FYI.

This story is over 5 years old.

Gaming

Να τι Παθαίνεις Όταν Παίζεις ένα Video Game για 24 Συνεχόμενες Ώρες

Στο Bloodborne πεθαίνεις, πεθαίνεις και ξαναπεθαίνεις, αλλά μαθαίνεις για την ζωή. Και βγάζεις σπυριά.
David Whelan
Κείμενο David Whelan
27 Μάρτιος 2015, 2:00am

Στις εννέα το πρωί του Σαββάτου, πέθανα. Είδα τον εαυτό μου να πέφτει στο ένα γόνατο (το δεξί) και μετά να λυγίζει και το άλλο, μέχρι που το σώμα μου κατέρρευσε στο πάτωμα και άρχισε να εξαφανίζεται. Μπροστά μου, ένας τεράστιος τύπος, χτυπούσε με μίσος το σημείο που ήμουν πριν μερικά δευτερόλεπτα. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και τότε εμφανίστηκαν στην οθόνη οι λέξεις «YOU DIED». Τι λες ρε μαλακισμένο Bloodborne, Αλήθεια; Α παράτα μας ρε Miyazaki, έστω και αν είσαι γαμάτος.

Κοίταξα το ρολόι μου. Το timer έλεγε 18 ώρες. Άλλες έξι για το τέλος. Επέστρεψα στην πόλη του Yharnam, όπου ήμουν ένας σκιώδης τύπος που μοίραζε θάνατο με το τσεκούρι του.

Ακολουθήστε το VICE στην καινούρια μας σελίδα στο Facebook.

Μέσα στο Σαββατοκύριακο, ενώ εσείς τριγυρνάγατε εκεί έξω, εγώ έπαιξα Bloodborne για 24 σερί ώρες. Για κάποιον λόγο, θεώρησα πως αυτό θα ήταν μια καλή ιδέα. Προφανώς, είμαι ηλίθιος.

Όλες οι φωτογραφίες είναι του συντάκτη

Γενικά δυσκολεύομαι στο ξενύχτι. Είμαι το στυλ του τύπου που περιμένει πως και πως για τους headliners σε ένα φεστιβάλ, έτσι ώστε να τελειώσουν και να γυρίσω στην σκηνή μου για να διαβάσω το Observer Food Monthly. Δεν έχω νιώσει ποτέ την ευχαρίστηση ενός ξημερώματος, μετά από ένα μνημειώδες ξενύχτι. Αν έκανα μια σειρά για το VICE θα λεγόταν κάτι σαν «Γρήγορα, το γάλα σου και ύπνο». Αντιλαμβάνεστε.

Υποθέτω ότι ήταν μια πρόκληση. Ήθελα να δω τι θα επικρατούσε: ο συνεχιστής των «Πιο Δύσκολων Video Games Που Έχουν Γίνει Ποτέ», μετά το Demon's Souls και τα δύο Dark Souls, ή εγώ, ένας 26χρονος τύπος που τυγχάνει να λατρεύει την σειρά. Έχω χάσει το μέτρημα των ωρών που ξόδεψα στα προηγούμενα Souls, αλλά μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι αν ο κοινωνικός μου κύκλος μάθαινε τι έκανα πραγματικά όταν τους έλεγα «ότι αισθάνομαι λίγο άρρωστος», θα έστηνε intervention.

Αν δεν το καταλάβατε από την εισαγωγή του άρθρου, δεν θα σας κρατήσω σε αγωνία: έχασα. Ο τύπος λεγόταν Darkbeast Paarl και είναι πολύ σκληρός βιαστής. Μετά από δύο ώρες και -τις μέτρησα- 21 αποτυχημένες προσπάθειες να τον φάω, αποφάσισα ότι οι υπόλοιπες ώρες μου θα ήταν αφιερωμένες απλά στην εξερεύνηση του κόσμου του παιχνιδιού.

Γύρισα λοιπόν σε αυτόν και άρχισα να τον εξερευνώ, ανακαλύπτοντας πως δεν έπρεπε να είχα αντιμετωπίσει τον Paarl στο σημείο που τον αντιμετώπισα. Αυτό αποτελεί ένα κλασικό στοιχείο του Bloodborne. Όση ώρα έπαιζα, τριγυρνούσα μέσα στην λαβυρινθο-ειδή πόλη του Yharnam, χωρίς να είμαι σίγουρος για το που ήμουν ή το που πήγαινα. Το λάτρεψα αυτό. Στην αρχή με απογοήτευσε αυτό το «πήγαινε και όπου σε βγάλει», αλλά αφού άρχισα να ανακαλύπτω μια κρυμμένη πόρτα εδώ και μια κρυμμένη πλατφόρμα εκεί, κατάλαβα πως το Bloodborne δεν περιέχει μόνο ένα Firelink Shrine ή μόνο ένα Nexus (το κέντρο των Dark και Demon's Souls αντίστοιχα), αλλά περίπου επτά.

Το Yharnam μοιάζει με ένα goth κλαμπ που δεν πάνε ούτε οι goth-άδες. Είναι σαν μια υπερβολικά στυλιζαρισμένη Λονδρέζικη παμπ, γεμάτη από τουρίστες που ψιθυρίζουν μεταξύ τους για το πόσο «γραφικοί» είναι οι «Αγγλάρες». Είναι ένα OK μέρος για λίγο δηλαδή, αλλά δεν είναι και Lordan.

Μέχρι τον Paarl, έβρισκα το Bloodborne μια αρκετά ομαλή διαδικασία. Όπως είναι λογικό με έναν τίτλο του είδους, πέθανα στα χέρια του πρώτου αντιπάλου μου, αλλά από εκεί και πέρα βρήκα τις μάχες σχετικά απλές. Δεν λέω ότι ήταν εύκολες -άλλωστε η λέξη «εύκολο» είναι κάτι αντίστοιχο με το «σκατά» και το «απαίσιο» για τα μέλη της κοινότητας του Souls- αλλά μου έδιναν μια γνώριμη αίσθηση, όμοια με αυτή που σου δίνει μια γουλιά τσάι, όταν έχεις να πιείς κάποιον καιρό.

Μέχρι το σημείο που έφτασα, σκότωνα τα bosses με την δεύτερη ή τρίτη φορά. Ελάχιστοι αντίπαλοι, ανεξαρτήτως μεγέθους, με δυσκόλεψαν ιδιαίτερα. Αλλά πέθαινα, προφανώς. Πολύ. Η δράση, η οποία είναι πολύ πιο γρήγορη από αυτήν που συναντάς στους προκάτοχούς του Bloodborne και επικεντρώνεται στις αντιδράσεις σου και όχι τόσο στις αμυντικές σου ικανότητες, μπορεί να ξεφύγει πολύ γρήγορα. Ειδικά αν αρχίσεις και πιστεύεις ότι «το έχεις».

Το παιχνίδι σε τιμωρεί αν κάνεις λάθος. Δεν το κάνει σαδιστικά, απλά σου δείχνει τους κανόνες και σου ζητάει να παίξεις σύμφωνα με αυτούς. Δηλαδή ναι, το Bloodborne θα σε κάνει το πουτανάκι του, αν τυχόν αρχίσεις και καβαλάς το ψηφιακό σου καλάμι.

Και μπορώ να πω με σιγουριά ότι όσο έπαιζα, τόσο χειρότερος γινόμουν. Είναι φοβερό το τι μπορεί να σου κάνει μια ολόκληρη μέρα χωρίς ύπνο. Ποιος να το έλεγε πως η πίτσα, η σοκολάτα και η μπύρα δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος για να τροφοδοτήσεις τον οργανισμό σου; Περίπου την ώρα που σκότωνα το δεύτερο boss, άρχισαν να πονάνε τα δόντια μου. Τα μεσάνυχτα άρχισα να έχω μικρές κρίσεις άγχους και κατά τις τέσσερις το πρωί, άρχισα να νιώθω ένα σπυρί να μεγαλώνει πάνω στο πρόσωπό μου.

Κάτι γίνεται επίσης με τα όπλα και τις πανοπλίες. Κανένας μαλάκας δεν σου δίνει τίποτα. Μου πήρε έξι ώρες περίπου για να βρω άλλη στολή και άλλες δύο για να βρω ένα unique όπλο. Αυτό μπορεί να μην σας απογοητεύσει, αλλά για μένα ήταν ένα βασικό κομμάτι της μαγείας των τίτλων Souls: μπορεί να μην επιβίωνες πολύ, αλλά αν έβρισκες την καινούργια σπάθα, ποιος χεζόταν; Το Bloodborne δεν σου δίνει μικρά «τυράκια» σαν κι αυτά. Από αυτά που είδα εγώ, δεν υπάρχουν boss weapons.

Ήθελα να βάλω τα κλάματα. Ήθελα να φωνάξω απαίσια, θανατερά πράγματα στο πρόεδρο της From, Hidetaka Miyazaki σε ανώνυμα φόρα. Αλλά πάνω από όλα, ήθελα να κάνω ένα ντους.

Στο τέλος της δοκιμασίας μου, αποφάσισα να μείνω ξύπνιος. Ήμουν ένα ερείπιο, μια μάζα από νεύρα και κούραση, αλλά ήμουν και βαθύτατα ικανοποιημένος. Αν υπάρχει κάποιο παιχνίδι που αποτυπώνει καλύτερα την πορεία και τις δυσκολίες της ζωής από το Bloodborne, τότε δεν το έχω παίξει. Ξανά και ξανά, αναγκάζεσαι να παίξεις τα ίδια σημεία, αναπτύσσοντας τις γνώσεις σου σχετικά με το τι πιάνει και τι όχι, μέχρι που να σε φτύσει προς το επόμενο κομμάτι, κάτι που αναγκάζει να τα κάνεις όλα από την αρχή. Σε αντίθεση με τα Souls, το Bloodborne σε ανταμείβει όταν παίρνεις ρίσκα. Αν το Bloodborne ήταν άνθρωπος, θα ήταν αυτός ο τύπος που ξέρεις, που πάντα φεύγει για μια ακόμη περιπέτεια σε κάποιο σημείο του κόσμου. Θα ήταν αυτός που θα σε έπιανε από το σβέρκο και θα σε έσπρωχνε να πας σε αυτήν που γουστάρεις και να της ομολογήσεις τον έρωτά σου. Θα ήταν αυτός που θα έμπαινε πρώτος στην πίστα για χορό και ο τελευταίος που θα έφευγε.

Αυτά μας μαθαίνει. Και αυτά έκανα για 24 ώρες.

Στο τέλος, το ξυπνητήρι με ενημέρωσε πως η δοκιμασία μου είχε τελειώσει. Σκέφτηκα τον Ernest Hemingway. Δεν είναι δύσκολο το να παίξεις το Bloodborne. Το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να κάτσεις στον καναπές σου και να ματώσεις.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.