stealing
Νέα

Η Απίστευτη Ιστορία των πιο Lame Κλεφτών Κοσμημάτων του Κόσμου

Όταν τα βασιλικά κοσμήματα της Σουηδίας εξαφανίστηκαν από τον καθεδρικό ναό της πόλης Στρέγκνες, κανείς δεν περίμενε να εμφανιστούν σε έναν κάδο που είχε πάνω γραμμένη με σπρέι τη λέξη «ΒΟΜΒΑ».
KM
Κείμενο Keith Moore
LB
εικονογράφηση Lily Blakely
15.11.20

Ένα πρωινό του Ιουλίου του 2018, όταν άνοιξε η πόρτα του καθεδρικού ναού του Στρέγκνες, ο Ludvig Malmquist σήκωσε το βλέμμα για τον συνηθισμένο του χαιρετισμό, αλλά αυτή τη φορά δίστασε. Ο άντρας μπροστά του φορούσε πουλόβερ και παντελόνι φόρμας, και μια κουκούλα κάλυπτε σχεδόν όλο το πρόσωπό του. Παράξενο: η Σουηδία περνούσε καύσωνα και έξω έσκαγε ο τζίτζικας.

Οι περισσότεροι που μπαίνουν στον καθεδρικό στέκονται στην είσοδο για λίγο κι έπειτα προσέχουν το φως που μπαίνει από τα πελώρια αψιδωτά παράθυρα πίσω από την Αγία Τράπεζα. Αυτός ο άντρας ήταν αλλιώς. Μπήκε μέσα με μεγάλες δρασκελιές. Ήταν παράξενο, αλλά ο Malmquist δεν έδωσε σημασία. Είχε μεγαλώσει σ’ αυτή τη βαρετή πόλη μια ώρα δυτικά από τη Στοκχόλμη και τα πέντε καλοκαίρια που δούλευε στον καθεδρικό ναό, το πιο ενδιαφέρον πράγμα που είχε συμβεί ήταν ότι γνώρισε κάποιον που δούλευε στη βουλγαρική πρεσβεία. 

Λίγα λεπτά αργότερα, ο άντρας με τα παράξενα ρούχα επέστρεψε με κάποιον άλλον και προχώρησαν προς την έξοδο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, χωρίς να τρέχουν. Ο ένας είχε ένα σακ-βουαγιάζ στον ώμο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα είπε -πριν προλάβει να το πει κι ο Malmquist- «Α, κάτι έκαναν αυτοί».

Όταν βγήκαν, οι δυο άντρες άρχισαν να τρέχουν στα ξύλινα σκαλοπάτια κι ύστερα καβάλησαν δύο ποδήλατα που είχαν αφημένα δίπλα σε ένα μικρό βοηθητικό κτίσμα, δίπλα απ’ την εκκλησία.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, η Elin Lundgren, οι δύο αδερφές της και ο μέλλων κουνιάδος της έτρωγαν στην πίσω βεράντα του πατρικού τους, όταν τους ξάφνιασε ο ήχος ενός ποδηλάτου που έπεσε με φόρα στο έδαφος. Το σπίτι βλέπει στη λίμνη Μέλαρεν και ο άντρας του οποίου το ποδήλατο έπεσε στα χαλίκια, έτρεχε προς το νερό. Ένας άλλος άντρας εμφανίστηκε με ένα ποδήλατο, το άφησε να πέσει στο χορτάρι κι ύστερα κινήθηκε βιαστικά προς τη λίμνη.

Στην αρχή, η Lundgren σκέφτηκε ότι κάποιος μπορεί να είχε πέσει στο νερό. «Έκανα μερικά βήματα για να δω αν χρειάζονταν κι άλλη βοήθεια, αλλά δεν μπορούσα να δω τι έκαναν», θυμάται. Έπειτα άκουσε τον ήχο από κάτι που χτύπησε απρόσεκτα στην ξύλινη προβλήτα κι ύστερα τον ήχο μηχανής. Οι δύο άντρες έφυγαν με ένα ταχύπλοο, διέσχισαν τη λίμνη και χάθηκαν. Ήταν τόσο ασυνήθιστο που η αδελφή τής Lundgren τηλεφώνησε στην αστυνομία για να αναφέρει τι είχε δει.

Οι άντρες επίσης κίνησαν τις υποψίες του νεωκόρου του καθεδρικού, Stefan Eklund, που πήγαινε στη μεσημεριανή λειτουργία όταν τους είδε να τρέχουν προς τα ποδήλατά τους. Επέστρεψε βιαστικά στον ναό και με ανακούφιση διαπίστωσε ότι το προσωπικό φερόταν φυσιολογικά και οι επισκέπτες περιφέρονταν χαλαρά. Αλλά είναι καχύποπτος από τη φύση του και έτρεξε στο σκευοφυλάκιο, στην αριστερή άκρη του ναού.

Σπάνια κλέβονται γνωστά αντικείμενα τέχνης. Αλλά όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γίνεται για δύο λόγους.

Όταν έφτασε στην πόρτα κοίταξε και αμέσως έβγαλε το κινητό του. Στο δωμάτιο αυτό φυλούσαν τα βασιλικά κοσμήματα. Υπήρχε μια τεράστια τρύπα κάτω αριστερά στη γυάλινη προθήκη όπου εκτίθενταν και σχεδόν όλη η βιτρίνα ήταν ραγισμένη. Τα στέμματα και μια σταυροφόρος σφαίρα είχαν κάνει φτερά. Ο Eklund έκλεισε την πόρτα ώστε να μην μπορεί να μπει κανείς άλλος και τηλεφώνησε στην αστυνομία.

Όταν έφτασε ο πρώτος αστυνομικός, τα βασιλικά κοσμήματα είχαν εξαφανιστεί στην τεράστια λίμνη Μέλαρεν, που περιλαμβάνει εκατοντάδες νησιά και περιβάλλεται από πολλές μεγάλες πόλεις, συν την πρωτεύουσα Στοκχόλμη.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Θα έλεγα ότι αυτή η έρευνα –στην αρχή τουλάχιστον– ήταν από τις μεγαλύτερες της αστυνομίας», λέει ο Lukas Sterner, ένας από τους αστυνομικούς ερευνητές που του ανατέθηκε αργότερα η υπόθεση. Παρόλο που ελικόπτερα και σκάφη προσπάθησαν να βρουν τους κλέφτες, ήταν άφαντοι.

Όταν μαθεύτηκε τι είχε συμβεί, το θέμα έγινε πρωτοσέλιδο σε όλο τον κόσμο. Τα βασιλικά κοσμήματα κλάπηκαν μέρα μεσημέρι από κλέφτες που το έσκασαν με ταχύπλοο – δεν ήταν συνηθισμένη ληστεία. Ήταν χολιγουντιανή ληστεία. Ακόμη κι ένας σεναριογράφος με τεράστια φαντασία, όμως, θα δυσκολευόταν να σκεφτεί τα λάθη και την ανικανότητα, εξαιτίας των οποίων τα κοσμήματα τελικά βρέθηκαν και οι κλέφτες μπήκαν στη φυλακή.

sweden royal jewels stolen

ΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟ ΝΑΟ ΤΟΥ STRÄNGNÄS, ΤΟ 2004. PHOTO: ROGER TILLBERG / ALAMY STOCK PHOTO

Οι εικασίες για το τι μπορεί να απέγιναν τα κλεμμένα αντικείμενα άρχισαν σχεδόν αμέσως. Μέσα σε 48 ώρες από την κλοπή είχαν προστεθεί στη βάση δεδομένων της Ιντερπόλ με τα κλεμμένα έργα τέχνης.

Ο πιο διάσημος εγκληματολόγος της Σουηδίας είναι ο Leif GW Persson, ένας αγέλαστος 70άρης, ο οποίος χαίρει τόσου σεβασμού που ένα δημοφιλές κρασί χρησιμοποιεί το όνομα και τη φωτογραφία του στις ετικέτες του. Τη μέρα μετά την κλοπή, δήλωσε σε μια «κουτσομπολίστικη» εφημερίδα πως πίστευε ότι ο τρόπος που έγινε η ληστεία ακουγόταν καλά οργανωμένος. Αν είχαν διαφύγει με αυτοκίνητο θα ήταν πιο εύκολο να μπλοκάρουν τους δρόμους και να τους πιάσουν. Θεωρούσε ότι τα αντικείμενα κλάπηκαν κατ’ εντολή.

Τα δύο στέμματα και η σταυροφόρος σφαίρα είχαν κατασκευαστεί για τις κηδείες του βασιλιά της Σουηδίας Κάρολου ΙΧ, που πέθανε το 1611 και της γυναίκας του, Χριστίνας, που πέθανε το 1625. Εκείνη την περίοδο, με τον θάνατο ενός μονάρχη, κοσμήματα ειδικής παραγγελίας μεταφέρονταν κατά την κηδεία και τοποθετούνταν μαζί με τον νεκρό.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τα κλεμμένα στέμματα είναι από χρυσό και κρύσταλλα, σμάλτο και μαργαριτάρια. Είναι περίτεχνα και θεωρούνται τα πιο έξοχα απ’ όλα τα εμβλήματα κηδείας της Σουηδίας. Έμειναν πλάι στον Κάρολο και τη Χριστίνα για περισσότερα από 200 χρόνια και ύστερα τοποθετήθηκαν σε προθήκη για μόνιμη έκθεση το 1910. Για λόγους ασφάλισης, εκτιμήθηκαν στις 65 εκατομμύρια κορόνες (5,5 εκατομμύρια ευρώ).

Ένας ειδικός μού είπε ότι η πολιτισμική αξία των κοσμημάτων είναι αντίστοιχη με τα βασιλικά κοσμήματα της βρετανικής βασιλικής οικογένειας. Δεν είναι διάσημα φυσικά –πολλοί Σουηδοί δεν είχαν ξανακούσει γι’ αυτά πριν από τη ληστεία– αλλά ήταν αρκετά γνωστά και οι κλέφτες θα δυσκολεύονταν να τα πουλήσουν. Είναι σχεδόν αδύνατο να βρεις αγοραστή για διάσημα κλεμμένα αντικείμενα, σύμφωνα με τον Luigi Mancuso, ειδικό στην κλοπή αντικειμένων τέχνης στο Europol’s European Serious Organised Crime Centre.

Σπάνια κλέβονται γνωστά αντικείμενα τέχνης αλλά όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γίνεται για δύο λόγους, λέει. Ο πρώτος είναι για να ζητηθούν λύτρα ώστε να επιστραφούν. Ο δεύτερος, όπως είπε ο εγκληματολόγος GW Persson, είναι ότι μπορεί να έχουν κλαπεί κατ’ εντολή κάποιου παράξενου πλούσιου συλλέκτη, που τα θέλει για την προσωπικό του συλλογή.

Η αγορά για κλεμμένα αντικείμενα τέχνης ελέγχεται από πολύπλοκα δίκτυα επαγγελματιών του εγκλήματος που μπορούν να αναγνωρίσουν, να κλέψουν και να διακινήσουν αντικείμενα. «Δεν είναι οργανώσεις τύπου μαφία», εξηγεί ο Mancuso. «Είναι πιο χαλαρά δίκτυα όπου άτομα και ομάδες συναντιούνται για κοινά εγκληματικά πρότζεκτ με βάση τα διαφορετικά συγκεκριμένα πράγματα που έχουν να κάνουν. Είναι βασικά εγκέφαλοι που μπορούν να συντονίζουν διαφορετικούς ανθρώπους – κλέφτες, διακινητές, art dealers».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ενώ η ληστεία μπορεί να ακουγόταν χολιγουντιανή, η αστυνομία κατάλαβε ότι δεν έγινε με τον βαθμό ακρίβειας που θα έβλεπες σε ένα blockbuster του Steven Soderbergh. Κατ’ αρχάς, οι κλέφτες άφησαν τη σταυροφόρο σφαίρα της βασίλισσας και τα δύο σκήπτρα που ήταν ασφαλισμένα στην προθήκη με ένα λεπτό συρματάκι, που μπορούσαν να έχουν κόψει με μικρότερο κόφτη.


Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Έπειτα υπήρχε αίμα. Αρκετό. Εμφανές στο ένα σκήπτρο. Και στα κομμάτια γυαλιού γύρω από το άνοιγμα στη βιτρίνα. Και σταγόνες στο πάτωμα. Και στο ένα ποδήλατο.

Το επόμενο πρωί, ήδη, η αστυνομία χτυπούσε την πόρτα του Nicklas Bäckström, του οποίου το DNA ταίριαζε με το αίμα που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος. Ο 22χρονος ήταν ήδη γνωστός στην αστυνομία και δεν ήταν διόλου άξιο απορίας που κάποιος που είχε αφήσει αίμα στον τόπο του εγκλήματος δεν ήταν στο σπίτι. Πέρασαν άλλες έξι βδομάδες μέχρι να εμφανιστεί τελικά, πήγε στο αστυνομικό τμήμα μισή ώρα από το σπίτι του και παραδόθηκε.

Παρόλο που το αίμα του βρέθηκε παντού, αρνήθηκε την ανάμειξη. Όταν τον ανέκριναν, η υπόθεση είχε περάσει από την τοπική αστυνομία σε μια ειδική μονάδα της εθνικής αστυνομίας, που ασχολείται με το έγκλημα το οποίο αφορά ζητήματα πολιτισμού και κληρονομιάς.

IMG_0292.JPG

Ο Lukas Sterner είναι από τους βασικούς αστυνομικούς ερευνητές της μονάδας. Συνήθως ερευνά το παράνομο εμπόριο άγριων ζώων και απέχει πολύ από τον ατημέλητο και οξύθυμο αστυνομικό που βλέπουμε στις σειρές. Είναι ήρεμος και φαινομενικά ψύχραιμος και όταν συναντηθήκαμε στα τέλη του καλοκαιριού του 2019 ήταν μαυρισμένος, με τα σκούρα ξανθά μαλλιά του χτενισμένα προς τα πίσω.

Τη μέρα της κλοπής είχε μόλις γυρίσει από τις καλοκαιρινές διακοπές. Έπινε καφέ στην κοινόχρηστη αίθουσα όταν έμαθε τι έγινε. «Ακουγόταν σαν… δεν θα έλεγα κακή ταινία δράσης, αλλά εντυπωσιακή», λέει ο Sterner. «Ένας από τους ληστές άφησε στοιχεία, αίμα, έτσι είχα αμφιβολίες κατά πόσο ήταν επαγγελματίες».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο Sterner και η ομάδα του άφησαν οτιδήποτε άλλο και ασχολήθηκαν με αυτή την υπόθεση. Ενώ δεν μπορούσε να αποκαλύψει όλες τις λεπτομέρειες του τι έκαναν, είπε ότι χρησιμοποίησαν διάφορους τρόπους για να παγιδεύσουν τα τηλέφωνα δεκάδων φίλων του Backström, μήπως και έτσι έβρισκαν στοιχεία για το πού ήταν τα κοσμήματα.

Όταν, όμως, δικάστηκε η υπόθεση του Backström, τον Ιανουάριο του 2019 –πέντε μήνες μετά τη ληστεία– τα κοσμήματα ήταν ακόμα άφαντα.

Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης στο δικαστήριο της Εσκίλστουνα, μια πόλη μισή ώρα από τον καθεδρικό, ο Backström εξήγησε γιατί υπήρχε αίμα του στα ποδήλατα και την προθήκη. Αρνήθηκε την ανάμειξή του στη ληστεία, είπε ότι απλώς είχε κλέψει ένα ποδήλατο και ένα σκάφος για να τα δώσει σε κάποιον άλλον στο Στρέγκνες, για λόγο που δεν διευκρίνισε. Συμπλήρωσε ότι απλώς μπήκε στον ναό τη μέρα της ληστείας, επειδή άκουσε έναν δυνατό θόρυβο. Είδε δύο άντρες να φεύγουν από το σκευοφυλάκιο και έπειτα είδε τη σπασμένη θήκη. Τον κυρίευσε απληστία και αποφάσισε να πάρει ένα από τα σκήπτρα – αλλά έκοψε το χέρι του και γι’ αυτό υπήρχαν αίματα. Τελικά, είπε, έφυγε από την εκκλησία χωρίς να αποκαλύψει σε κανέναν τι είχε δει και πήγε σπίτι.

Εφόσον κρίθηκε ένοχος, ο Bäckström καταδικάστηκε σε τεσσεράμιση χρόνια στη φυλακή. Αρνήθηκε να πει ποιος ήταν μαζί του στον ναό, αλλά η αστυνομία δεν χρειαζόταν τη βοήθειά του.

Την τελευταία μέρα της δίκης, οι δύο δημόσιοι κατήγοροι, Isabelle Bjursten και Reena Devgun, πήραν το πρώτο τρένο από Στοκχόλμη για Εσκίλστουνα, ώστε για να τακτοποιήσουν τα τελευταία της υπόθεσης. Ήταν κουρασμένες αλλά χαίρονταν που τελείωναν και ενώ συζητούσαν τα διαδικαστικά της μέρας, η Bjursten δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον Lukas Sterner.

«Γεια, τι γίνεται;», είπε ο αστυνομικός ερευνητής. «Δεν θα είναι η τελευταία μέρα της δίκης σήμερα, αρρώστησε το παιδί μου. Α, τα κοσμήματα βρέθηκαν».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Τι πράγμα; Τι;», είπε η Bjursten.

Αργότερα έμαθε ότι τα κοσμήματα δεν βρέθηκαν στο κρυφό δωμάτιο στην έπαυλη κάποιου συλλέκτη, ούτε τα μετέφεραν εκτός χώρας με ιδιωτικό αεροπλάνο. Βρέθηκαν σε ένα χιονισμένο πάρκινγκ στην Ακέρσμπεργκα, το προάστιο της Στοκχόλμης από όπου κατάγεται ο Backström. Τις πρώτες πρωινές ώρες ένας φύλακας πρόσεξε έναν αναποδογυρισμένο σκουπιδοτενεκέ πάνω σε ένα μπλε αυτοκίνητο. Στη μια πλευρά έγραφε με σπρέι «ΒΟΜΒΑ».

Κάλεσε την αστυνομία και όταν κοίταξαν μέσα είδαν και τα τρία αντικείμενα. Το στέμμα είχε στραβώσει, τα μαργαριτάρια και οι κρύσταλλοι είχαν πέσει και κάποια έλειπαν. Η σταυροφόρος σφαίρα ήταν τελείως παραμορφωμένη: τα δύο μισά είχαν ανοίξει και είχε βαθουλώματα και γρατζουνιές. Ευτυχώς το στέμμα της βασίλισσας είχε υποστεί πολύ μικρές ζημιές.

Strängnäs Cathedral jewel robbery

Ο ΚΑΔΟΣ ΟΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: POLICE HANDOUT

Μια θεωρία είναι ότι κάποιος έβαλε τα κλεμμένα αντικείμενα εκεί με την ελπίδα η ανακάλυψή τους να μειώσει την ποινή του Bäckström. Όμως αυτό σφράγισε τη μοίρα του: το DNA του βρέθηκε στα κατεστραμμένα αντικείμενα. Ανακάλεσε και είπε ότι κάποιος του έδωσε την ιδέα μια βδομάδα πριν και του πρόσφερε  50.000 με 60.000 σουηδικές κορόνες (5.000 ευρώ) για να κλέψει τα κοσμήματα.

Ήταν μυστικοπαθής για το αν είχε βρεθεί αγοραστής για τα αντικείμενα πριν την κλοπή και δεν είπε τίποτα για το ποιος τον έβαλε να το κάνει. Παραδέχτηκε ότι γκούγκλαρε τα αντικείμενα πριν τη ληστεία, ωστόσο είπε ότι δεν υπήρχε σχέδιο – παρόλο που βρέθηκε μια σακούλα σκουπιδιών με μια βαριοπούλα σε έναν θάμνο δίπλα στον ναό, που είπε ότι άφησε εκεί τις μέρες πριν τη ληστεία συν τα κλεμμένα ποδήλατα που είχε αφήσει εκεί λίγες μέρες πριν τη ληστεία και τα ρούχα που φόρεσε για να κρύψει το τατουάζ που έχει στον λαιμό.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εφόσον κρίθηκε ένοχος, ο Bäckström καταδικάστηκε σε τεσσεράμιση χρόνια στη φυλακή. Αρνήθηκε να πει ποιος ήταν μαζί του στον ναό, αλλά η αστυνομία δεν χρειαζόταν τη βοήθειά του: υπήρχε κι άλλο DNA στα αντικείμενα που είχαν βρεθεί και ανήκε στον κολλητό του Bäckström, Martin Cannermo.

Ο Cannermo, που ήταν 26 ετών τότε, είχε ερευνηθεί νωρίτερα αλλά δεν υπήρξαν στοιχεία για ανάμειξή του. Ακόμα και αφότου βρέθηκε το DNA του αρνήθηκε την ανάμειξη: κάποιος του είχε δώσει τα κλοπιμαία και ήθελε να βρεθούν, είπε, γι’ αυτό τα έβαλε σε έναν κάδο και έγραψε «ΒΟΜΒΑ» στο πλάι – για να είναι σίγουρος ότι θα φτάσουν στα χέρια της αστυνομίας. Το DNA του βρέθηκε στα αντικείμενα επειδή είχε χρησιμοποιήσει τα γάντια της δουλειάς, με τα οποία σκουπίζει το πρόσωπό του όταν ιδρώνει. Και δεν τηλεφώνησε απλώς στην αστυνομία να τους πει πού να τα βρουν, επειδή δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να τον εντοπίσουν.

Αν και η αστυνομία βρήκε το DNA του, δεν μπορούσε να τον τοποθετήσει στον αρχικό τόπου του εγκλήματος. Κανείς από τους μάρτυρες δεν είχε δει καλά τους δύο άντρες και οι περιγραφές ήταν ασφαείς.

Μόνο με έναν έλεγχο στον τραπεζικό λογαριασμό του Cannermo, η αστυνομία βρήκε άλλο ένα στοιχείο που τον συνέδεε με το έγκλημα. Στη Σουηδία υπάρχει μια δημοφιλής εφαρμογή πληρωμής μέσω κινητού που λέγεται Swish. Τη μέρα της ληστείας, ο Cannermo είχε κάνει μια τέτοια πληρωμή 1.000 κορόνες (100 ευρώ) μαζί με το μήνυμα «Ευχαριστώ».

Η αστυνομία πίστευε ότι μπορεί να είχε βρει άλλον έναν συνεργό στον αποδέκτη της πληρωμής, αλλά τον απέκλεισε αφότου του μίλησε.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο άντρας, που είναι 50 χρονών, για επαγγελματικούς λόγους δεν ήθελε να χρησιμοποιηθεί το όνομά του – βρισκόταν στο εξοχικό του σπίτι δίπλα στη λίμνη τη μέρα της κλοπής. Έπινε καφέ στον κήπου του όταν άκουσε τον ήχο ενός ταχύπλοου. Στην αρχή νόμιζε ότι κάποιοι μπορεί να ψάρευαν, ώσπου τους είδε να μπλέκουν στις καλαμιές και τους ρώτησε αν χρειάζονταν βοήθεια.

Στο σκάφος επέβαιναν δύο άντρες γύρω στα 20κάτι, χωρίς μπλούζες, μαυρισμένοι και μυώδεις, με τατουάζ. Ο ένας είχε τραυματισμένο χέρι τυλιγμένο σε κάποιο ύφασμα. Ο άντρας αμέσως κατάλαβε ότι κάτι είχε χαλάσει στο σκάφος τους αλλά φαίνονταν άσχετοι. Μετά χαράς δέχτηκαν την πρότασή του να τους ρυμουλκήσει και έτσι για 45 λεπτά χρησιμοποίησε το μικρό πλαστικό του βαρκάκι για να τραβήξει το αλουμινένιο ταχύπλοό τους, χωρίς να ξέρει ότι στον πάτο υπήρχαν τα βασιλικά κοσμήματα, μέσα σε ένα σακ-βουαγιάζ. Στο μεταξύ η αστυνομία είχε κινητοποιήσει ένα ελικόπτερο και σκάφη σε έναν απελπισμένο αγώνα εντοπισμού.

Ο άντρας στο τέλος το ανέθεσε σε έναν δεύτερο καλό Σαμαρείτη που ψάρευε στη λίμνη και τους ρυμούλκησε σε ένα σπίτι που νοίκιαζαν φίλοι του Cannermo.

Οι δύο άντρες ευχαρίστησαν τον πρώτο άντρα και έγραψαν το τηλέφωνό του. Του φάνηκαν συνηθισμένοι –ακόμη και αξιοπρεπείς– αλλά δεν πίστεψε ότι θα του έστελναν λεφτά, έτσι εξεπλάγη όταν το κινητό του τον ενημέρωσε ότι έγινε μια πληρωμή μέσω Swish. 

Ο Cannermo αργότερα ισχυρίστηκε ότι είχε στείλει τα λεφτά εκ μέρους ενός φίλου, αλλά δεν το πίστεψαν. Ήταν η δεύτερη έμμεση απόδειξη που τον συνέδεε με το έγκλημα. Ο Bäckström μίλησε στη δίκη του Cannermo και αρνήθηκε ότι ο φίλος του είχε κάποιον ρόλο στην κλοπή. Αλλά δεν είχε διαφορά: καταδικάστηκε σε τρία χρόνια τον Αύγουστο του 2019 αφότου έχασε μια έφεση.

Τα δύο κλεμμένα στέμματα και η σταυροφόρος σφαίρα επιστράφηκαν στον καθεδρικό ναό και τοποθετήθηκαν σε νέα προθήκη.

Παραδόξως κανείς από τους μάρτυρες, την αστυνομία ή τους εισαγγελείς δεν είχε να προσάψει τίποτα σε κανέναν από τους δύο. Δεν φαίνονταν άνθρωποι που θα έκαναν κάτι τέτοιο, όπως είπαν πολλοί άνθρωποι με τους οποίους μίλησα. Φαίνονταν συνηθισμένοι Σουηδοί της ηλικίας τους, που είχαν πάρει λάθος δρόμο. Ο Bäckström φαινόταν ντροπαλός, ακόμη και ευγενικός. Και οι δύο δούλευαν σε «κανονικές» δουλειές: Ο Cannermo ήταν ξυλουργός και ο Bäckström εκείνο το καλοκαίρι βοηθούσε έναν φίλο να φτιάξει προβλήτες.

Η αστυνομία, όμως, είπε ότι και οι δύο ανήκαν σε μια ομάδα που παρακολουθούσαν χρόνια. Τα μέλη είχαν καταδικαστεί μόνο για παραπτώματα, αλλά η αστυνομία υποψιαζόταν πολλές περισσότερες κλοπές και ληστείες. Οι περισσότεροι ζούσαν παράξενες διπλές ζωές, σύμφωνα με την αστυνομία, όπου δούλευαν τη μέρα και εγκληματούσαν τη νύχτα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο Cannermo μόλις είχε βγει από τη φυλακή όταν καταδικάστηκε για την κλοπή των βασιλικών κοσμημάτων. Ήταν μέσα τρεις μήνες αφότου καταδικάστηκε για κλοπή καλωδίου που χρησιμοποιείται για Ίντερνετ οπτικών ινών, αξίας δύο εκατομμυρίων κορονών (200.000 ευρώ). Εκείνος και ο Bäckström θεωρούνταν περιφερειακά μέρη της ομάδας, σύμφωνα με αστυνομικό της περιοχής που τους ξέρει. Το θεωρούσε πολύ απίθανο να είναι κάποιος από τους δύο ο εγκέφαλος ενός μεγάλου σχεδίου.

Ο Cannermo εξακολουθεί να αρνείται ότι ήταν το δεύτερο άτομο στον καθεδρικό ναό και είπε στον δικηγόρο του, Tobias Enochson, ότι δεν ήθελε να μου μιλήσει γι’ αυτό το άρθρο. Όσο για την κατηγορία ότι ανήκει σε εγκληματική οργάνωση, ο Enochson είπε πως όταν η αστυνομία γκρουπάρει μαζί άτομα από την ίδια περιοχή, ακούγεται σαν κάτι πιο οργανωμένο απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Το ότι είναι φίλοι ή ακόμη και συνεργάτες με ανθρώπους που διέπραξαν εγκλήματα, δεν σημαίνει ότι είναι μέλη συμμορίας.

Ο Bäckström μού απάντησε στα αγγλικά και αρνήθηκε ευγενικά να μιλήσει, αλλά είπε ότι η κατάσταση και η προσοχή των media– το όνομά του κυκλοφόρησε παγκοσμίως– είχε επηρεάσει άσχημα την οικογένειά του. Ένας φίλος του, μου είπε ότι ντρεπόταν για ό,τι είχε κάνει και χρησιμοποιούσε τον χρόνο του στη φυλακή για να σπουδάσει. 

Strängnäs Cathedral jewel heist

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟ ΝΑΟ ΤΗΣ Στρέγκνες. φωτογραφια: IBL/SHUTTERSTOCK

Μετά απ’ όσα πήγαν στραβά, δεν αποτελεί έκπληξη ότι κάποιοι που είχαν στενή σχέση με την υπόθεση θεωρούν τη ληστεία απλώς ως την περίπτωση δύο φίλων που είχαν μια κακή ιδέα και την εκτέλεσαν σαν ερασιτέχνες – αφού είναι άλλωστε.

Άλλη μια πιθανότητα είναι να το έκαναν από καθαρή ύβρη και να συνειδητοποίησαν στη συνέχεια ότι δεν μπορούσαν να πουληθούν τα κοσμήματα. Όπως εξήγησε ο Mancuso, «μερικές φορές, σημαντικά κλεμμένα έργα τέχνης βρέθηκαν επειδή οι κλέφτες δεν μπορούσαν τα πουλήσουν». Όταν κλάπηκαν κάποια άλλα σουηδικά βασιλικά εμβλήματα κηδείας από τον καθεδρικό ναό στο Βεστερός, το 2013, βρέθηκαν πεταμένα στην άκρη του δρόμου μετά από τηλεφώνημα στην αστυνομία.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τα δύο κλεμμένα στέμματα και η σταυροφόρος σφαίρα επιστράφηκαν στον καθεδρικό το καλοκαίρι και τοποθετήθηκαν σε νέα προθήκη. Ακόμα δεν υπάρχουν φύλακες, ούτε είναι αποκλεισμένα με σχοινί. Όπως και πριν, οι επισκέπτες μπορούν να τα πλησιάσουν όσο θέλουν. Αλλά ακόμη κι αν κοιτάξεις από κοντά, δεν υπάρχουν σημάδια ή χαρακιές - ένδειξη ότι είχαν υποστεί κάποια ζημιά.

Η υπόθεση έκλεισε, αλλά ο Lukas Sterner ακόμα δεν πιστεύει ότι ξέρει όλη την ιστορία.

«Τα πράγματα επιστράφηκαν και καταδικάστηκαν οι δύο, οπότε είμαι πολύ ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα», είπε. «Αλλά δεν θα έλεγα ότι η υπόθεση λύθηκε τελείως. Υπάρχουν πολλοί που ξέρω και είναι μπλεγμένοι, αλλά δεν μπορέσαμε να βρούμε στοιχεία».

Είπε ότι πλησίασε τον Bäckström στη δίκη και του ζήτησε να έρθει σε επαφή μαζί του σε δέκα χρόνια. Ως τότε θα έχει εκπνεύσει το διάστημα παραγραφής, που σημαίνει ότι μπορεί να του πει γιατί έκλεψε τα κοσμήματα χωρίς να φοβάται τη δίωξη.

Μέχρι στιγμής, ο Bäckström δεν έχει πει τίποτα. Έτσι, ενώ η αστυνομία μπορεί να βρήκε τους άντρες που έκλεψαν τα κοσμήματα, μάλλον δεν θα μάθει γιατί - τουλάχιστον για άλλη μια δεκαετία.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

O Νιγηριανός στην Αθήνα που Κινδυνεύει από Μια Μυστικιστική Αδελφότητα

Τι θα Κάναμε αν Ξυπνούσαμε και Δεν Υπήρχε Ίντερνετ;

«Δεν Πειράζει να μη Μιλάς» - Τι Λενε Κομμωτές και Κομμώτριες για την Ατελείωτη Κουβεντούλα

Ακολουθήστε το VICE σε Twitter, Facebook και Instagram.