FYI.

This story is over 5 years old.

VICE Loves Magnum

Η Alessandra Sanguinetti Κάνει τη Σφαγή να Μοιάζει Όμορφη

"Το να μοιράζεσαι ιστορίες και να αφήνεις πίσω σου τα ντοκουμέντα των βίων που έζησαν κάποιοι, είναι η ουσία του θέματος."
Bruno Bayley
Κείμενο Bruno Bayley
22 Δεκέμβριος 2013, 11:14am

Από το βιβλίο, The Adventures of Guille and Belinda.

Το Magnum είναι ίσως το πιο διάσημο φωτογραφικό πρακτορείο στον κόσμο. Ακόμα κι αν δεν έχετε ακούσει γι’ αυτό, πιθανόν να είστε εξοικειωμένοι με τις εικόνες του, όπως αυτές από την κάλυψη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου του Robert Capa ή τα βρετανικά τοπία για διακοπές του Martin Parr. Σε αντίθεση με τα περισσότερα πρακτορεία, τα μέλη του Magnum επιλέγονται από τους άλλους φωτογράφους του οργανισμού, με συνέπεια να είναι μια πολύ εξαντλητική διαδικασία το να γίνει κάποιος μέλος. Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης συνεργασίας μας με το Magnum, έχουμε φτιάξει το προφίλ μερικών εκ των φωτογράφων του.

Η Alessandra Sanguinetti γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, αλλά έζησε τα παιδικά της χρόνια και το πρώτο μέρος της επαγγελματικής ζωής της στην Αργεντινή. Μεγαλώνοντας, πέρασε τις διακοπές της στο Pampas- στις απέραντες χορτολιβαδικές εκτάσεις που καλύπτουν ένα τεράστιο κομμάτι της Αργεντινής- εκεί όπου άρχισε να δουλεύει πάνω στο πρώτο φωτογραφικό έργο της, το «On the Sixth Day», μία τεκμηρίωση της αγροτικής ζωής και του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με τα ζώα που εκτρέφουν και προορίζουν για σφαγή.

Στα μισά της διαδρομής αυτού του έργου, άρχισε να φωτογραφίζει δύο ντόπιες ξαδέλφες, την Guille και την Belinda. Εκείνη η σειρά μετατράπηκε στην πιο γνωστή εργασία της με τίτλο «The Adventures of Guille and Belinda», ένα έργο που η φωτογράφος συνέχισε να εξελίσσει, καταγράφοντας τα κορίτσια να μεγαλώνουν, να παντρεύονται και να αποκτούν μωρά. Μίλησα με την Alessandra για τις ξαδέλφες, για το χρόνο και για το πώς τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες, προσθέτοντας μία αίσθηση τάξης και μονιμότητας στην παροδική ζωή μας.

Από το βιβλίο «The Adventures of Guille and Belinda».

VICE: Γεια σου, Alessandra. Γυρνώντας το χρόνο μία δεκαετία πίσω, πώς επηρέασε τη δουλειά σου η μετακίνησή σου στην Αμερική;

Alessandra Sanguinetti: Έζησα στην Αργεντινή μέχρι τα 30 μου και τότε ήταν που τράβηξα το «On the Sixth Day» και το «The Adventures of Guille and Belinda». Ήμουν στα μισά της δουλειάς μου για την Guille και την Belinda όταν μετακόμισα εδώ και ολοκλήρωσα το πρώτο κεφάλαιο του έργου, έτσι θα έλεγα ότι με επηρέασε με την πρακτική έννοια- δεν ήμουν εκεί για το γάμο της Belinda.

Όμως, περισσότερο με επηρέασε με έναν ακαθόριστο τρόπο. Είχα υποτιμήσει το πόσο συνδεδεμένη ήμουν με την Αργεντινή, το πόσο αυτά με τα οποία είχα παθιαστεί βρίσκονταν εκεί. Και υποτίμησα το πώς οι περιστάσεις και το πέρασμα του χρόνου σε αλλάζουν. Έφυγα με πολλές ιδέες, ερεθίσματα πάνω στα οποία ήμουν ενθουσιασμένη να δουλέψω και υπέθεσα ότι θα τα συνέχιζα στο μέλλον από εκεί που τα είχα αφήσει. Αλλά δεν λειτουργεί έτσι. Όταν επέστρεψα, εκείνη η σπίθα είχε χαθεί και δεν έβλεπα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχει μια στιγμή για όλα, και κάποτε η στιγμή χάνεται, και τότε πρέπει να προχωρήσεις μπροστά.

Νιώθεις πως με τη δουλειά που κάνεις τώρα στο Σαν Φρανσίσκο, έχεις προσαρμοστεί στην Αμερική και πως είσαι ευτυχισμένη εδώ; Ή νομίζεις ότι είναι ένα τελείως διαφορετικό είδος δουλειάς;

Έχω εργαστεί σε διάφορα έργα από τότε, τα οποία- μεταξύ άλλων- περιλαμβάνουν την «Παλαιστίνη» και, μόλις πρόσφατα, ένα μικρό βιβλίο για την οικογενειακή ζωή εδώ στο Σαν Φρανσίσκο, που ονομάζεται «Sorry, Welcome». Δημοσιεύονται και τα δύο από τον εκδοτικό οίκο TBW και θα κυκλοφορήσουν πολύ σύντομα.

Από τη σειρά «The Life that Came».

Εντάξει. Όπως και στο «Guille and Belinda», υπάρχει ακόμα το θέμα της οικογένειας και το να μεγαλώνεις εκεί. Επειδή διάβασα ότι ασχολήθηκες με τη φωτογραφία όταν συνειδητοποίησες ότι οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειάς σου κάποια μέρα θα πεθάνουν, προσπάθησες να κρατήσεις μία ανάμνηση από τον καθένα;

Όλοι μας κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι τα πάντα είναι παροδικά. Και από την παιδική μου ηλικία, η λήψη φωτογραφιών ήταν ο τρόπος μου να κάνω τη ζωή να δείχνει λίγο πιο μόνιμη. Η φωτογράφιση ήταν ο δικός μου τρόπος να επιβεβαιώσω και να συγχρονίσω ό, τι έβλεπα μέσα από τον φακό με όσα ένιωθα, αλλά και να ενώσω τις τελείες. Να ανακαλύψω τη σχέση ανάμεσα σε παρορμητικά γεγονότα ή ένα μοτίβο μέσα στο χάος. Τελικά, αν δίνεις προσοχή, αρχίζεις να πλάθεις ιστορίες και να έχεις την αίσθηση των πραγμάτων. Και αφού βρεις ένα μοτίβο που αναγνωρίζεις, τότε είναι ευκολότερο να συνεχίσεις.

Πιστεύεις ότι η συνειδητοποίηση που έχεις, κατευθύνει το έργο σου; Φαίνεται ότι υπάρχει μια έμφαση στις νεαρές γυναίκες ή στα παιδιά γενικότερα και το πέρασμά τους στην ενηλικίωση. Ακόμη και το έργο σου στην Παλαιστίνη επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στα παιδιά.

Τα παιδιά είναι συναρπαστικά. Κάποτε ήμασταν όλοι μας παιδιά και το ποιοι είμαστε σήμερα έχει καθοριστεί από την παιδική μας ηλικία. Ως κοινωνία, προβάλλουμε πολλές από τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις, τις αρνήσεις και τις προσδοκίες μας στα παιδιά και είναι τόσο ξεκάθαρος ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά αντανακλούν αυτά που εμείς τους φορτώνουμε. Πώς θα μπορούσα να μην τα φωτογραφίσω, λοιπόν; Επιπλέον, υπάρχει όλη αυτή η συζήτηση που πρέπει να συνεχιστεί μεταξύ των ενηλίκων, κάτι στο οποίο δεν είμαι καθόλου καλή. Όμως, με τα παιδιά, φτάνω στην καρδιά του θέματος.

Το έργο της Παλαιστίνης παραμένει ημιτελές για μένα. Αλλά όταν πήγα εκεί, πράγματι είχα στο μυαλό μου να επικεντρωθώ στα παιδιά που ζουν στα κατεχόμενα. Πήρα πολλές συνεντεύξεις με γονείς που ακόμη δεν έχω χρησιμοποιήσει και τις οποίες θα ήθελα κάποια στιγμή να προσθέσω ως κείμενα. Σχεδιάζω να επιστρέψω σύντομα και να φωτογραφίσω αυτά τα παιδιά, που τώρα πλέον έχουν ενηλικιωθεί.

Από το βιβλίο «On the Sixth Day».

Το έργο σου, αυτό που προηγήθηκε του «Guille and Belinda», το «On the Sixth Day»- ήταν για τα ζώα, για τη σφαγή και για το πώς οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με τα ζώα που εκτρέφουν. Τι σε οδήγησε να εργαστείς επάνω σε ένα τέτοιο θέμα;

Αυτό είναι ένα έργο που είχα στο μυαλό μου πολύ πριν το ξεκινήσω. Πέρασα πολύ χρόνο στο ύπαιθρο ως παιδί και ήξερα από τότε ότι υπήρχαν ιστορίες που ποτέ δεν είχαν ειπωθεί, τουλάχιστον δεν είχαν οπτικοποιηθεί. Σε όλες τις εργασίες που είδα, εκτός από τις μουσικές και τις λογοτεχνικές, το ύπαιθρο απεικονίζεται ως μία κενή, χωρίς ζωή έκταση. Ίσως αυτό συμβαίνει λόγω της φύσης του τοπίου και μιας συγκεκριμένης ρομαντικοποίησης της αγροτικής ζωής που αγνοεί οποιαδήποτε άλλη σκληρή πραγματικότητα, αλλά εγώ πάντα έβλεπα πολλές καταστάσεις να εξελίσσονται εκεί, καταστάσεις που τις έχεις ως δεδομένες- όπως το συνεχές και έντονο δράμα που λαμβάνει χώρα καθημερινά μεταξύ των ζώων, αλλά και μεταξύ των ζώων και των ανθρώπων που τα εκτρέφουν. Το στρίμωγμα μέσα στο μαντρί είναι κάτι κοινότοπο για εμάς, αλλά είναι πολύ σημαντικό για την αγελάδα, και επεδίωξα να «χτίσω» το έργο μου γύρω από αυτήν την ιδέα.

Και η θρησκευτική αναφορά στον τίτλο, ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητική; Νομίζεις ότι επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκοτώνουν τα ζώα, ή απλά είναι μία κενή παρατήρηση, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο νόημα;

Στην αρχή σίγουρα ήμουν λίγο επικριτική. Ήμουν πιο συναισθηματική και ίσως δογματική τότε. Και ξέρω επίσης ότι σταδιακά όλα αυτά εξατμίστηκαν όταν άρχισα να δίνω μεγαλύτερη προσοχή σε ό, τι ήταν μπροστά μου και σε ό, τι αφουγκραζόταν το έργο. Αυτό είναι το υπέροχο μέρος, πώς το έργο σε αλλάζει. Όλοι πάντα πιστεύουν ότι εσύ διαμορφώνεις την εργασία στην οποία έχεις τον έλεγχο. Αλλά αν πραγματικά εντρυφήσεις σ' αυτό και δώσεις ιδιαίτερη προσοχή, το έργο είναι που σε διαμορφώνει και έχω την ελπίδα ότι θα βγεις απ’ αυτό λίγο πιο σοφός και λίγο πιο ταπεινός.

Από το βιβλίο «The Adventures of Guille and Belinda».

Το «The Adventures of Guille and Belinda» είναι ίσως το πιο γνωστό έργο σου. Μήπως νιώθεις κάπως περίεργο το γεγονός ότι τόσο μεγάλο μέρος της δουλειάς σου περιστρέφεται γύρω από δύο άτομα μόνο; Και μήπως πιστεύεις ότι αυτό είναι κάπως παράξενο και για τα κορίτσια;

Ήταν πολύ οργανικός- με την έννοια του αγνού- ο τρόπος με τον οποίο ξεκίνησε το έργο. Δεν βγήκα έξω για να βρω δύο κορίτσια σαν αυτά. Ήταν εκεί και συνέβη με έναν απόλυτα φυσιολογικό τρόπο. Τα κορίτσια ήδη με γνώριζαν. Ήμουν πάντα γύρω από το σπίτι της γιαγιάς τους, φωτογραφίζοντας τα ζώα. Ήμουν το κορίτσι που πάντα κρατούσε μια φωτογραφική μηχανή. Νομίζω ότι το βρίσκουν κάπως παράξενο να είμαι γύρω τους και να μην τραβάω φωτογραφίες. Στην αρχή, όταν ήταν εννέα χρόνων, τους πήγαινα τις εκτυπωμένες φωτογραφίες για να τις δουν. Στη συνέχεια, όταν μεγάλωναν και η παιδική ηλικία γινόταν μια ανάμνηση, άρχισαν να εκτιμούν την εργασία μου με ένα βαθύτερο τρόπο.

Γνωρίζουν ότι είναι διάσημες;

Έχουν επίγνωση ότι η σχέση τους έχει μια ζωή και έξω από το περιβάλλον τους. Αλλά, ξέρεις, βρίσκονται στο δικό τους κόσμο, στη δική τους ζωή, και δεν έχουν επαφή με τον κόσμο στον οποίο κυκλοφορεί η δουλειά μου, εκτός και αν δημοσιευτεί ή παρουσιαστεί στην Αργεντινή.

Από τη σειρά «The Life that Came».

**Πιστεύεις ότι ειδικά στη δουλειά σου με την Guille και την Belinda, οι άνθρωποι εστιάζουν υπερβολικά στο ζήτημα του αν και κατά πόσον μια φωτογραφία είναι «στημένη» και όχι αυθόρμητη;  **

Δεν έχω να πω πολλά γι’ αυτό. Ξέρεις, οι άνθρωποι αμφισβητούν όλα τα είδη των έργων για διάφορους λόγους, και μερικές φορές είναι απλή περιέργεια, και όταν βλέπουν 50 φωτογραφίες των ίδιων κοριτσιών, έχουν τέτοιες ερωτήσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν ένα ποίημα και «ταξιδεύουν», και αυτό είναι αρκετό. Άλλοι πάλι θέλουν να ξέρουν γιατί τους συγκίνησε και αναλύουν σε ποιο μέτρο γράφτηκε το ποίημα, και ούτω καθεξής. Κάποιοι άλλοι θα δουν μόνο αποσπασματικές λέξεις και παράξενες συνδέσεις, και κάποια στιγμή όλοι μας κάνουμε το ένα ή το άλλο. Και με τη φωτογραφία, λόγω της φύσης της, αυτό το ζήτημα της αυθεντικότητας προκύπτει πολύ συχνά.

Νιώθεις πως υπάρχει ένα γενικότερο μήνυμα ή σχόλιο που προσπαθείς να εκπέμψεις με την δουλειά σου; Ή μήπως απλά τραβάς φωτογραφίες για τον εαυτό σου που τυχαίνει να συναρπάζουν και άλλους ανθρώπους;

Η δουλειά που γίνεται για να στείλεις ένα μήνυμα ή να κάνεις ένα σχόλιο ανήκει περισσότερο στη σφαίρα του παραδειγματισμού ή της προπαγάνδας. Δεν σκέφτομαι την απήχηση στον κόσμο όταν βρίσκομαι στη μέση ενός έργου. Αυτό θα ήταν τρικ. Θα ήθελα απλώς να πω ότι επικεντρώνομαι σε συγκεκριμένους ανθρώπους, τόπους, σχέσεις και γεγονότα που με συγκινούν, και προσπαθώ να διατυπώσω όσο πιο καθαρά γίνεται, τους συνδέσμους που βλέπω και τις ιστορίες που προκύπτουν από αυτούς. Και ναι, πραγματικά ελπίζω να τα μοιραστώ με άλλους ανθρώπους. Το να μοιράζεσαι ιστορίες και να αφήνεις πίσω σου τα ντοκουμέντα των βίων που έζησαν κάποιοι, είναι η ουσία του θέματος.