Συναντηθήκαμε στο σπίτι της στην Κυψέλη, τα είπαμε στην βεράντα της, με ένα τυπικό αθηναϊκό κάδρο στον ορίζοντα. Και περπατήσαμε στην αγαπημένη της γειτονιά, καταλήγοντας στο γραφείο της, πολύ κοντά στην ιστορική (και εσχάτως ανανήψασα, δυναμική) Φωκίωνος Νέγρη.
Η Μαρίνα Δανέζη ζει και εργάζεται στο κέντρο της πόλης της. Τα τελευταία χρόνια καταγράφει τη ζωή της πρωτεύουσας και των ανθρώπων της σε απανωτά ντοκιμαντέρ: τα «Στέκια» και το «Κλεινόν Άστυ».
«Ιστορίες από τα κάτω, που δεν έχουν καταγραφεί στα βιβλία, εμείς τις διασώζουμε με εικόνα και ήχο», λέει η ίδια. Στο αρχείο της υπάρχουν περισσότερες από 1.200 συνεντεύξεις: η Μαρίνα «σκάβει» τη μνήμη της πόλης ακούραστα και με πηγαίο μεράκι. «Για να βγαίνει ένα 50λεπτο ντοκιμαντέρ την εβδομάδα, χρειάζεται επτά μέρες δουλειά, 12 ώρες τη μέρα», λέει.
Ο γιος της είναι 13 μηνών - στο γραφείο υπάρχει πάρκο μωρού και «αλλαξιέρα». «Οκτώ μηνών έγκυος έκανα γυρίσματα», λέει η Μαρίνα γελώντας. «Και αν δεν είχε επιβληθεί το λοκντάουν, θα συνέχιζα. Και εννέα μηνών». Η αφοσίωσή της στην έρευνα και το ντοκιμαντέρ είναι φοβερή και φανερώνει την αγαπησιάρικη σχέση με τη δουλειά της.
Όταν βρεθήκαμε, το επόμενο επεισόδιο του «Κλεινόν Άστυ» θα ήταν το νούμερο 100 ντοκιμαντέρ της. Και μόλις ανανέωσε το τηλεοπτικό της συμβόλαιο για άλλον έναν χρόνο. Τα νέα επεισόδια ξεκινούν τον Φλεβάρη.
«Και στα χίλια», λοιπόν.
Γεννήθηκα στα Ιλίσια - πέντε χρονών μετακομίσαμε, οπότε δεν έχω πολλές παιδικές μνήμες από το κέντρο. Έχω όμως ακόμα αυτή την αίσθηση του ασφυκτικού της πόλης, εμένα με το καροτσάκι στα στενά πεζοδρόμια.
Μεγάλωσα στην Αγία Παρασκευή - το ’80 και το ‘90 ακόμη ήταν ένα σχετικά αραιοκατοικημένο προάστιο με ανθρωπογεωγραφία διαφορετική από τη σημερινή.
Όταν ήμουν δέκα χρονών επιβίωσα ενός πολύ σοβαρού προβλήματος υγείας - από ιατρικό λάθος έπαθα σηπτικό σοκ. Με θυμάμαι να ξυπνάω μετά από πολλές μέρες στην εντατική. Βίωσα μια πολύ πρόωρη επαφή με την ιδέα του θανάτου. Και αυτό με άλλαξε.
Θέλησα να γνωρίσω όσα περισσότερα πράγματα γίνεται σε αυτήν τη ζωή, όσο διαρκέσει. Να ταξιδέψω όσο περισσότερο μπορώ, να γνωρίσω, να επικοινωνήσω με όσους πιο πολλούς ανθρώπους. Και κάθε στιγμή να τη χαίρομαι. Συνειδητοποίησα αυτή την αλλαγή όταν μεγάλωσα, πως από ένα συνεσταλμένο παιδί, έγινα μια θρασύτατη σκηνοθέτρια. Γιατί έχω υπάρξει θρασύτατη, ειδικά στην αρχή (γελάει).
Το συνεργείο που δουλεύουμε μαζί πολλά χρόνια «τρομάζει», διότι ξέρει ότι όπως πηγαίνουμε να κάνουμε μια συνέντευξη, μπορεί να δω έναν άνθρωπο στον δρόμο, να μου «ταιριάζει» και να του πω «γεια σας, θέλετε να μιλήσουμε;». Και να στήσουμε την κάμερα και να κάνουμε μια συνέντευξη από το πουθενά.
Προσπάθησα να σπουδάσω μαθηματικά, αλλά δεν ολοκλήρωσα τις σπουδές μου. Ήθελα να εκφραστώ και η πρώτη μου αντίδραση ήταν να σπουδάσω ηθοποιός. Κατάλαβα πολύ γρήγορα ότι δεν μου ταιριάζει - γιατί όταν είσαι ηθοποιός, γνωρίζεις άλλους κόσμους αλλά πάντα υπηρετείς το όραμα ενός άλλους ανθρώπου, του σκηνοθέτη. Εγώ ένιωθα ότι είχα κάτι δικό μου να πω.
Και αποφασίζω στα 25 μου να κάνω την πρώτη μου μικρού μήκους ταινία - για τον τρόπο που βλέπω την αναπηρία. Έπαιζα από μικρή με τη φίλη μου την Μαρία που έχει ημιπληγία - κάναμε μπαλέτο καθιστές στο πάτωμα. Έκανα λοιπόν μια μικρού μήκους για το πώς η αναπηρία δεν είναι εμπόδιο στη ζωή, ότι μπορείς να τα καταφέρεις.
Νομίζω, όμως, ότι αυτό που πραγματικά με έκανε σκηνοθέτρια ήταν το «Σωματείο Ρακοσυλλεκτών». Ήταν η πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία και έγινε κι αυτή για ψυχοθεραπευτικούς λόγους.
Η γιαγιά μου είχε ψυχιατρικά προβλήματα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε ένα ξύλινο, αυτοσχέδιο καρότσι και μάζευε πράγματα από τους κάδους σκουπιδιών. Στην οικογένειά μας ήταν κάπως «μαύρο πρόβατο» - δεν ήταν εντελώς αποδεκτή λόγω της ψυχικής της πάθησης. Η ταινία λοιπόν για τους ρακοσυλλέκτες ήτανε και μια ταινία για τη γιαγιά μου. Και λειτούργησε λυτρωτικά για μένα.
Όταν μπήκα στα γραφεία του Σωματείου τους, φρέσκο κοριτσάκι τότε και τους είπα ότι θέλω να κάνω αυτήν την ταινία, με πήραν στο «ψιλό». Και, όντως, ήμουν παράταιρη στον κόσμο τους. Για τα επόμενα δύο χρόνια πήγαινα κάθε Τετάρτη στο σωματείο και κάθε Κυριακή στο παζάρι τους - είχα γίνει «μασκότ». Συγκέντρωσα άπειρες ώρες υλικού: τραβούσα με mini DV τα πάντα. Την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας, γάμους και βαφτίσια τους.
Εκεί γαλουχήθηκα. Διότι μπήκα σε έναν δύσκολο χώρο, ανδροκρατούμενο, με όλες τις «φυλές του Ισραήλ» μέσα. Ήταν πολύ κόντρα στη φύση μου όλο αυτό - μπαίνοντας όμως σε ένα «περιθωριακό» αθηναϊκό κομμάτι, αυτό μου άνοιξε τον ορίζοντα και με έκανε να μη φοβάμαι. Καθόλου.
Για να μοντάρω αυτό το αχανές υλικό, δεν είχα να πληρώσω φράγκο. Έκατσα ένα καλοκαίρι και έμαθα να μοντάρω με μαθήματα online. Αυτή ήταν η πρώτη μου μεγάλου μήκους - έπαιξε σε φεστιβάλ στο εξωτερικό, πήγε πάρα πολύ καλά. Αλλά δεν την έκανα για να «πάει καλά», την έκανα διότι κάτι ήθελα να πω.
Βγήκε μια ταινία που μπορεί να μην έχει φανταστικό production value, αλλά τελικά στο ντοκιμαντέρ το μεγαλύτερο production value είναι η ιστορία που καταγράφει. Το θέμα είναι να μπορείς να πεις την ιστορία του άλλου.
Μέχρι τότε δεν είχα βγάλει χρήματα - μόνο έβαζα, εργατοώρες και οδοιπορικά.
Η πρώτη φορά που είχα ένα μπάτζετ -όχι για να πληρωθώ η ίδια, όσο για να έχω συνεργάτες- ήταν μια ανάθεση από το Κέντρο Κινηματογράφου. Παραιτήθηκε ο προηγούμενος σκηνοθέτης επειδή ήταν πολύ λίγα τα χρήματα και έπρεπε να κάνω μια ταινία για τους τσιγγάνους. Τρεις μήνες μου έδωσαν προθεσμία. Με ρώτησαν «θα τα καταφέρεις;». Και τους απάντησα «και βέβαια». Ενώ δεν ήξερα κανέναν τσιγγάνο καταρχήν (γελάει).
Αυτό είναι τα «Στέκια», τόποι μέσα στο αστικό περιβάλλον οι οποίοι ενώνουν. Διαταξικοί τόποι - όπου συνομιλούνε διαφορετικοί άνθρωποι.
Μπήκα σε ένα αμάξι με τον οπερατέρ και τον ηχολήπτη - και είχα μόνο ένα contact, το τηλέφωνο ενός τσιγγάνου στο Άργος. Και λέω «θα φύγουμε για μια βδομάδα και θα γυρίσουμε με την ταινία». Είχα την ιδέα να ξεκινήσουμε από αυτήν τη μία επαφή που είχα και να πηγαίνουμε από συγγενή σε συγγενή του, γυρνώντας όλους τους καταυλισμούς στην Πελοπόννησο- και να λέμε ιστορίες. Προς το τέλος της ταινίας τους ρώτησα και για την παραβατικότητα στον κόσμο τους.
Ένας από τους πρωταγωνιστές μού είπε κάτι σοφό: ότι τα μεγαλύτερα εγκλήματα στη γη τα έχουν κάνει οι μορφωμένοι. Και μια γιαγιά μου είπε «όταν το παιδί σου δεν έχει να φάει και θα κλέψεις και θα σκοτώσεις».
Το 2014 μόλις είχε ανοίξει η ΝΕΡΙΤ (γελάει). Δουλεύαμε τότε μαζί με τον Νίκο Τριανταφυλλίδη και καταθέσαμε την πρόταση για τα «Στέκια». Δεν πιστεύαμε ότι υπάρχει περίπτωση να γίνει δεκτή - και μας έπαιρναν επί έναν μήνα τηλέφωνα από το 2106066000, νομίζαμε ότι είναι από τράπεζα και δεν απαντούσαμε. Κάποια στιγμή μας τηλεφώνησε μια γνωστή μας. «Συγγνώμη», μας είπε, «Από τις 600 προτάσεις για σειρές δεχτήκαμε τις 15 σειρές και είστε μέσα σε αυτές. Γιατί δεν σηκώνετε το τηλέφωνο;» (γελάει).
Έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια των «Στεκιών», ουρανοκατέβατη - μας έδιναν χρήματα για να κάνουμε αυτό που αγαπάμε. Αυτό ήταν φανταστικό για εμάς. Ξεκινήσαμε να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ για αυτό που μας ενώνει μέσα στην πόλη. Γιατί αυτό είναι τα Στέκια, τόποι μέσα στο αστικό περιβάλλον οι οποίοι ενώνουν. Διαταξικοί τόποι, όπου συνομιλούν διαφορετικοί άνθρωποι. Μέσα από τα Στέκια βλέπεις την ιστορία: της πόλης, της μουσικής, της τέχνης. Η ντισκοτέκ θα συνομιλήσει με το καφενείο, το τατουατζίδικο θα «συνομιλήσει» με το πατσατζίδικο. Τα μισά επεισόδια τα έκανε ο Νίκος, τα άλλα μισά εγώ.
Το πρώτο που έκανα ήταν το πατσατζίδικο. Το έκανα για το καλτ του στοιχείο, για τις ιστορίες της νύχτας που είχε. Μίλησαν από τον Σταμάτη Κραουνάκη και τον Στάθη Αγγελόπουλο, μέχρι μια μαγείρισσα που φτιάχνει πατσά στο Κερατσίνι.
Ξέρεις, μέχρι τα 60’s ο πατσάς ήταν «πρωινό». Στη Θεσσαλονίκη, που είναι η κατεξοχήν πόλη του πατσά, οι εργάτες πριν πάνε στην οικοδομή περνούσαν και έτρωγαν έναν πατσά. Τέτοιες μικροιστορίες που χάνονται, διασώζουμε στα ντοκιμαντέρ: ένα κομμάτι του λαϊκού, αγοραίου πολιτισμού. Ντοκουμεντάρεις κάποια πράγματα - για τον ιστορικό του μέλλοντος αυτά θα είναι οι πηγές του.
Ένα άλλο πολύ αγαπημένο επεισόδιο που έκανε ο Νίκος (άλλωστε, ακόμα και όταν έφυγε από τη ζωή, τα Στέκια συνέχισαν ως μια σειρά του Νίκου Τριανταφυλλίδη) ήταν τα μπαρ κονσομασιόν. Δείξαμε πώς βίωναν τα κορίτσια την κατάσταση εκεί. Είχαμε μια κοινωνική ανθρωπολόγο, τη Ζωή Αμπατζή, που τα μπαρ κονσομασιόν ήταν το θέμα του διδακτορικού της και μετά έγραψε το βιβλίο «Ποτό για παρέα». Τότε για να μπορέσει να κάνει την επιτόπια έρευνα, εργάστηκε η ίδια σαν κονσοματρίς.
Και ένα πολύ δυνατό κομμάτι εκείνης της εκπομπής ήταν όταν ο Γιάννης Φλωρινιώτης μας έλεγε ότι κονσομασιόν κάνουμε όλοι, σε όλα τα επαγγέλματα. Και ο δημοσιογράφος κονσομασιόν κάνει και ο γιατρός μπορεί να κάνει κονσομασιόν - είναι το πέπλο της νύχτας που πέφτει και δίνει έναν τόνο «ενοχής» στα μπαρ.
Στα «Στέκια» αγάπησα πάρα πολύ το πανκ ροκ στην Πλάκα. Το ’82 με τον νόμο του Τρίτση (που άλλαζε τη χρήση γης) έκλεισαν όλα τα ροκ και πανκ μαγαζιά στην Πλάκα. Η Πλάκα ήταν τότε μια φοβερά υποβαθμισμένη περιοχή - όποιος ήθελε να βρει ένα φτηνό ενοίκιο, πήγαινε στα Κουντουριώτικα. Ήταν ένα real estate κόλπο που άλλαξε όλη την ανθρωπογεωγραφία της γειτονιάς.
Δεν είχα ιδέα τι ήταν το “Skylab”, τι ήταν η «Αρετούσα». Όταν έκλεισαν , εγώ γεννιόμουνα. Δεν ήξερα για τους πάνκηδες της Πλάκας, για το μαγαζί του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη - όλα αυτά συνθέτουν μια μεγάλη ιστορία της νεολαίας και της αντίστασης.
VICE Video: Body Shaming - Το Σώμα και η Ντροπή

Ο Νίκος Σπυρόπουλος, από τους «Σπυριδούλα», μας μίλησε για την Πλάκα, τι γινότανε στα υπόγεια και στα ροκάδικα της περιοχής τότε - και αυτή ήταν η τελευταία συνέντευξη της ζωής του, μετά από έναν μήνα «έφυγε». Μας είχε πει και μια ωραία ιστορία για τον Παύλο Σιδηρόπουλο - έπαιζαν σε ένα υπόγειο κλαμπ και μόλις είχε γραφτεί ο «Φλου». Αυτά τα ροκάδικα είχαν πίστα, διότι παλιά ήταν σκυλάδικα και ο κόσμος χόρευε. Έπαιζαν λοιπόν Rolling Stones, Pink Floyd, διασκευές. Και ενώ είχαν βγάλει τον «Φλου» και προσπαθούσαν να τον βάλουν στο πρόγραμμα, ο κόσμος από κάτω ζητούσε διασκευές.
Ένα άλλο επεισόδιο ήταν οι ντίσκο. Η πρώτη μέταλ ντίσκο υπήρξε στη Νίκαια, στα Περιβολάκια, σε μια πλατεία που τότε ήταν πολύ κακόφημη περιοχή και γινόταν χρήση ναρκωτικών ουσιών - η ντίσκο λεγόταν «Βικτώρια», την είχε ο Σούλης, που σήμερα έχει τη ντίσκο “Boom Boom.” Βικτώρια έλεγαν τη μάνα του. Επειδή ο Σούλης ήταν και λαϊκατζής έκανε το εξής: η «Βικτώρια» έκλεινε στις 12 το βράδυ. Και έκανε ο Σούλης και την εξής καινοτομία - αγόρασε τηλεοράσεις που τις συνέδεσε με βίντεο και έπαιζε ταυτόχρονα βίντεο κλιπ σε λούπα. Για αρχές της δεκαετίας του ’80 αυτό ήταν όντως πολύ μπροστά. Αυτή η ντίσκο έκλεισε άδοξα διότι ο ΕΛΑ έβαλε βόμβα. Στην προκήρυξη ο ΕΛΑ κατηγόρησε τον ιδιοκτήτη ότι οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη.
Τα «Στέκια» έφτασαν σε έναν αριθμό ρεκόρ: 72 ντοκιμαντέρ, 6 σεζόν. Κάποια στιγμή έκαναν τον κύκλο τους - κοινή συναινέσει με την ΕΡΤ είπαμε να κάνουμε κάτι καινούργιο. Τον Δεκέμβριο του 2020 γεννήθηκε το «Κλεινόν Άστυ». Ο κόσμος το παρακολουθεί γιατί καταγράφουμε την ανεπίσημη ιστορία της πόλης, την ιστορία της από τα «κάτω».
Θυμάμαι το επεισόδιο για τον εναλλακτικό περιοδικό Τύπο: τα φανζίν, τα περιοδικά του Λεωνίδα Χρηστάκη, που είναι πια ένας αστικός μύθος για τους νεότερους, το «Αμφί», το πρώτο περιοδικό ομοφυλόφιλων, μέχρι το φανζίν του πιτσιρικά.
Πριν λίγες μέρες προβλήθηκε ένα επεισόδιο για το «Ελεύθερο Θέατρο»: ήταν ένας θίασος που δημιουργήθηκε από απόφοιτους του Εθνικού Θεάτρου εν μέσω της Χούντας. Αυτοί αποφάσισαν να κάνουν αντίσταση μέσα από την θεατρική τους ομάδα. Λειτούργησαν συνεταιρικά, δεν υπήρχε σκηνοθέτης, ούτε σκηνογράφος - υπογράφουν όλοι, κάθε πρόβα είναι μία ατελείωτη συζήτηση και τολμούνε πολλά πράγματα. Ξέφευγαν από τη λογοκρισία με διάφορα τερτίπια - έδιναν ένα κείμενο για να εγκριθεί αλλά την ώρα της παράστασης έκαναν άλλα. Μετέφεραν θεατρικά την «Ιστορία του Αλή Ρέτζο» του Μάρκαρη: η Χούντα ενέκρινε το κείμενο. Σκέφτηκε «μιλάνε για τους Τούρκους; Μην κόψεις τίποτα». Δεν κατάλαβαν ότι ήταν μια αλληγορία για την καταπίεση των σύγχρονων Ελλήνων και την ώρα της παράστασης- απορώ πώς το κάνανε- σε βίντεο προβολή το τρακτέρ μεταμορφωνόταν σε τανκ. Και τους θαυμάζεις, «τι κάνανε οι τύποι μες στη Χούντα…», πόσο θάρρος είχαν.
Η Κυψέλη έχει και μια ημιυπόγεια ζωή: καταστήματα, σπίτια προσφύγων, σπίτια τσιγγάνων. Ποιοι ζούν στα υπόγεια αυτής της ασφυκτικής γειτονιάς;
Ένα σημείο που αγαπώ πολύ είναι η Ομόνοια - με ιντριγκάρει γιατί είναι ένα σημείο που δεν στέκεσαι, ανέκαθεν, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα είναι ένας κόμβος. Παλιά ήταν οι επαρχιώτες εκεί, σήμερα είναι οι πρόσφυγες. Η Ομόνοια ποτέ δεν κατάφερε να έχει τη χλιδή του Συντάγματος, ήταν πάντα ένα σημείο συνάντησης. Τα κείμενα των περιηγητών έναν αιώνα πριν αναφέρουν ότι εκεί ήταν το πάρκινγκ όλων των αμαξών και δεν μπορούσες να σταθείς γιατί βρωμούσε από τα κόπρανα των αλόγων.
Έχει πάρα πολλές ζωές η Ομόνοια - τα κλαρίνα που ήτανε τριγύρω, οι επαρχιώτες που έδιναν ραντεβού, ο Μπακάκος, τα μεγάλα πολυκαταστήματα, τα θέατρα που γκρεμίστηκαν. Την έχω ψάξει πολύ την Ομόνοια- ξέρω για κάθε σημερινό κτίριο τι υπήρχε πριν στην θέση του. Το θέατρο Κοτοπούλη γκρεμίστηκε, έγινε το σινεμά Κοτοπούλη και μετά το ξενοδοχείο “La Mirage”- και τώρα ανακαινίζεται για να γίνει νέο ξενοδοχείο. Μου αρέσει που ξέρω ότι το Hondos Center ήταν το ξενοδοχείο «Ομόνοια» και όσο πάμε πίσω στο χρόνο έχω εικόνα τι ήτανε το κάθε σημείο της περιοχής.
Μου αρέσει πολύ η Κυψέλη - όταν ήρθα εδώ δεν ήταν τόσο trendy όσο σήμερα. Αγαπώ την πολυπολιτισμικότητα της Κυψέλης - κάποια στιγμή είχα σκεφτεί να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για τα υπόγεια της Κυψέλης. Γιατί η Κυψέλη έχει και μια ημιυπόγεια ζωή: καταστήματα, σπίτια προσφύγων, σπίτια τσιγγάνων. Ποιοι ζούν στα υπόγεια αυτής της ασφυκτικής γειτονιάς;
Η Κυψέλη ήταν από τις πρώτες περιοχές της Αθήνας που άρχισαν να κτίζονται πολυκατοικίες - βέβαια αστική γειτονιά και για αυτό έχει κάποιες θαυμάσιες πολυκατοικίες του ’30 και του ’40. Υποβαθμίστηκε πάρα πολύ στις αρχές του 2.000, αλλά τώρα ζει την τρίτη της νεότητα.
Και από όταν έκανα το Σωματείο Ρακοσυλλεκτών, μου αρέσουν πολύ τα παζάρια. Λατρεύω το παζάρι του Ελαιώνα, όπου γίνεται χαμός: είναι ένα τεράστιο παζάρι, στα όρια του νόμιμου, όπου πωλούνται μεταχειρισμένα τα πάντα. Μπορείς να βρεις εκεί από πράγματα τρίτης διαλογής μέχρι υπέροχα βιβλία, έργα τέχνης, συλλογές. Θυμάμαι μία μέρα σε μία κουβέρτα -γιατί συνηθίζουν να στρώνουν σε κουβέρτες τις πραμάτειες τους- άρχισα να βρίσκω καταπληκτικά βιβλία ποίησης. Ανοίγω ένα και βλέπω αφιέρωση «Στον αγαπημένο φίλο Ορέστη Λάσκο». Στο επόμενο η ίδια αφιέρωση - και συνειδητοποιώ ότι βρισκόμουν μπροστά στη βιβλιοθήκη του σκηνοθέτη και ποιητή Ορέστη Λάσκου. Είχα πάνω μου 70 ευρώ και αγόρασα όσα περισσότερα μπορούσα να σώσω. Η πλατεία Αβησσυνίας μου αρέσει κι αυτή, αλλά είναι πιο μπουτίκ τουριστίκ. Το παζάρι του Ελαιώνα είναι αυθεντικό παζάρι και για έναν άνθρωπο όπως εγώ, που σκάβει για να βρει, είναι ένα πολύ αγαπημένο σημείο που μου λείπει - έχω πολύ καιρό να πάω λόγω κορονοϊού και μωρού.
Εκτός από το «Κλεινόν Άστυ» κάνω και άλλες δουλειές, όπως μουσικά video clips.
Για μένα πολύ σημαντικό είναι το clip που έφτιαξα με τον Παύλο Παυλίδη, αφιερωμένο στον Ζακ. Ζητήθηκε από πολλούς καλλιτέχνες να γράψουν μια δήλωση συμπαράστασης - ο Παύλος έγραψε ένα τραγούδι, το «Αλλιώτικο Παιδάκι». Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Πάμε να κάνουμε ένα κλιπ;». Δουλέψαμε όλοι εθελοντικά - και όντως το βίντεο κλιπ αυτό κάτι κατάφερε, γιατί μέσα σε λίγες ώρες είχε χιλιάδες views.
Με ενοχλεί πολύ στη ζωή της Αθήνας ότι σε μια γειτονιά μπορεί να γίνει μια φασαρία και κανένας να μην πάρει το μέρος του αδύναμου. Πολλοί άνθρωποι είναι αποστασιοποιημένοι, αδιάφοροι. Ένα ανάλογο περιστατικό είχε γίνει στη λαϊκή της Κυψέλης. Ένας χρήστης έκλεψε το πορτοφόλι μιας γιαγιάς. Φαινόταν ότι είχε πρόβλημα -και δεν το έκανε περίτεχνα- της το πήρε από το χέρι και ούτε καν έτρεξε. Άρχισαν να τον κλοτσάνε στο κεφάλι μέσα στη λαϊκή και κανένας δεν μίλησε. Εντάξει, έκλεψε, ας φωνάξεις την αστυνομία. Έπρεπε εγώ να πεταχτώ και να αρχίσω να ουρλιάζω «τι κάνετε;». Και δεν σταμάτησαν παρά μόνο όταν φώναξα ότι θα βγάλω το κινητό μου και θα αρχίσω να βγάζω βίντεο και φωτογραφίες. Κάποια στιγμή φοβάμαι ότι θα την πέσουν και σε μένα, γιατί όταν βλέπω την αδικία, χάνω το μέτρο, γίνονται τα μυαλά μου ομελέτα. Και γίνομαι πολύ οξύθυμη.
Σε κανένα ρεπορτάζ δεν τα ξέρουμε όλα, μπορεί να έχεις διαβάσει κάτι, να έχεις ψυχανεμιστεί ένα κομμάτι, αλλά είναι πολύ σημαντικό να κάνεις διάλογο, να «διαβάζεις» τον συνομιλητή σου. Όπως συμβαίνει με τις στιγμές της ζωής σου - μπορείς να πάρεις κάτι και από τις καλές και από τις κακές. Έτσι πάει και με τους ανθρώπους, από τον καθένα κάτι έχεις να πάρεις. Και αυτό είναι μαγικό. Μπορείς να είσαι ανοιχτός και καθαρός απέναντί του; Μπορείς να τον κοιτάξεις με ειλικρίνεια; Να τον ακούσεις;
Αν όχι, θα κάνεις κάτι επιφανειακό. Το ζήτημα είναι να σκάψεις όσο βαθύτερα, να φτάσεις αρκετές στρώσεις κάτω από την επιδερμίδα, κάτω από την επιφάνεια.
Υπάρχει μία αλήθεια; Όχι. Το θέμα είναι τι θέλεις να φωτίσεις. Και πολλές φορές επιλέγουμε να μην φωτίσουμε κάτι που, ενδεχομένως, δεν θα «πάει μπροστά» την ιδεολογία μας. Όταν έκανα τους τσιγγάνους συνάντησα στους καταυλισμούς Χρυσαυγίτη τσιγγάνο - επέλεξα να μην τον εντάξω στο ντοκιμαντέρ. Γιατί μπορεί να υπάρχει ένας Χρυσαυγίτης στους 100 τσιγγάνους - αυτό, όμως, δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ολόκληρη τη φυλή. Την παραβατικότητα -που συζητιέται εντός της φυλής, ποια είναι τα όρια της, ποιες είναι οι αιτίες της- την έβαλα στο ντοκιμαντέρ. Ο Χρυσαυγίτης, όμως, είναι μια μεμονωμένη περίπτωση, είναι μια ελάχιστη πτυχή που αν τη φώτιζα, θα έδινα στρεβλή εντύπωση της πραγματικότητας. Μπορεί να πάρεις κλικ, αλλά θα κάνεις κακό.
Υπάρχουν ντοκιμαντέρ που ο δημοσιογράφος έχει αποφασίσει τι θέλει να πει από την αρχή - και το τελικό αποτέλεσμα υπηρετεί την αλήθεια του δημοσιογράφου, θα βρει τους ανθρώπους που θα υπηρετήσουν το δικό του όραμα για να βγάλει το συμπέρασμα που ο ίδιος θέλει. Εγώ ξεκινάω με μία ιδέα, με μια διαίσθηση, αλλά είμαι έτοιμη να αλλάξω πορεία, το συμπέρασμα δεν το έχω στο μυαλό μου. Και μου αρέσει κιόλας όταν το ρεπορτάζ με πάει αλλού, όταν σπάω στερεότυπα- και δικά μου- θεωρώ το ντοκιμαντέρ τελικά πιο επιτυχημένο.
Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε άποψη - αλλιώς δεν μπαίνεις πραγματικά σε «κόσμους» πέρα απ’ τον δικό σου.
Για να κάνεις ρεπορτάζ, πρέπει να θες να ζήσεις πολλές ζωές.
Περισσότερα από το VICE
Μέσα στη Ζωή Ενός Street Artist: Γκράφιτι, Ταξίδια, Φυλακή, NFTs και Ένα Ντοκιμαντέρ
Κάποιοι Πληρώνουν για να Γίνουν «Πραγματικοί Άνδρες» σε Στρατόπεδα Μαχητών
Επηρεάζει ο Καθημερινός «Βομβαρδισμός» Δυσάρεστων Ειδήσεων την Ψυχολογία μας;