FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Ξενάγηση στην Αθήνα με μια Πεντάχρονη Βασίλισσα της Νύχτας

Έξι ιστορικά σημεία της πόλης, μέσα σε τρεις ώρες.

Στην αρχή δεν ήθελα να πάω, με χαλούσε ο τίτλος, είχε κάτι βαρετό που θύμιζε σχολείο: Εορτασμός ημέρας ξεναγού – Κυνήγι θησαυρού, λέει. Μια πρωτοβουλία του Σωματείου Διπλωματούχων Ξεναγών που τελεί «υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων, του ΟΠΑΝΔΑ και της Εταιρείας Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών, με σκοπό να προσκαλέσει τους Αθηναίους με τα παιδιά τους να ανακαλύψουν μουσεία και μνημεία της Αθήνας». Τελικά αποφάσισα να κάνω μια απόπειρα -με ισχυρότερο κίνητρο να αναγκαστώ να ξυπνήσω νωρίς και να μην κοιμάμαι ως το μεσημέρι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σύμφωνα με τις οδηγίες, οι συμμετέχοντες έπρεπε να περάσουμε από έξι ιστορικά σημεία του κέντρου, να παρακολουθήσουμε μια σύντομη ξενάγηση, να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα [επειδή η μέρα είναι Κυριακή και η ζωή δύσκολη, η απάντηση μας δόθηκαν και σε χαρτάκι…], στο τέλος να καταθέσουμε τις απαντήσεις για να κερδίσουμε μία έξτρα ξενάγηση την επόμενη Κυριακή.

Το Camp ξεκινά από την πλατεία Κοτζιά -κάνουμε εγγραφή, παίρνουμε κι έναν καφέ στο χέρι και φύγαμε. Πρώτος σταθμός το Δημαρχείο της Αθήνας. Η διακόσμηση -όπως αυτά τα πλουμιστά ψηφιδωτά θρησκευτικού περιεχομένου και τα αλλοπρόσαλλα βιτρό- μου θυμίζει την ιδιοσυγκρασία των 4-5 τελευταίων δημάρχων: ένα κράμα σοβαροφάνειας και Αποκριάς. Το ίδιο το μέγαρο, πάντως, που χτίστηκε το 1874 επί δημαρχίας Π. Κυριακού και ανακατασκευάστηκε τη δεκαετία του ’30, είναι ένα παλαιάς κοπής διατηρητέο κτίριο, απλό και ωραίο.

Εμείς πρέπει να πάμε στην αίθουσα συνεδριάσεων και να δούμε μία τοιχογραφία 113 τ.μ. με μυθολογικά και ιστορικά θέματα, με τις φιγούρες του Περικλή και του Σωκράτη ζωγραφισμένες σε ροζ-μπλε-κίτρινες ονειρικές αποχρώσεις. Το έργο φιλοτεχνήθηκε λίγο πριν τον Β’ Π.Π. και θεωρείται ιστορικό, όπως και ο ζωγράφος του, ο Γιώργος Γουναρόπουλος, Έλληνας της Σωζόπολης, καλλιτέχνης της Γενιάς του Τριάντα, με διεθνή αναγνώριση. Ντρέπομαι λίγο -γιατί θα εκφέρω βλάσφημη γνώμη για ένα αναγνωρισμένο έργο τέχνης, χωρίς να είμαι τεχνοκριτικός- αλλά μοιάζει με ταπετσαρία της δεκαετίας του ’70. Η ταύτιση με το όραμα του Γουναρόπουλου είναι αδύνατη -παρόλα αυτά η ξενάγηση είναι ζωηρή και η απάντηση στο ερώτημά «ποιος είναι ο λαβωμένος ήρωας του 1821 που απεικονίζεται στην τοιχογραφία;» είναι ο «Καραϊσκάκης».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Προχωράμε. Προς «μία από τις πύλες των τειχών της αρχαίας πόλης, της οποίας τα θεμέλια βρίσκονται σήμερα μπροστά σε κτίριο τράπεζας στην οδό Αιόλου», πιάνουμε κουβεντούλα με τον ξεναγό, έναν αλέγρο τύπο με γυαλιά, μαύρα μαλλιά και μια ιδιότυπη προφορά. Η ξενάγησή του είναι ευχάριστή, περιεκτική και ανάλαφρη, βλέπει τις γνωστικές και κριτικές ικανότητες του γκρουπ και κινείται αναλόγως. Η πύλη για την οποία μας μιλάει και λάμπει ολόκληρος είναι η «Αχαρνική», απ’ την οποία ξεκινούσε αρχαία οδός που συνέδεε την Αθήνα με τους βόρειους δήμους της Αττικής.

Τρίτη στάση: η πλατεία των κήπων του Παλατιού, η σημερινή Κλαυθμώνος. Ψάχνουμε το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών (σπίτι άλλοτε του μεγαλέμπορου Στ. Δεκόζη Βούρου και προσωρινή κατοικία του Όθωνα και της Αμαλίας, το λεγόμενο Παλιό Παλάτι). Το πλαστικό ποτήρι καπουτσίνο με το κίτρινο καλαμάκι που κρατάω στα χέρια δεν αρμόζει σε ένα πρώην παλάτι, δίκιο έχουν οι υπάλληλοι του μουσείου που ευτυχώς είναι καλόκαρδοι, δεν μου το πετάνε, το βάζουν απλώς σε μια άκρη. To θέμα μας είναι «βρες τις διαφορές» ανάμεσα στον πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Jacques Carrey και μία μακέτα που απεικονίζει την Αθήνα του 1842. Ο μεν δείχνει τον Παρθενώνα πριν τον βομβαρδισμό της Ακρόπολης από τον Ναύαρχο Φραντσέσκο Μοροζίνι (17ος αι.), η δε τον Παρθενώνα μετά.

Λίγο παραπάνω, στην πλατεία Κολοκοτρώνη, μπροστά από την Παλαιά Βουλή και νυν Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, μαθαίνουμε ότι τα κανόνια δίπλα στη σκάλα ανήκαν στο Βριγαντίνο «Αθηνά», το ιστιοφόρο του Υδραίου αγωνιστή της Επανάστασης Γ. Σαχτούρη (πρoπάππους του Μίλτου) -ενώ μέσα στον σταθμό μετρό του Συντάγματος ακούμε μίνι διάλεξη για το πώς υδροδοτούσαν οι Αθηναίοι την πόλη τους και «ποια η διαφορά ανάμεσα στους αγωγούς ύδρευσης και τους αποχετευτικούς αγωγούς» (οι πρώτοι είναι στρογγυλοί με οπές, οι δεύτεροι είναι ορθογώνιοι, ανοιχτοί με καπάκι – υπάρχουν δείγματα και των δύο σε προθήκες μέσα στον σταθμό). Περίεργη είναι η ξενάγηση με τους αγωγούς, συμμετέχουν 1-2 οικογένειες με παιδιά και η κουβέντα, εκτός του ότι προχωράει αργά, προσαρμόζεται πάνω τους. Να ένα μικρό φάουλ της διοργάνωσης: σε μία ξενάγηση πόλης, άλλα ερωτήματα έχει ένας ενήλικας, άλλα μία πεντάχρονη-Βασίλισσα της Νύχτας (ντυμένη για κάποιο αποκριάτικο πάρτι αργότερα;), καλύτερα να ήμασταν χωριστά.

Τελευταίος σταθμός είναι η Ρωσική Εκκλησία της οδού Φιλελλήνων, που συνοδεύεται από την πιο ενδιαφέρουσα κουβέντα απ΄ όλες. O νεαρός ξεναγός μάς μιλάει για τον παραπόταμο του Ηριδανού πάνω στον οποίο οι Ρωμαίοι έφτιαξαν λουτρά, για το σύστημα θερμών αερίων (υπόκαυστο) που υπάρχει ακόμα κάτω απ’ το έδαφος (σ’ αυτό οδηγεί μια καταπακτή στο παρτέρι έξω απ’ την εκκλησία, που δεν την προσέχει κανείς) και φυσικά μας διηγείται όλη τη μακραίωνη ιστορία της βυζαντινής εκκλησίας, σε συμπιεσμένη δόση πέντε λεπτών.

Αυτό ήταν. Έξι ξεναγήσεις ιστορικών σημείων της Αθήνας, μέσα σε τρεις ώρες, με χαλαρό περπάτημα απ’ το ένα σημείο στο άλλο. Εύγε στο Σωματείο Διπλωματούχων Ξεναγών για τον πλούτο των πληροφοριών και τον τρόπο σύμπτυξής τους, εύγε και στους ξεναγούς προσωπικά, γιατί ήταν καλοί performers, πολύ πιο συναρπαστικοί απ’ όσο φανταζόμουν διαβάζοντας το κείμενό τους. Πέρασα ωραία, οπότε ακόμα κι εκείνη η ενθουσιώδης κυρία που, πάνω στην έξαψή της μην ξεχάσει τίποτα, μου πετούσε κατάμουτρα ψιλές, ολοστρόγγυλες βομβίτσες σάλιου, ένα μπραβίσιμο, το αξίζει.