Όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω το βαποράκι μαριχουάνας, δεν μπορούσα να αρνηθώ τη δουλειά. Πάντα ήθελα να είμαι άνετος και φανταζόμουν την άνεση να ξεχειλίζει από τους πόρους του δέρματος ενός εμπόρου ναρκωτικών. Σαν παιδί για τις διανομές θα αδιαφορούσα για τους κοινωνικούς κανόνες, θα είχα διασυνδέσεις και πιθανώς θα ήμουν ζόρικος. Ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Δυστυχώς μέσα σε ένα χρόνο που έπαιζα «το παιχνίδι», δεν έτυχε να βρεθώ στον δρόμο κανενός μπάτσου, πόσω μάλλον να φτύσω στο πρόσωπο της ηθικής. Γιατί τελικά το να είσαι βαποράκι δεν είναι τόσο διασκεδαστικό. Είναι σκέτη κοροϊδία.
Όπως και στις περισσότερες δουλειές βρέθηκα σε απελπισία, ήμουν εντελώς ακατάλληλος για να κάνω το βαποράκι. Έχω καταπιεί μαριχουάνα τέσσερις φορές στη ζωή μου και, κάθε φορά, ήταν τόσο δυσάρεστη η αίσθηση, ώστε θα είμαι ευτυχής αν πεθάνω χωρίς να ξανακαπνίσω ένα τσιγαριλίκι. Όμως κάποιος φίλος που διακινούσε σκληρά ναρκωτικά για έναν έμπορο στο Μανχάταν, ο οποίος έψαχνε ένα καινούριο βαποράκι, με ενθάρρυνε να δοκιμάσω τη δουλειά.
Η συνέντευξη κανονίστηκε στο καθιστικό του σπιτιού του εμπόρου, στις 3 τα ξημερώματα, ένα Σαββατοκύριακο. Το μελλοντικό αφεντικό μου ήταν ένας μελαχρινός γύρω στα σαράντα, που έλεγε πως είναι περσικής καταγωγής. Μου συστήθηκε ως Nathan. Πριν οριστικοποιηθεί η συμφωνία με μια χειραψία, γέλασε σιωπηλά και είπε, «δεν παίζει», αρκετές φορές. Πέρα από το ότι κρατούσε μια απόσταση, μου φάνηκε ωραίος τύπος. Μου ζήτησε να του δώσω κάποια απόδειξη για την διεύθυνσή μου και το τηλέφωνό μου, στο πλαίσιο μιας πολιτικής ασφαλείας. Αν έφευγα μακριά του, με προειδοποίησε ότι θα θεωρούσε τους φίλους μου υπεύθυνους για τα όποια χρέη και/ή για τα ναρκωτικά. Εκτός από αυτά υπήρχαν μόνο δύο κανόνες: Δεν γαμάμε τους πελάτες, εκτός αν στραφούν εναντίον μας, και δεν βρωμίζουμε τον χώρο του πελάτη. «Δεν θέλουμε τέτοια εικόνα», είπε.
Την επόμενη μέρα, ακολούθησα την Mary, που προφανώς ζούσε με τον Nathan «απλώς σαν φίλοι». Με εκπαίδευσε στις πωλήσεις χόρτου, επισημαίνοντας τη σημασία της άμεσης άφιξης και προσθέτοντας ότι η συναλλαγή και η έξοδος θα πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο γρήγορη. «Δεν είσαι εδώ για να αράζειςι», μου είπε. «Δεν είναι κοινωνική εκδήλωση, και δεν είναι φίλοι σου. Πρέπει να πας, να είσαι φιλικός και να κουβεντιάσεις, αλλά να κάνεις τη δουλειά σου και να φύγεις γρήγορα». Πολλοί πρωτάρηδες, είπε η Μαίρη, είναι ανήσυχοι γιατί κάνουν κάτι παράνομο, γι' αυτό πρέπει να έχεις έναν αέρα αδιαφορίας, σχεδόν σαν να μην τρέχει τίποτα, πηγαίνοντας στον χώρο τους για να πουλήσεις μαριχουάνα. Μου είπε πως έχουμε τρία μεγέθη για πωλήσεις: ένα μικρό σακουλάκι για 60 δολάρια, ένα μεσαίου μεγέθους, για 100 δολάρια και το μεγάλο, που κάνει 300 δολάρια. Τα μεγέθη αυτά δεν έχουν σχέση με τη ζυγαριά. Αν κάποιος ζητούσε κάτι λιγότερο, μου είπαν να κάνω ότι δεν καταλαβαίνω και να του επαναλάβω τις τρεις εκδοχές που έχουμε.
Αν και νόμιζα ότι θα έδειχνα σαν ένας άνετος γκάνγκστερ, ο Nathan με υποχρέωσε να φορώ πουκάμισο κουμπωμένο, να είμαι ξυρισμένος και να κρατώ κοντοκουρεμένα τα μαλλιά. Πίστευε ότι αυτή η εμφάνιση θα τραβούσε λιγότερο τα βλέμματα, καθώς θα περιφερόμουν με μαριχουάνα αξίας χιλιάδων δολαρίων μέσα σε μια τσάντα για λαπ-τοπ, κρεμασμένη στον ώμο.

Ο συγγραφέας με τη στολή εργασίας.
Η δουλειά με υποχρέωνε να έχω πάντα πλήρως φορτισμένη μπαταρία στο κινητό και να απαντώ αμέσως στις κλήσεις, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Αν και χρησιμοποιούσα πολύ το απόρρητο κινητό στη δουλειά, ουδέποτε κρατούσα διευθύνσεις πελατών. Οι κλήσεις των πελατών πήγαιναν σε κάποιον τρίτο, που δεχόταν τα τηλεφωνήματα, έλεγχε τον αριθμό σε κάποια βάση δεδομένων και στη συνέχεια απαντούσε από διαφορετικό κινητό για να επιβεβαιώσει το αίτημά τους για ναρκωτικά. Αφού επιβεβαιωνόταν το αίτημα, με καλούσαν από άλλο τηλέφωνο. Ο μεσάζοντας μου έλεγε μόνο «έχεις τον Nick», ή «έχεις τη Lucy». Μου απαγορευόταν να απαντήσω με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρά μουρμουρίζοντας ένα «ΟΚ» Αν είχαμε δύο πελάτες με το όνομα Lucy, η δουλειά θα πήγαινε βούλιαζε.
Αν δεν μπορούσα να φτάσω στον πελάτη μέσα σε μία ώρα μετά το τηλεφώνημα, έπαιρνα ταξί. Κάθε μέρα μου έδιναν 40 δολάρια για ταξί. Κανένας δεν γνώριζε, όμως, αν ξόδευα τα 40 δολάρια. Αντί να παίρνω ταξί, τριγυρνούσα σε κατάσταση παραφροσύνης που ακύρωνε κάθε μέτρο που έπαιρνα για να μην τραβάω την προσοχή. Ίδρωνα μες στο καταχείμωνο και συχνά εμφανιζόμουν στο κατώφλι των πελατών, βρεγμένος, μπερδεύοντας τους με τους θυρωρούς τους.
Στο τέλος της μέρας, συναντούσα τον Nathan ή την φίλη του και έδινα τα χτήματα και οτιδήποτε δεν είχα καταφέρει να πουλήσω. Ο Nathan και η φίλη του δεν ήταν ποτέ νηφάλιοι σε αυτές τις συναντήσεις. Θα ήταν εύκολο να δίνω ανακριβή εικόνα για τα νούμερα και να φεύγω κερδίζοντας λίγα περισσότερα δολάρια, αλλά ποτέ δεν έκανα κάτι τέτοιο γιατί από τις ταινίες είχα μάθει πως λειτουργούν οι έμποροι ναρκωτικών. Είχα την εντύπωση ότι ο Nathan προσποιείτο τον χαμένο, και, αν τον δοκίμαζα, θα με τιμωρούσε. Επίσης παραήμουν τίμιος και φοβόμουν να κλέψω.
Μέσα στην πρώτη εβδομάδα γνώρισα τους ανθρώπους που έγιναν τακτικοί πελάτες μου. Όπως οι περισσότεροι εξαρτημένοι που δεν το παραδέχονται, οι χρήστες μαριχουάνας ζουν κάτω από τον μύθο ότι κάθε παραγγελία τους ήταν και η τελευταία.
Ο καθένας ή η καθεμία που επέμενε ότι η επιστροφή στη σοβαρότητα τον περίμενε στη γωνία, μου παρουσίαζε μεγαλεπήβολα σχέδια για το μέλλον. Υπήρχε ο Gene, ένας φαλακρός, χωρισμένος πατέρας δύο παιδιών, τα οποία είδα μόνο σε φωτογραφίες. Σχεδίαζε να διεκδικήσει την κηδεμονία τους και να μετακομίσει από την περιοχή Upper East Side στην περιφέρεια της Πενσιλβάνια, όπου ακόμα και τα δημόσια σχολεία είναι θαυμάσια. Ήταν και η Leigh, απέναντι από το Central Park West, που ο χώρος της μύριζε πάντα όμορφα, και μου έλεγε το όνειρό της είναι να κάνει κέτερινγκ σε πάρτι, δουλειά που την περιέγραφε ως «μικρή, φιλική και διασκεδαστική». Ήταν μάταιο. Περίμενα τη μέρα που ίσως αγόραζαν λίγα μανιτάρια και θα είχαν την επιφοίτηση ότι τίποτα δεν θα άλλαζε, αν άρχιζαν την καθημερινή αγορά μαριχουάνας από έναν ντελιβερά.
Κάποιες φορές μου ήρθε να τους δώσω πίσω τα 60 δολάρια και να πάρω την πίπα από τα χέρια τους, λέγοντας «δεν είσαι υποχρεωμένος να ζεις με αυτόν τον τρόπο». Φυσικά ποτέ δεν έκανα κάτι τέτοιο. Δεν έχει σημασία πόσο άσχημα ένιωθα για τους φτιαγμένους, θα έπρεπε να προσπαθώ να πουλήσω περισσότερο πράγμα σ΄ αυτούς, αν ήθελα να κερδίσω περισσότερα, ως ντελιβεράς ναρκωτικών. Πληρωνόμουν με ποσοστά, άλλωστε. Έβγαζα 20 δολάρια για κάθε μικρή ή μεσαία συσκευασία και 50 δολάρια για την μεγάλη σακούλα. Αφού το προϊόν μου ήταν ναρκωτικά – τα οποία ζητούν κάποιοι μανιωδώς – θα ήταν εύκολο να ανεβάσω τις πωλήσεις, αλλά δεν το έκανα. Παρόλο που σε όλα τα σπίτια που μπήκα, έβλεπα τύπους που θα μπορούσαν να πληρώσουν εύκολα αρκετές μεγάλες συσκευασίες, σπανίως έκαναν τους ανοιχτοχέρηδες – γιατί ισχυρίζονταν ότι η συνήθεια τους ήταν περιστασιακή. Ήμουν στο έλεος των παραισθήσεών τους.

Μια ακριβή γειτονιά, όπου έμεναν οι πλούσιοι πελάτες του Nathan. Image via
Έπειτα από αρκετούς μήνες, μου εμπιστεύτηκαν την εξυπηρέτηση πιο πλούσιων πελατών. Νόμιζα ότι θα είχα να κάνω με φιγουρατζήδες που έπαιρναν ναρκωτικά, αλλά αποδείχτηκε ότι ηλιθιότητα ήταν βαθύτερη -αυτοί ήταν οι πραγματικοί εξαρτημένοι που αγόραζαν χάπια με συνταγές αντί για χόρτο. Θα μπορούσα να έχω αρνηθεί την καινούρια δουλειά μου, αλλά με προωθούσε ο Nathan. Εξέλαβα την καινούρια δουλειά ως αναγνώριση της εξυπνάδας και της ικανότητάς μου.
Την πρώτη φορά που επισκέφθηκα τους πρώτους πελάτες που έπαιρναν χάπια, ήμουν ζαλισμένος. Μου άνοιξε την πόρτα ένας άνδρας που συστήθηκε ως Dan. Με άφησε να μπω στο διαμέρισμα, βάζοντας το χέρι του στην πλάτη μου. Έκανα χειραψία και του είπα «είμαι ο Jack». Χαμογέλασε για να δείξει ότι ξέρει. «Έτσι λοιπόν, αυτό το όνομα χρησιμοποιείς;», με ρώτησε. Κανένας μέχρι εκείνη την ώρα δεν έκανε θέμα με το όνομά μου- όλοι οι άλλοι πελάτες σέβονταν τα προφανή ψευδώνυμα. Άκουσα τη φωνή της Mary: «Δεν είναι φίλοι σου. Δεν είναι φίλοι σου!»
Έκανα το καλύτερο για να δείξω ότι δεν αισθάνομαι άνετα, καθώς ο Dan μου έδινε ένα ποτήρι ακριβού σκωτσέζικου ουίσκι. «ΟΚ, λοιπόν, τι έχεις;», ρώτησε. Καθίσαμε στον άνετο καναπέ και άνοιξα την τσάντα μου. Η φίλη του, Τρίσα, κάθισε απέναντι κρατώντας ένα ποτήρι λευκό κρασί, βλέποντας τηλεόραση και δείχνοντας βαριεστημένη. Έβγαλα το κουτί με τα χάπια και μέτρησα 20, των 30 mg το καθένα. Ο Νταν είπε «ΟΚ, χαλαρά. Τα παίρνουμε». Άρχισα να μετρώ τα χρήματα. Καθώς πήγαινα προς την πόρτα, μου έβαλε το χέρι στην πλάτη και είπε «Θα σε δούμε σύντομα. Θα βλεπόμαστε συχνά».
Γνώριζα ήδη ότι τα πράγματα δεν θα εξελίσσονταν καλά.
Μετά από αυτή την μέρα, έβλεπα τον Dan και την Trisha καθημερινά. Τους αναγνωρίζω ότι πάντα ήταν εγκάρδιοι. Ακόμα κι όταν καθυστερούσα πάνω από μία ώρα, μου πρόσφεραν νερό ή κρασί και είχαμε μια ευγενική σύντομη συζήτηση. Υπήρχαν στιγμές που δεν είχα καθόλου ισχυρά παυσίπονα και εκείνοι αγόραζαν οπιούχα μικρότερης ισχύος, αλλά σε μεγαλύτερες ποσότητες. Όταν δεν είχαμε οπιούχα, έκαναν μυτιές. Καλούσαν και ζητούσαν βενζοδιαζεπίνες για να αναμειγνύουν τα χάπια και να προσπαθήσουν να κοιμηθούν μόλις άρχιζε να εξασθενεί η δράση του οπίου. Ελλείψει εμπορεύματος, ο Daniel και η Trish υπέφεραν από στερητικό σύνδρομο, δήλωναν ασθένεια στη δουλειά τους και έπαιρναν αγχολυτικά μαζί με ουίσκι. Όταν πέρασαν αυτές οι δύο εβδομάδες, υπέθεσα ότι δεν θα μας καλούσαν ξανά για να παραγγείλουν ναρκωτικά, αλλά όταν ο Νάθαν γέμισε ξανά με στοκ, επέστρεψαν στη χρήση. Παραήταν έντονο για μένα να βλέπω αυτό το επίπεδο εξαθλίωσης.
Ο Νταν και Τρίσα μου είπαν ότι ήταν καιρός να κρεμάσω την τσάντα του λαπ-τοπ. Καθώς έψαχνα για μια πιο έντιμη δουλειά, συνέχιζα να κάνω διανομή ναρκωτικών. Εκείνη την εποχή έγινα ειδικός στα ωράρια και στις τοποθεσίες κάθε παραρτήματος της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης. Ως διανομέας ναρκωτικών, ανακάλυψα μπαρ με ιδιωτικές τουαλέτες, κοιμήθηκα στο Σέντραλ Παρκ και διάβαζα τουλάχιστον τρία βιβλία την εβδομάδα. Συνάντησα πολλούς ανθρώπους που τα είχαν κάνει σκατά, έμαθα καλά τους δρόμους, όμως ποτέ δεν έγινα άνετος.
Περισσότερα από το VICE