίρνει δυο γυναίκες συγχρόνως; Παλιά το λέγανε αυτό. Καύλα, έλεγαν.

Αυτό που εκτυλίσσεται σ’ αυτήν την κάμαρα, κάτω απ’ τον ασημή ουρανό του κρεβατιού της Σερίνα Τζόι, μόνο καύλα δεν είναι. Δεν έχει καμία σχέση με πάθος, με έρωτα, με καψούρα ή με οποιαδήποτε απ’ τις έννοιες που μεταχειριζόμασταν για τη διέγερση. Δεν έχει καμία σχέση με ερωτική επιθυμία, τουλάχιστον όχι για μένα και σαφέστατα ούτε για τη Σερίνα. Η διέγερση κι ο οργασμός δεν απαιτούνται πλέον· θα ήταν απλώς και μόνο σύμπτωμα τρυφηλότητας, σαν τις ζαρτιέρες ή τις ελιές στο δέρμα: περιττοί περισπασμοί για τους ελαφρόμυαλους. Ντεμοντέ. Φαντάζει παράδοξο το ότι οι γυναίκες κάποτε σπαταλούσαν τόσο χρόνο κι ενέργεια διαβάζοντας τέτοια πράγματα, σκεπτόμενες τον εαυτό τους, ανησυχώντας, γράφοντας γι’ αυτά. Είναι τόσο προφανώς μια διασκέδαση και μόνο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μόνο που εδώ ούτε καν ο Κυβερνήτης δεν διασκεδάζει. Εδώ έχουμε σοβαρή δουλειά. Κι ο Κυβερνήτης ακόμα, κάνει το καθήκον του.

Αν μισάνοιγα τα μάτια έστω μια σχισμή, θα τον έβλεπα, το διόλου δυσάρεστο πρόσωπό του να κρέμεται πάνω απ’ τον κορμό μου, ίσως με μερικές ασημόγκριζες τούφες να πέφτουν στο μέτωπό του, αφοσιωμένο στο εσωτερικό του ταξίδι, σ’ αυτό τον προορισμό όπου βιάζεται να φτάσει, που αποτραβιέται σαν σε όνειρο με την ίδια ταχύτητα με την οποία τον ζυγώνει. Θα έβλεπα τα ανοιχτά του μάτια.

Αν ήταν πιο όμορφος, άραγε, θα το απολάμβανα περισσότερο;

Τουλάχιστον είναι προτιμότερος απ’ τον προηγούμενο, που βρομούσε μούχλα, υγρασία και κλεισούρα· που μύριζε όπως το στόμα σου όταν ο οδοντίατρος αρχίζει να σου σκαλίζει τα δόντια· σαν ρουθούνι. Ο Κυβερνήτης, αντ’ αυτού, μυρίζει ναφθαλίνη, ή μήπως άραγε πρόκειται για το άρωμα κάποιου άφτερ σέιβ που είναι σκέτη τιμωρία; Γιατί να πρέπει να φοράει αυτή την ηλίθια στολή; Αλλά μήπως το λευκό, μαλλιαρό, ωμό του σώμα θα μου άρεσε καλύτερα;

Απαγορεύεται να φιληθούμε. Που το κάνει υποφερτό.

Απομακρύνεσαι απ’ την πράξη. Την περιγράφεις.

Υποτίθεται ότι πρέπει να μ’ αφήσει να αναπαυθώ λίγο, για δέκα λεπτά, με τα πόδια μου ανασηκωμένα σ’ ένα μαξιλάρι για να βελτιωθούν οι πιθανότητες της σύλληψης.

Με τα πολλά, χύνει, μ’ ένα πνιχτό μουγκρητό ανακούφισης· η Σερίνα Τζόι, που κράταγε την ανάσα της, εκπνέει. Ο Κυβερνήτης, που στηριζόταν στους αγκώνες, απομακρυσμένος απ’ τον συνδυασμό των σωμάτων μας, δεν επιτρέπει στον εαυτό του να σωριαστεί πάνω μας. Μένει ακίνητος μια στιγμή, αποτραβιέται, πισωπατάει, κουμπώνεται. Μας αποχαιρετά μ’ ένα νεύμα, κι έπειτα κάνει μεταβολή και βγαίνει απ’ την κάμαρα, κλείνοντας την πόρτα στο κατόπι του με εξαιρετική προσοχή, λες κι οι δυο μας είμαστε η βαριά άρρωστη μάνα του. Έχει κάτι το ξεκαρδιστικό όλο αυτό, αλλά δεν τολμώ να γελάσω.

Η Σερίνα Τζόι μού αφήνει τα χέρια. «Σήκω», λέει. «Σήκω και φύγε». Υποτίθεται ότι πρέπει να μ’ αφήσει να αναπαυθώ λίγο, για δέκα λεπτά, με τα πόδια μου ανασηκωμένα σ’ ένα μαξιλάρι για να βελτιωθούν οι πιθανότητες της σύλληψης. Αυτός υποτίθεται πως είναι χρόνος περισυλλογής για κείνην, αλλά δεν έχει διάθεση για τέτοια. Η φωνή της είναι γεμάτη απέχθεια, λες και το άγγιγμά μου της προξενεί αποστροφή, τη μολύνει.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ξεμπλέκομαι απ’ το σώμα της, σηκώνομαι· το χύσι του Κυβερνήτη κυλάει στο μπούτι μου. Πριν κάνω μεταβολή τη βλέπω να ισιώνει τη γαλάζια της φούστα, να κλείνει τα πόδια σφιχτά· μένει ακόμη ξαπλωμένη, κοιτώντας τον ουρανό του κρεβατιού, ακίνητη κι άκαμπτη σαν σκήνωμα αγίου.

Για ποιαν απ’ τις δυο μας είναι χειρότερο – για κείνην ή για μένα;

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Έτσι Παρασκευάζεται τo Αυτοσχέδιο Tσίπουρο στις Ελληνικές Φυλακές

51 Τρόποι για να Γίνει Λιγότερο Εχθρικός ο Κόσμος Απέναντι στους Χοντρούς Ανθρώπους

«Άβυζη», «Χοντρή», «Σημαδεμένη» - Γυναίκες στην Ελλάδα Φωτογραφίζονται Μιλώντας για το Body Shaming

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter,Facebook και Instagram.