Ένα Προς Ένα, τα Τελευταία σου Λεπτά Πριν Αποφυλακιστείς

«Κοιτάζω πίσω και νοερά αποχαιρετώ τον τάφο όπου πέρασα τα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής μου».
RW
Κείμενο Robert Wright
DS
εικονογράφηση Dola Sun
7.6.18

Έχω περάσει αμέτρητες νύχτες σαν αυτή, ξύπνιος, περιμένοντας τη ζωή, προσπαθώντας να δραπετεύσω από τη φυλακή με το μυαλό μου. Φαντάζομαι τα πράγματα που θα κάνω, όταν θα είμαι ελεύθερος. Αναλαμπές με εμένα να γελάω με την οικογένεια και τους φίλους μου κάνοντας μπάρμπεκιου ή να απολαμβάνω την παρέα μιας όμορφης γυναίκας παίζουν στο μυαλό μου σαν ταινία βωβού κινηματογράφου.

Θυμάμαι τις εικόνες –τις τόσο διαφορετικές από αυτές εικόνες- που περνούσαν από το μυαλό μου την πρώτη μου νύχτα στη φυλακή. «Απελπισία», είναι η καταλληλότερη λέξη για να τις περιγράψει. Η θλίψη, η μεμψιμοιρία και οι ενοχές στέκονταν εμπόδιο στο μέλλον μου, όπως και τα σίδερα που με εγκλώβιζαν. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα περνούσα τα επόμενα 16 χρόνια της ζωής μου σε ένα κελί τόσο μικρό, που μπορούσα να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και να αγγίζω την τουαλέτα, τον νεροχύτη και το γραφείο χωρίς να σηκωθώ. Με είχαν θάψει ζωντανό. Ζωντανό, αλλά χωρίς να ζω.

Ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα του κελιού μου και ένας αστυνομικός λέει: «Wright, είσαι έτοιμος;». Καθώς σηκώνομαι από το κρεβάτι μου, σκέφτομαι: Σοβαρολογεί; Είμαι έτοιμος από την ημέρα που ο πρόεδρος των ενόρκων διάβασε τη λέξη «ένοχος» από μια μικρή καρτέλα στη δίκη μου.

Θα ήθελα να αποφυλακιζόμουν μέσα στη νύχτα, την ώρα που όλοι κοιμούνται. Σχεδόν αισθάνομαι υπόλογος απέναντί τους. Θέλω να τους φωνάξω, «Είμαι ακόμη ένας από σας». Αλλά δεν θα με πίστευαν ποτέ, επειδή θα ήταν ψέμα.

Παίρνω το στρώμα μου, όπως είναι υποχρεωμένοι να κάνουν οι τρόφιμοι, μαζί με τα λίγα προσωπικά μου αντικείμενα -άλμπουμ φωτογραφιών, καρτ ποστάλ και προσωπικά γράμματα- και βγαίνω από το κελί μου. Κοιτάζω πίσω και νοερά αποχαιρετώ τον τάφο όπου πέρασα τα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής μου. Έχω πει σε ελάχιστα άτομα μέσα ότι γυρίζω σπίτι. Πώς μπορώ να κοιτάξω στα μάτια έναν άνθρωπο που πιθανότατα θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του αιχμάλωτος και να του πω ότι παίρνω εξιτήριο; Ήμασταν σύντροφοι στη θλίψη. Αυτό που μας ένωνε ήταν ο πόνος. Τι θα μπορούσα να πω σε αυτόν τον φίλο, για να τον πείσω ότι είμαστε ακόμη μαζί σε αυτόν τον αγώνα;

Καθώς περπατάω στον εξώστη αποχαιρετώντας πρόσωπα που μου είναι τόσο οικεία, όσο και της οικογένειάς μου, ξεχειλίζω από ανάμεικτα συναισθήματα. Είμαι εκστασιασμένος, φοβισμένος και γεμάτος ενοχές. Οι ενοχές είναι για όλα αυτά που αφήνω πίσω μου. Για όλους αυτούς που υπέφεραν μαζί μου τόσα χρόνια. Στηριζόμασταν ο ένας στον άλλο. Βρίσκαμε λόγους να γελάμε, ενώ υποφέραμε. Καθώς τους προσπερνάω, συνειδητοποιώ πόσο μοιάζουν αυτοί οι άνδρες στα κελιά με σκυλιά σε κυνοτροφείο που περιμένουν τη μοίρα τους. Με κοιτάζουν με μάτια που προδίδουν πόσο επώδυνη είναι η ιστορία τους. Εύχονται να σωθούν και ελπίζουν ότι κάποιος θα απαντήσει στις προσευχές τους.

Σταματώ μπροστά από το κελί ενός από τους παλιότερους φίλους μου. Με κοιτάζει και γυρίζει από την άλλη, μου εύχεται ό,τι καλύτερο, χωρίς να με κοιτάζει στα μάτια. Του δίνω πληροφορίες για το πώς θα έρθει σε επαφή μαζί μου. Όταν πλησιάζω, για να του δώσω το χαρτάκι, βλέπω ότι έχει δάκρυα στα μάτια που προσπαθεί απελπισμένα να μου κρύψει. Καταδικάστηκε σε 40 χρόνια. Ποτέ στα δέκα χρόνια που τον γνωρίζω δεν τον είχα δει σε μια στιγμή αδυναμίας. Τώρα, η αποχώρησή μου είναι η αιτία που λύγισε. Αγκαλιαζόμαστε μέσα από τα σίδερα που μας χωρίζουν και ανταλλάσσουμε «Σ’ αγαπώ». Απομακρύνομαι, γνωρίζοντας ότι κοιτάζει την αντανάκλασή μου στον καθρέφτη που έχει κολλήσει έξω από τα κάγκελά του και βλέπει την εικόνα μου να μικραίνει συνεχώς, μέχρι να εξαφανιστώ για πάντα.

Ακόμη και την ημέρα που η πολιτεία αποφάσισε ότι εξόφλησα το χρέος μου απέναντί της, εξακολουθώ να αντιμετωπίζομαι με την ίδια περιφρόνηση, όπως όταν μπήκα για πρώτη φορά σε αυτό το μέρος.

Θα ήθελα να αποφυλακιζόμουν μέσα στη νύχτα, την ώρα που όλοι κοιμούνται. Σχεδόν αισθάνομαι υπόλογος απέναντί τους. Θέλω να τους φωνάξω, «Είμαι ακόμη ένας από σας». Αλλά δεν θα με πίστευαν ποτέ, επειδή θα ήταν ψέμα. Όσο θα τους λείπουν οι οικογένειές τους, εγώ θα είμαι με τη δική μου. Η θέα στον κόσμο κρύβεται από τα κάγκελα που τους κλειδώνουν τη νύχτα, ενώ η καινούρια μου θέα θα είναι απέραντη, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση στην οποία θα στρέφω το κεφάλι μου - και για κάποιον λόγο, αισθάνομαι την ανάγκη να ζητήσω συγγνώμη γι’ αυτό.

Ο αστυνομικός που με συνοδεύει ξεκινάει να δυσανασχετεί που σταματάω κάθε λίγα βήματα, για να πω αντίο σε κάποιον ακόμη. Δύο αστυνομικοί που περνάνε μου εύχονται καλή τύχη. Με διασκεδάζει η σκέψη της τύχης ως καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία μου. Είμαι επίσης λίγο προσβεβλημένος. Όταν επιβιώνεις από το τραύμα, δεν το βαφτίζεις τύχη. Όχι, δεν πρόκειται να κοροϊδέψω έτσι τον εαυτό μου. Είμαι τσακισμένος, όπως πολλοί από τους άνδρες που αφήνω πίσω μου. Για να ξεπεραστεί αυτό, απαιτείται θάρρος και να αψηφάς τις δυσκολίες, όχι τύχη.

«Τι θα γίνει, Wright, δεν θέλεις να φύγεις από εδώ μέσα;», λέει ο αστυνομικός, καθώς με περιμένει στην κεντρική πύλη που οδηγεί στην αίθουσα καταγραφής. Τον αγνοώ και ταυτόχρονα προσπαθώ με δυσκολία να κρατήσω το στρώμα στον ώμο μου. Ξαφνικά έχω ένα déjà vu. Κάθε φυλακή στην οποία μεταφέρθηκα μέσα στα χρόνια, απαιτούσε τη μεταφορά ενός στρώματος στο κελί όπου θα στεγαζόμουν. Ξαφνικά, εξοργίζομαι. Ακόμη και την ημέρα που η πολιτεία αποφάσισε ότι εξόφλησα το χρέος μου απέναντί της, εξακολουθώ να αντιμετωπίζομαι με την ίδια περιφρόνηση, όπως όταν μπήκα για πρώτη φορά σε αυτό το μέρος. Ρίχνω το στρώμα και συνεχίζω να περπατάω, κουβαλώντας πλέον μόνο τα λίγα προσωπικά αντικείμενα που αρνούμαι να αφήσω πίσω.

Ο αστυνομικός που με συνοδεύει φαίνεται μπερδεμένος. Συνεχίζω να περπατάω, καθώς φωνάζει το όνομά μου. Δεν του δίνω σημασία. Είμαι ελεύθερος τώρα. Έχω διανύσει πολύ δρόμο, έχω ξεπεράσει πολλά εμπόδια. Το στρώμα αντιπροσώπευε τις αλυσίδες που μου έσφιγγαν τον καρπό τόσο σφιχτά, που πονούσα για μέρες. Συμβόλιζε κάθε σωματική έρευνα στην οποία έπρεπε να σκύψω και να «ανοίξω τα πόδια μου». Εκείνην τη στιγμή, κάθε κτηνώδες δευτερόλεπτο της κάθειρξής μου αποκόπηκε από τη σάρκα μου.


VICE Video: Ο Τάκης Σπυριδάκης Κόντεψε να Πάει Φυλακή για μια Ταινία

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Η διαδικασία αποφυλάκισης διαρκεί δύο ώρες. Η αγωνία και ο ενθουσιασμός μου για την πρώτη ανάσα ελευθερίας διακόπτεται συνεχώς από κρατούμενους που θέλουν να με αποχαιρετήσουν. Η αλήθεια είναι ότι νομίζω πως θέλουν απλώς να αγγίξουν το πιο κοντινό πράγμα στην ελευθερία με το οποίο οι περισσότεροι από αυτούς θα έχουν ποτέ την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή. Ζουν μέσα από εμένα. Βάζουν τους εαυτούς μου στη θέση μου για αυτήν τη στιγμή που τόσο απελπισμένα λαχταρούν.

Μετά την τυπική διαδικασία όπου λέω στον υπεύθυνο την ημερομηνία γέννησής μου και άλλες πληροφορίες που επαληθεύουν την ταυτότητά μου, μου επιτρέπουν να φορέσω τα ρούχα που έστειλε η οικογένειά μου μια εβδομάδα νωρίτερα. Αυτή είναι η πρώτη φορά που φοράω κανονικά ρούχα μέσα σε 15 χρόνια. Είναι περίεργη η αίσθηση. Προτού μπω στη φυλακή, φορούσα φαρδιά ρούχα. Τώρα, όλα τα τζιν είναι στενά. Ψάχνω στο βλέμμα του φύλακα μια επιβεβαίωση ότι δείχνω cool. Γνέφει καταφατικά και λέει: «Αυτά φοράνε σήμερα». Δεν έχω πειστεί, αλλά οι άλλοι τρόφιμοι συμφωνούν.

Και πάλι, όλες οι φορές που με μετέφεραν με ένα τέτοιο όχημα σε άλλες εγκαταστάσεις περνούν από το μυαλό μου. Ανατριχιάζω. Τελικά, μπορεί να μη με αφήσουν. Όλα αυτά μπορεί να είναι ένα κόλπο.

Υπάρχει και ένας άλλος κρατούμενος δίπλα μου. Επειδή η οικογένειά του δεν του έχει στείλει ρούχα, του δίνουν ρούχα από τις φυλακές: Ένα τεράστιο λευκό πουκάμισο και ένα μαύρο παντελόνι που του είναι πολύ μικρό. Ανταλλάσσουμε ελάχιστες κουβέντες, καθώς περιμένουμε τον αστυνομικό να μας πάει μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό με ένα αυτοκίνητο. Είναι αμέτρητες οι σκέψεις που περνάνε από το κεφάλι μας, για να πιάσουμε ψιλή κουβέντα.

Θα πρέπει να πέρασε μια ώρα μέχρι να μας βάλουν σε ένα βανάκι της φυλακής – μόνο που αυτήν τη φορά δεν φοράω χειροπέδες. Όμως και πάλι, όλες οι φορές που με μετέφεραν με ένα τέτοιο όχημα σε άλλες εγκαταστάσεις περνούν από το μυαλό μου. Ανατριχιάζω. Τελικά, μπορεί να μη με αφήσουν. Όλα αυτά μπορεί να είναι ένα κόλπο.

Ακριβώς τη στιγμή που με παρασύρουν οι σκέψεις μου, βλέπω μια λυγερή γυναικεία φιγούρα με μάλλινο σκούφο να στέκεται μπροστά από την είσοδο του σταθμού. Καθώς κόβει ταχύτητα το βαν, αναγνωρίζω το όμορφο καστανό πρόσωπο. Ξεκινάω μανιωδώς να τραβάω το χερούλι της πόρτας, όμως δεν ανοίγει. Ο αστυνομικός βγαίνει έξω και ανοίγει την πόρτα του οχήματος. Λέει κάτι, καθώς τον προσπερνάω γρήγορα και τρέχω προς την ανοιχτή αγκαλιά της μητέρας μου.

Επιτέλους, μπορώ να αναπνεύσω.

Ο Robert Wright είναι βοηθός έρευνας στο Κέντρο Δικαιοσύνης του Πανεπιστημίου της Κολούμπια. Τον Μάρτιο, αποφυλακίστηκε από το Σωφρονιστικό Ίδρυμα Sing Sing του Όσινινγκ της Νέας Υόρκης, μετά από 15 χρόνια κάθειρξης για επίθεση πρώτου βαθμού.

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE US σε συνεργασία με το Marshall Project.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

«Έχω Κρεμάσει την Κάπα μου»: Ο Alket Rizai Μιλά για την Απόδραση με το Ελικόπτερο 12 Χρόνια Μετά

Η Cult Εποχή που Ζητάδες και Ανήλικοι Μηχανόβιοι Έστηναν Κόντρες στους Δρόμους της Αθήνας

Γυναίκες Διηγούνται τις Εκτρώσεις που Έκαναν στην Ελλάδα όσο Ήταν Ακόμη Παράνομες

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.