FYI.

This story is over 5 years old.

News

Οι Σύγχρονες «Σκλάβες» της Αθήνας

Η σκληρή πραγματικότητα των οικιακών βοηθών στην Ελλάδα της κρίσης.
28.4.14

Επάγγελμα οικιακή βοηθός, αλλιώς γυναίκα για όλες τις δουλειές μαγείρισσα, καθαρίστρια, μητέρα, νοσοκόμα. Εδώ και δεκαετίες γυναίκες από την ανατολική Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική απασχολούνται στα ελληνικά νοικοκυριά είτε ως εσωτερικές είτε ως εξωτερικές οικιακές βοηθοί. Η οικιακή εργασία εκτός του ότι είναι φυλετικά προσδιορισμένη παραμένει ακόμα και σήμερα μια καθαρά μεταναστευτική απασχόληση. Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τις γυναίκες αυτές ότι είναι «ελευθέρων ηθών», εγκληματίες, ότι παίρνουν τις δουλειές και τους άνδρες των Ελληνίδων. Λίγα όμως έχουν αναφερθεί για την ακεραιότητα τους, τη συμβολή τους στην ελληνική οικογένεια και κατ' επέκταση στην ελληνική οικονομία. Οι γυναίκες αυτές μέχρι και σήμερα αντιμετωπίζονται ως ένα περιθωριακό εργατικό δυναμικό με ελάχιστη έως καθόλου πρόσβαση στο σύστημα κοινωνικής προστασίας.

Εργασιακά δικαιώματα, ιατρική ασφάλιση, επιδόματα, κατώτατος μισθός, λέξεις άγνωστες στο λεξιλόγιο των οικιακών βοηθών. Η υπεύθυνη εργασιακή σύμβουλος του τμήματος Μεταναστών και Προσφύγων του Εργατοϋπαλληλικό Κέντρου Αθηνών (ΕΚΑ), Βάνια Ντέλτσεβα προσπαθεί με κάθε τρόπο να βοηθήσει όσες γυναίκες αντιμετωπίζουν προβλήματα στο χώρο εργασίας τους. Τα περιστατικά που συναντά πολλά, αφορούν κυρίως θέματα απλήρωτης και αδήλωτης εργασίας, υπερεργασία, ρατσιστική συμπεριφορά, ψυχολογική βία, ακόμα και σεξουαλική παρενόχληση. «Το 2007 το συνδικάτο μας διεκδίκησε και κατάφερε να εξισωθεί ο μισθός της οικιακής βοηθού με εκείνου του ανειδίκευτου εργάτη, ποτέ όμως δεν έγινε ένας πραγματικός διάλογος για το ωράριο εργασίας αυτών των γυναικών», μου λέει η Βάνια Ντέλτσεβα.

H Φατίμα είναι η μόνη η οποία δέχτηκε να φωτογραφηθεί. Εδώ βρίσκεται στο σαλόνι του σπιτιού της.

Μέχρι πρόσφατα οι γυναίκες αυτές ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ από τους εργοδότες τους. Μετά όμως από τη θέσπιση του Ν. 3863/2010 εντάχθηκαν στην εφαρμογή του Εργοσήμου. Με αυτόν τον τρόπο ελέγχεται καλύτερα η ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, μου εξηγεί η εργατολόγος και νομική σύμβουλος στο Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, Μαρία Σταυρίδου. Οι οικιακοί βοηθοί καθώς παρέχουν εξαρτημένη εργασία απολαμβάνουν τα ίδια εργασιακά δικαιώματα με τους υπόλοιπους μισθωτούς, ενώ παράλληλα δικαιούνται άδειες με αποδοχές, δώρα και επιδόματα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στην περίπτωση τώρα που η σύμβαση η οποία έχουν υπογράψει με τους εργοδότες τους προβλέπει εσώκλειστη εργασία, οι εργαζόμενοι δε δικαιούνται προσαυξήσεις. Η Μαρία Σταυρίδου μου λέει ότι είναι δύσκολο να ελεγχθούν οι συνθήκες εργασίας των οικιακών βοηθών, με την έννοια ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δε λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο όπως θα λειτουργούσαν σε μια επιχείρηση και κυρίως γιατί τις περισσότερες φορές δε φαίνεται με ποιόν υπογράφουν τις εργασιακές τους συμβάσεις. Οι οικιακές βοηθοί αν και κάνουν τις πιο σκληρές δουλειές, οι υπηρεσίες που προσφέρουν είναι είτε υποτιμημένες είτε μη καταγεγραμμένες. Σήμερα, ο μέσος μισθός μιας οικιακής βοηθού κυμαίνεται στην καλύτερη περίπτωση από τα 700 έως τα 400 ευρώ, ενώ ο μέσος όρος εργασίας ξεπερνάει το 8ωρο, και το πενθήμερο μου αποκαλύπτει η Βάνια Ντέλτσεβα.

Η Φατίμα αγκαλιά με τον γιο της.

Κάποιες κυρίες βρίσκουν το κουράγιο και ζητούν την αρωγή της Επιθεώρησης Εργασίας ενώ άλλες επιλέγουν το δρόμο της σιωπής. Επικοινωνώ με την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, αλλά όπως με πληροφορούν δεν έχουν στοιχεία που αφορούν το συγκεκριμένο τύπο εργασίας για τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα. «Πολλές γυναίκες έχουν έρθει κατ' ιδίαν και μου έχουν μιλήσει για περιστατικά που περιλαμβάνουν ακόμα και ξύλο. Οι γυναίκες αυτές φοβούνται, και θεωρούν ότι κανείς δε θα τους πιστέψει», διευκρινίζει η Βλασία Δημητρακοπούλου, Πρόεδρος της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού (ΠΕΚΟΠ)». Ο κοινωνικός ρατσισμός που βιώνουν αυτές οι γυναίκες όχι μόνο επειδή είναι ξένες, αλλά και λόγω επαγγέλματος, η μη γνώση της ελληνικής γλώσσας, η άγνοια των εργατικών τους δικαιωμάτων, η σχέση εξάρτησης που διαμορφώνουν με τον εργοδότη τους είναι κάποιοι από τους λόγους που τις οδηγούν να επιλέξουν το δρόμο της σιωπής.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, από τη μέχρι τώρα εμπειρία του έχει διαπιστώσει ότι οι γυναίκες αυτές αρνούνται να μιλήσουν κυρίως λόγω έλλειψης νομιμοποιητικών εγγράφων. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο καινούργιος μεταναστευτικός κώδικας προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι χρειάζονται 50 ένσημα τον χρόνο αντί για 150 για να αποκτήσουν άδεια παραμονής. Πέρα από αυτά, πολλές γυναίκες δε γνωρίζουν το όνομα του εργοδότη τους ή δεν μπορούν να αποδείξουν ότι όντως δούλευαν στο συγκεκριμένο σπίτι. Επίσης, δεν έχουν την οικονομική δύναμη για να προσλάβουν δικηγόρο αλλά και να πληρώσουν τα έξοδα μιας δίκης –μόνο τα παράβολα μπορεί να φτάσουν και τα 500 ευρώ. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των θυμάτων ρατσιστικής βίας: χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, τα θύματα φοβούνται να καταγγείλουν το περιστατικό λόγω της επικείμενης, και πολύ πιθανής σύλληψης, κράτησης και απέλασής τους (περίφημη τροπολογία του άρθρου 19 του Σχεδίου Νόμου Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης).

Πολλές κοινωνιολογικές έρευνες έχουν γίνει με θέμα την οικιακή εργασία. Η Daria Lazerescu, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, πρόσφατα κατέθεσε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα τις μεταβολές στην εξέλιξη και στην κατανόηση της σταδιοδρομίας των Ρουμάνων μεταναστριών στις υπηρεσίες καθαρισμού. Η Daria συνομίλησε με 79 εργάτριες ηλικίας 25-55 χρονών, οι οποίες προέρχονταν τόσο από πόλεις όσο και χωριά, ήταν απόφοιτες λυκείου ή τεχνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όπου εργάζονταν κυρίως στην αγροτική παραγωγή, στις βιομηχανίες ή και στην οικιακή οικονομία. Τα προβλήματα που αντιμετώπισαν ως εργαζόμενες στην Ελλάδα αφορούσαν τις συνθήκες εργασίας (άτυπος χαρακτήρας, ασταθή ωράρια, έλλειψη ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, κλπ) όσο και τις πολιτισμικές «απαιτήσεις» του επαγγέλματος (υιοθέτηση έμφυλων, πατερναλιστικών προτύπων όπως υποτέλεια και αφοσίωση στους εργοδότες). Η Daria, παρότι ομοεθνής τους, δυσκολεύτηκε να τις πείσει να μιλήσουν. «Ήταν δύσκολο να πεισθούν ότι η ιστορία της ζωής τους "μετράει", ότι έχει κάποια σημασία» μου επισημαίνει. Η έρευνα της φανερώνει ότι οι γυναίκες αυτές μετά από μακροχρόνια παραμονή στην Ελλάδα, συνεχίζουν να απασχολούνται στο ίδιο ή σε παραπλήσια επαγγέλματα.

Συναντώ κάποιες οικιακές βοηθούς –θέλω να ακούσω την ιστορία τους.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Πίστευα ότι όλα θα είναι διαφορετικά όταν θα έρθω εδώ, αλλά τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάστηκα», μου λέει στα αγγλικά η Μ. 36 χρονών, από τη Σιέρα Λεόνε. Η πρώτη της δουλειά όταν έφτασε στην Ελλάδα ήταν καθαρίστρια. Μετά για επτά χρόνια εργάστηκε για το εξευτελιστικό ποσό των 200 ευρώ ως babysitter σε μια οικογένεια των Βορείων Προαστίων. Με αυτά τα λεφτά η Μ. έπρεπε να νοικιάζει και το δικό της σπίτι, καθώς όταν η οικογένεια απουσίαζε δεν της επέτρεπε να μένει στο διαμέρισμα τους.

«Ήμουν ικανοποιημένη με αυτά που μου έδιναν. Είχα ανάγκη τα χρήματα. Ήθελα να ζήσω, δεν ήθελα να γίνω πόρνη. Δε ζήτησα παραπάνω λεφτά γιατί δεν ήξερα πώς λειτουργούν τα πράγματα. Έκανα όλες τις δουλειές, μαγείρευα, σιδέρωνα, καθάριζα και φρόντιζα τα παιδιά. Δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ και καμιά φορά και τα Σαββατοκύριακα, αλλά δε μου έδιναν παραπάνω λεφτά. Στην αρχή μου συμπεριφέρονταν καλά, όταν όμως ξεκίνησε η κρίση σταμάτησαν να μου δίνουν φαγητό. Όταν με έστελναν να αγοράσω πράγματα για τα παιδιά, περίσσευαν κάποια λεφτά, 2 με 3 ευρώ και πήγαινα με αυτά τα χρήματα στο χασάπη και αγόραζα κρέας. Στο ορκίζομαι έτσι έκανα. Τα παιδιά τα μεγάλωσα εγώ. Τα πήρα στα χέρια μου από τότε που ήταν ενός έτους. Οι γονείς του αφεντικού μου δε με ήθελαν, επειδή ήμουν μαύρη, για αυτό δε με έπαιρναν μαζί τους όταν πήγαιναν διακοπές. Το καλοκαίρι όταν επέστρεψαν με απέλυσαν λόγω κρίσης, έτσι μου είπαν, το αφεντικό μου όμως ξέρω ότι είναι μάνατζερ σε μεγάλη τράπεζα. Επηρεάστηκα πολύ ψυχολογικά, έμεινα κλεισμένη μέσα στο σπίτι για αρκετές μέρες, ώσπου πήρα την απόφαση να πάω να βρω το αφεντικό μου για να τον ρωτήσω για την ασφάλιση μου. Εκείνος μου έδωσε ένα χαρτί να υπογράψω, δε μου εξήγησε τι είναι, απλά μου είπε ότι είναι για το καλό μου. Δεν έχω αντίγραφο. Μετά θέλησαν να με βοηθήσουν και μου βρήκαν δουλειά σε ένα φιλικό τους σπίτι με τα ίδια λεφτά. Όταν πήγα εκεί διαπίστωσα ότι θα καθάριζα μια βίλα και τους ζήτησα 500 ευρώ. Είπαν ότι θα με πάρουν τηλέφωνο αλλά δεν το έκαναν. Εμπιστευόμουν πολύ τα αφεντικά μου, ότι χρειαζόμουν, ότι ήθελα τους ρώταγα και εκείνοι με συμβούλευαν. Αισθανόμουν σα μέλος της οικογένειας τους. Τους έδωσα την καρδιά μου. Δε μπορούσα να φανταστώ ότι θα μου συμπεριφέρονταν έτσι» μου λέει κλαίγοντας η Μ. Όπως αποδείχτηκε μέχρι το 2011 ο εργοδότης της Μ. της έκοβε μισά ένσημα, ενώ από το '11 και μετά με το εργόσημο της έδινε όσα λεφτά ήθελε και όποτε το θυμόταν. «Δεν τους μισώ, λυπάμαι μόνο τον εαυτό μου επειδή τους πίστεψα και τους εμπιστεύτηκα. Πιστεύω πολύ στο θεό. Ξέρω ότι ο θεός με έστειλε σε αυτούς. Τα παιδιά τους είναι καλά, δε φταίνε σε τίποτα, μόνο και μόνο για αυτά δεν έχω άσχημα συναισθήματα για τους γονείς τους. Έχω φωτογραφία με τα παιδιά μαζί μου. Θέλεις να τα δεις; Τα παιδιά μου με αγαπούσαν. Είχαν πει ότι αν και είμαι μαύρη με αγαπούσαν».

Η Ρ. είναι 59 χρονών, και κατάγεται από τη Βουλγαρία. Ήρθε στην Ελλάδα πριν από τρία χρόνια με σκοπό να μείνει για δυο μήνες ώστε να μαζέψει κάποια χρήματα και να πάει στη Γερμανία. Ακόμα δεν τα έχει καταφέρει. Από το 2012 απασχολείται ως γηροκόμος σε σπίτια.

«Δε με πληρώνανε καλά, αλλά τι να κάνω. Δεν έχω χαρτιά για ασφάλιση. Για να βγάλω χαρτιά πρέπει κάποιος να με βοηθήσει. Ήρθα και δε ξέρω τι πρέπει να κάνω. Πρέπει να έχεις σπίτι, διεύθυνση για να βγάλεις χαρτιά, αλλά κανένας δε θέλει να κάνει τέτοιο πράγμα», μου λέει με σπαστά ελληνικά. Στην τελευταία της δουλειά ήρθε αντιμέτωπη με το νόμο. Συγκεκριμένα, πριν μερικούς μήνες φρόντιζε μια γιαγιά, η οποία λόγω ασθένειας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου αργότερα απεβίωσε. Η εργοδότης της, αντί να μισθώσει μια αποκλειστική νοσοκόμα ζήτησε από την Ρ. να την αντικαταστήσει για μια ημέρα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Πήγα να κάνω καλό και έχω κάνει κακό σε εμένα. Είπα στην κυρία μου ότι πρέπει να μου βγάλει χαρτιά, ότι μένω στο σπίτι της. Της είπα ότι φοβάμαι, εκείνη όμως με καθησύχασε ότι τίποτα δε θα γίνει. Ήρθε όμως η αστυνομία και πήρε όλες τις ξένες γυναίκες. Δε μας άφησαν να μιλήσουμε καθόλου. Μας είπαν ότι εκεί μας βρήκαν και δεν τους ενδιαφέρει αν δεν είμαστε αποκλειστικές. Τους είπα ότι θέλω δικηγόρο γιατί δε μιλάω καλά τα ελληνικά και μου είπαν ότι μια χαρά τα μιλάω. Μας συμπεριφέρθηκαν σαν εγκληματίες, μας έψαξαν για ναρκωτικά και μας έβγαλαν τα ρούχα. Την επόμενη ημέρα μας οδήγησαν στο Δικαστήριο, όπου η υπόθεση πήρε αναβολή» μου λέει αναστενάζοντας. Ανάμεσα στις 12 συλληφθείσες ήταν και μια Φιλιπινέζα της οποίας τα αφεντικά είχαν φροντίσει τη νομική της εκπροσώπηση. Όταν εκείνη ζήτησε τη βοήθεια των δικών της εργοδοτών, αυτοί απλά της έδωσαν κάποια λεφτά γύρω στα 200 ευρώ για να καλύψει τα έξοδα του δικαστηρίου και της υποσχέθηκαν ότι θα προσλάβουν δικηγόρο για να τη βοηθήσει. Μέχρι στιγμής η υπόθεση έχει πάρει τρείς αναβολές και οι εργοδότες ακόμα ψάχνουν τα τηλέφωνα του δικηγορικού συλλόγου.

Όλο αυτό το διάστημα η Ρ. έμενε στο σπίτι της γιαγιάς που πρόσεχε, της το είχε παραχωρήσει η οικογένεια μέχρι να βρει δουλειά. Το σπίτι όμως ήταν γεμάτο κοριούς, γεγονός που το έκανε μη βιώσιμο. Δυο φορές η οικογένεια ύστερα από παράπονα της είχε προβεί σε απεντόμωση. Όταν όμως τους εξήγησε την κατάσταση εκείνοι απλά της έδειξαν την πόρτα της εξόδου. Για καλή της όμως τύχη βρέθηκαν στο δρόμο της τα παλιά της αφεντικά. «Ο κόσμος είναι παρδαλός, δεν έχει μόνο κακούς αλλά και καλούς. Αλλά ξέρεις τι είναι να κάνεις καλό και να παθαίνω αυτό το πράγμα. Εγώ μαθαίνω γερμανικά τώρα και λέω θα φύγω γιατί έχω μεγάλη ανάγκη, αλλά τώρα ούτε μπορώ να φύγω, ούτε μπορώ να μείνω, ούτε τίποτα και τώρα έμπλεξα και σε αυτό και μπορεί να γίνει δύσκολο, να πάρει χρόνο. Τι θα κάνω εγώ; Τι να κάνω;» μου λέει με παράπονο.

Η Αφρικανή Ζ. ζει στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια, είναι 43 χρονών και μητέρα δυο παιδιών. Μιλάει καλά ελληνικά και ξέρει πλέον τα δικαιώματα της. Τους τελευταίους δυο μήνες δουλεύει ως οικιακή βοηθός σε μια πλούσια οικογένεια. Από Δευτέρα μέχρι Σάββατο καθαρίζει, πλένει, μαγειρεύει, και φροντίζει το σπίτι, τα 2 σκυλιά και τις 3 γάτες της οικογένειας από τις 08:30 έως τις 18:00.

«Το σπίτι είναι 3 όροφοι, κάθε μέρα καθαρίζω, επειδή όμως έχει σκυλιά βρωμίζουν το σπίτι. Μου φαίνεται δύσκολη δουλειά, η κυρία δε μου δίνει φαγητό, μαγειρεύω με το χέρι μου και δε μου δίνουν φαγητό, ούτε πρωινό. Προχθές είχα φέρει από το σπίτι μου μια ντομάτα και ένα αγγούρι και ήρθε και με βρήκε και μου είπε να μη τρώω με τα πιάτα τους. Έμεινα, δε μπορούσα να μιλήσω. Θα σου δώσω εγώ πιάτα μου είπε. Η κοπέλα που έρχεται και προσέχει το παιδί, είναι Ελληνίδα, τρώει και πίνει καφέ από τα δικά τους τα πιάτα. Αυτό σημαίνει ότι είναι ρατσιστές. Πλέον φέρνω τα πιάτα μου, τα ποτήρια μου και κουτάλι από το σπίτι. Εγώ δε θέλω να συνεχίσω τη δουλειά. Πριν από μια εβδομάδα πήγα τα σκυλιά βόλτα και ο μικρός ο σκύλος μου έφυγε και άρχισα να το κυνηγάω, έπεσα κάτω και στραμπούλιξα το πόδι μου και τη Δευτέρα δε μπόρεσα να πάω δουλειά. Αυτή έκανε παράπονα στο γραφείο (τη δουλειά αυτή τη βρήκε μέσω ενός γραφείου) ότι δεν πήγα στη δουλειά και είπε δε με θέλει, εγώ όμως τους εξήγησα ότι είχα εργατικό ατύχημα. Την Τρίτη που πήγα μου έκανε παράπονα, αλλά εκτός αυτού μου είπαν ότι θα φύγουν και θα πάνε διακοπές και θέλουν να με πάρουν μαζί τους, αλλά εγώ σκέφτηκα ότι αν τους ακολουθήσω θα πεθάνω από την πείνα, θα δουλεύω σα σκλάβα. Από την ώρα που πηγαίνω εκεί δουλεύω χωρίς διάλλειμα ούτε ένα λεπτό δεν κάθομαι. Αφού αρνήθηκα την πρόταση της έκανα τις δουλειές μου και έφυγα, όταν όμως ήμουν στο λεωφορείο με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν πήγα τα σκυλιά βόλτα. Της είπα ότι είχε περάσει η ώρα και έπρεπε να φύγω και μου είπε να μη ξαναπάω σπίτι της, και επειδή είχε κόσμο μέσα στο λεωφορείο και δεν ήθελα να μιλάω της είπα εντάξει. Με πήραν τηλέφωνο από το γραφείο και μου έκαναν πάλι παράπονα και τους είπα πώς μου συμπεριφέρεται και νευρίασαν. Πήρα τηλέφωνο στο σπίτι και το σηκώνει ο άνδρας της, του είπα ότι η γυναίκα του δε με θέλει και ότι θέλω τα πράγματα μου και τα λεφτά μου. Μου λέει έχεις δουλέψει μόνο μια μέρα από τον Απρίλη. Δεν ήθελαν να μου δώσουν λεφτά για τη μέρα που δεν πήγα. Τους είπα για τα δικαιώματα μου και μου είπαν έλα και βλέπουμε. Όταν πήγα εκεί ο άνδρας της έλειπε και η κοπέλα που κράταγε το παιδί μου έδωσε το λουρί για να πάω βόλτα τα σκυλιά. Αρνήθηκα και είπα ότι θέλω να δω την κυρία. Εκείνη κατέβηκε και φώναξε τι κάνεις εδώ; Σου είπα να πας βόλτα τα σκυλιά. Της είπα ότι θέλω τα λεφτά μου και τα πράγματα μου, εκείνη άρχισε να φωνάζει και να λέει φύγε από το σπίτι μου και ότι δεν έχει λεφτά. Της είπα ότι θα φύγω μόνο αν μου δώσει τα λεφτά μου. Η κοπέλα με συμβούλεψε να περιμένω τον άνδρα της μέχρι να έρθω, αλλά δεν εμφανίστηκε. Το Σάββατο πήγα κανονικά στη δουλειά και με κάλεσε να της πάω το πρωινό της στο κρεβάτι. Όταν πήγα με υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο λες και δεν είχε συμβεί τίποτα και λέω μέσα μου τι είναι αυτό; Αυτή είναι υποκρισία. Η κοπέλα που προσέχει το παιδί, μου είπε ότι δεν είμαι η πρώτη που συμπεριφέρεται έτσι. Θα μείνω εκεί μέχρι να βρω κάτι άλλο, δεν έχω επιλογή» καταλήγει η Ζ.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram