FYI.

This story is over 5 years old.

Σεξ

Προσπάθησα να Αγαπήσω μια Πόρνη

Αν ντρέπεστε εύκολα, καλύτερα να μην το διαβάσετε.
TL
Κείμενο Thom Lynch
26.1.14

Τις ακόλουθες εμπειρίες τις έζησα στην περιοχή με τα κόκκινα φανάρια του Άμστερνταμ, κατά το εξάμηνο που παρακολούθησα μαθήματα στη Νομική Σχολή. Ίσως να περιφρονείτε το αρχαιότερο επάγγελμα, όμως δεν θα έπρεπε, γιατί όλοι είμαστε πόρνες κατά κάποιο τρόπο. Το ξέρω προσωπικά. Άλλωστε, υπάρχει μεγαλύτερη εκπόρνευση από το να πουλάς τις μπουρδελότσαρκές σου ως δημοσιογραφία;

ΤΟ ΟΛΛΑΝΔΙΚΟ ΟΧΥΡΟ

Υπάρχουν δύο είδη πόλεων -εκείνες όπου όλοι προσπαθούν να είναι φιλικοί ο ένας με τον άλλο (Λος Άντζελες, Νέα Ορλεάνη, κλπ) και εκείνες όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να είναι μαλάκες (Νέα Υόρκη, Παρίσι, κλπ). Το Άμστερνταμ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κι όμως, οι αγενείς πόλεις έχουν περισσότερες φυσικές ομορφιές από τις φιλικές, και το Άμστερνταμ δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ένας πραγματικά πεντακάθαρος λαβύρινθος από λιθοστρωμένα ομόκεντρα κανάλια, που απλώνονται από τον ποταμό Ιτζ, όπως τα ηχητικά κύματα από ένα μεγάφωνο. Και στη μέση του εσώτερου καναλιού, ένα τεράστιο δημόσιο μπουρδέλο απλώνεται μέσα από τα στενάκια: Το αστικό κέντρο των κόκκινων φαναριών από νέον.

Οι πόρνες στην περιοχή αυτή χωρίζονται σε ευρύτερες κατηγορίες, η καθεμιά με την δική της μικρο-γειτονιά. Κατά μήκος του κεντρικού δρόμου θα βρείτε τις συνήθεις: Καμιά ιδιαίτερα όμορφη ή ιδιαίτερα ξεχωριστή, όλες νόστιμες και κάπως γερασμένες. Όπως, όμως, χαζεύεις στα στενά, συναντάς συγκεκριμένες υποκατηγορίες. Η γωνία με τις ξανθιές γριές, η πλατεία με τις τραβεστί, η πιάτσα με τις παχύσαρκες. Η λιθοστρωμένη περιοχή με τις χοντρές μαύρες είναι πάντα από τις πιο πολυσύχναστες.

Και μετά υπάρχει και η Dime Alley

Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Τα πρώτα βράδια στο Άμστερνταμ βασανιζόμουν από αϋπνίες. Ένα από αυτά, απηυδισμένος με τα στριφογυρίσματα πάνω στα διπλοσέντονα του ΙΚΕΑ, βγήκα από το διαμέρισμά μου και περιπλανήθηκα προς την περιοχή με τα μπουρδέλα, αναζητώντας ένα ανοιχτό καφέ. Οι καφετέριες κλείνουν στις τρεις το πρωί και ήταν 3.10 π.μ. Το μόνο που κατάφερα να αγοράσω, ήταν ένα τσιγαριλίκι από δύο φιλικούς Ιταλούς έξω από ένα πανδοχείο. Το άναψα και έκανα βόλτες προς την περιοχή με τα μπουρδέλα.

Είχε κόσμο. Παρέες από φωνακλάδες ξένους που χάζευαν τις βιτρίνες των πορνείων. Μοναχικοί μεσήλικες Ολλανδοί σε μπουρδελότσαρκα. Μετά από 45 λεπτά περπάτημα, χαζεύοντας τις γκόμενες και τις όχι και τόσο γκόμενες, βιτρίνα την βιτρίνα, βρέθηκα σε ένα στενό που ήταν κάπως διαφορετικό από τα άλλα. Ήταν πιο μικρό -κάπου δύο μέτρα πλάτος- και η πέτρινη είσοδος ήταν γεμάτη χρωματιστά γκράφιτι. Ήταν ένας δρόμος αδιέξοδος και προς την άκρη του μπορούσα να διακρίνω τα κόκκινα φώτα από νέον που διαφήμιζαν ένα στριπτιζάδικο. Το στενό γινόταν πιο φαρδύ, πλησιάζοντας προς την είσοδο του μαγαζιού. Το μαγαζί ήταν κλειστό, αλλά δίπλα στην πόρτα του παρατήρησα ένα ακόμα μικροσκοπικό, σχεδόν κρυμμένο στενό που ξεκινούσε από τον δρόμο που βρισκόμουν. Και το περπάτησα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το στενό οδηγούσε σε ένα δίκτυο από σκεπαστές στοές, φτιαγμένες από καφέ ξύλο με μπουρδελοβιτρίνες και πόρνες που σου χαμογελούσαν. Μου έκαναν νοήματα καθώς τις χάζευα.

Βρέθηκα μπροστά σε μια καστανή. Θαλασσιά μάτια και μακριά σκούρα μαλλιά. Λευκό δέρμα και μαύρο μπικίνι. Έκανα ακόμα ένα γύρο και επέστρεψα σε εκείνη. Την κοίταξα καλύτερα. Ύψος 1,60, μικροκαμωμένη, μεγάλα βυζιά, στομάχι πλάκα, άψογη. Μου έσκασε ένα πονηρό γελάκι και μου άνοιξε την πόρτα στον κόκκινο μικρόκοσμό της.

«50€», μου είπε στεγνά, κλείνοντας την βιτρίνα πίσω μου και τραβώντας τις κουρτίνες.

«Για τι πράγμα;», ρώτησα.

«Τσιμπούκι και γαμήσι».Φαινόταν ήρεμη και συγκεντρωμένη. Το πρόσωπό της ταίριαζε με την τελειότητα του κορμιού της, τα τέλεια ζυγωματικά, τα σαρκώδη χείλη, κανένα ίχνος γήρατος. Φρέσκια, σαν αιλουροειδές. Ήταν Βουλγάρα.

«Εκατό ευρώ η μισή ώρα», μου είπε. «Θέλεις;» Ψάχτηκα στην τσέπη μου. Είχα εβδομήντα ευρώ.

«Θέλω, αλλά έχω μόνο 70. Λυπάμαι, αλλά έχω μόνο τόσα». Σήκωσα τους ώμους μου και της έδειξα τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα. «Μπορούμε να το κάνουμε για 70»;

«Όχι», μου πέταξε. «Μόνο δεκαπέντε λεπτά».

Τα όσα ακολούθησαν, από ερωτικής απόψεως, ήταν ίσως λιγότερο ηδονικά από μια μαλακία. Από το τσιμπούκι με προφυλακτικό μέχρι το τρίλεπτο γαμήσι, δεν έδειξε κανένα συναίσθημα ή ενδιαφέρον, μονότονα προσπαθώντας να με κάνει να χύσω σαν αποστραγγιστής σε σφαγείο. Και το χειρότερο: Δεν τα κατάφερνε.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κάποια στιγμή, τα γυαλιά μου έπεσαν στο μαξιλάρι πίσω της. Την κοίταξα. Γέλασε. Γέλασα. Και μου είπε τότε «Τέλος χρόνου». Διαμαρτυρήθηκα, αλλά τζάμπα κόπος.

Καθώς ντυνόμουν, καυλωμένος και θυμωμένος, της παραπονέθηκα για το σέρβις:

«Ξέρεις, θα μπορούσες να δείξεις λίγη συμμετοχή. Αν είναι να κάνεις αυτή τη δουλειά, τουλάχιστον κάνε την καλά».

«Όχι», απάντησε, «δεν έχει νόημα». Κανείς δεν έρχεται ξανά στην ίδια κοπέλα. Ο κόσμος θέλει πάντα μια καινούργια, νέα επιλογή».

Ένιωσα ότι έπρεπε να της αποδείξω ότι έχει λάθος.

ΤΡΕΙΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Άρχισα μια νέα ζωή στο Άμστερνταμ. Έκανα ποδήλατο στη βροχή. Έφαγα στρουπβάφελς -μια ολλανδική σπεσιαλιτέ, βάφλες με σιρόπι- και ήπια μπύρα σε παραδοσιακά καφέ. Αλλά δεν την ξέχασα.

Μια ήσυχη Τετάρτη κατά τις οκτώ το βράδυ, βαριεστημένος και καυλωμένος, βγήκα από το διαμέρισμά μου και έκανα ποδήλατο στα σοκάκια μέχρι που ξαναβγήκα για μια ακόμη φορά στις μπουρδελογειτονιές.

Δεκάδες οικογένειες τουριστών βολτάριζαν όπως συνηθίζεται την ώρα εκείνη. Οι πατεράδες να κρυφογελούν πρόστυχα, οι μαμάδες «μη μου άπτου» και νευρικές, τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια να σκάνε στα γέλια. ΠΑΛΙ ΕΚΕΙΝΗ

Δεν μου πήρε ώρα να τη βρω. Ήταν εκεί, μερικές βιτρίνες πιο κάτω στην Dime Alley. Στεκόταν, αγέρωχη και σιωπηλή. Το στήθος πεταγμένο μπροστά, τα πόδια ανοιχτά και ένα ίχνος χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ξαναμπήκα στον μικρό κόκκινο κόσμο της.

Άσχετα με τον χώρο, νιώθεις καλά όταν πας από το κρύο έξω, σε μια όμορφη γυναίκα μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Την ρώτησα πώς τη λένε. Ολίβια. Την ρώτησα αν με θυμάται από την προηγούμενη φορά.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Πάει καιρός, τόσος κόσμος έχει περάσει από εδώ», μου είπε.

«Μπα, εννοείς ότι κάνεις έρωτα με άλλους άνδρες;», είπα. Γέλασε.

Ήμουν αποφασισμένος ότι αυτή τη φορά θα τα πήγαινα καλύτερα, έτσι της έδωσα 150€ με την ιδέα ότι έτσι θα αγόραζα και πιο αυθεντική συμμετοχή. Είχα δίκιο. Έβγαζε κραυγούλες, έκανε μορφασμούς, κουνιόταν, κρατούσε τα χέρια μου στους γλουτούς της, ανοιγόκλεινε τα θαλασσιά της μάτια.

«Πώς με θέλεις;» με ρώτησε, ενώ την είχα στα τέσσερα. Έμοιαζε σαν ξωτικό, καθώς ακουμπούσε απλά στους μηρούς της, χωρίς ίχνος τρίχας πέρα από τα πλούσια σκούρα μαλλιά της, τέλεια κουλουριασμένη. Οι ορμόνες έτρεχαν από το αδενικό μου σύστημα όπως ο σολομός στο ρέμα.

«Όπως είσαι», είπα.

Αφού έχυσα, είχα ακόμα πολύ χρόνο. Από τα 45 λεπτά που συμφωνήσαμε, είχα προς μεγάλη μου ντροπή, χρησιμοποιήσει μόνο τρία ή τέσσερα. Μου είπε ότι αν ξανα-καύλωνα, θα μπορούσαμε να το ξανακάνουμε. Κάτσαμε στο κρεβάτι και μιλήσαμε.

Την ρώτησα γιατί δεν πάει να παντρευτεί κανένα πλούσιο. Μου είπε ότι δεν της έκατσε κάτι τέτοιο. «Κάποιες κοπέλες είναι τυχερές. Γνωρίζουν έναν άντρα και τα πάνε καλά. Εγώ ήμουν άτυχη», είπε.

Της είπα ότι στη Νέα Υόρκη θα έβγαζε πολλά λεφτά. Φάνηκε να την ενδιαφέρει η πρόταση και με έβαλε να γράψω πάνω σε μια χαρτοπετσέτα τις λέξεις «Emperor's Club», «Five Diamonds» και «Girlfriend Experience». Της έγραψα επίσης, μήπως και της κάτσει, το όνομα του Έλιοτ Σπίτζερ.

Αποφάσισα να της την πέσω. «Θέλεις να κάνουμε παρέα; Όχι σεξ, να πάμε για ένα ποτό; Χωρίς δεσμεύσεις; Σαν φίλοι»; τη ρώτησα. Αν και μια τέτοια σχέση θα οδηγούσε στα σίγουρα σε μπελά είτε από κανένα νταβατζή ή από καμιά ασθένεια, το να βγάλεις γκόμενα μια πανέμορφη πόρνη του Άμστερνταμ φαινόταν ενδιαφέρουσα περίπτωση.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Γέλασε και μου έριξε τη χυλόπιτα. «Όχι, γιατί σε γνώρισα εδώ μέσα. Δεν κάνω φιλίες με τύπους που συναντώ εδώ».

«Γιατί;»

«Γιατί δεν μπορώ».

Μιλήσαμε για ακόμα είκοσι λεπτά, ξαπλωμένοι πάνω σε μια χάρτινη πετσέτα σαν πιτσουνάκια στην φωλιά τους. Ντύθηκα, την αγκάλιασα, μου χαμογέλασε με συναίσθημα και άνοιξε την πόρτα. Γύρισα να κοιτάξω καθώς έφευγα, μου έγνεψε και μου έστειλε ένα φιλάκι καθώς κατέβαινα την Dime Alley.

Επιστρέφοντας σπίτι, σταμάτησα σε ένα φαστφουντάδικο self-service. Καμιά εξυπηρέτηση, απλά ένα σύστημα παροχής φαγητού. Όμως σε αντίθεση με την θερμή απόλαυση στην άλλη μηχανή ηδονής, μπορείς να πάρεις αυτό που θες σπίτι σου.

Περισσότερα από το VICE

Ο Φωτογράφος των Μυστικών Οργίων στα Φτηνά Ξενοδοχεία του Μάντσεστερ

«Τηλεφώνησέ μου Τώρα, Νιώθω Μεγάλη Μοναξιά»: Μία Κοπέλα από τα 090 Μιλάει για τη Ζωή της

Φωτογραφίες από όσα Κρύβουν στα Συρτάρια τους οι Αναγνώστες του VICE

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.