Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE Canada.
Έκανα βόλτα στην οδό Adelaide Street. Ήταν κατακαλόκαιρο και μόλις είχα φτιάξει τα μαλλιά μου. Ήταν μακρύτερα από ότι τα τελευταία χρόνια και πιο ξανθά από ποτέ. Ένιωσα σαν την Gracie Hart στην ταινία Miss Congeniality, όταν εμφανίζεται μετά την περιποίησή της με εκείνο το φλοράλ κολλητό φόρεμα.
Μισή ώρα αργότερα, καθόμουν στη σκληρή, κολλώδη βινύλ καρέκλα στο γραφείο της γιατρού μου απαντώντας σε μια σειρά ερωτήσεων. «Φοβάσαι ότι κάτι κακό μπορεί να συμβεί; Έχεις πρόβλημα να συγκεντρωθείς σε πράγματα όπως το να διαβάσεις εφημερίδα ή να παρακολουθήσεις τηλεόραση;».
Μου πετούσε τις ερωτήσεις, τη μία μετά την άλλη, πριν να αναγγείλει τη μοίρα μου: «Έχεις σοβαρή αγχώδη διαταραχή και μέτριου βαθμού κατάθλιψη». Έκλαψα. Γοερά. Γιατί το γνώριζα.
Καταρχήν, ο λόγος που ήμουν στο γραφείο της γιατρού ήταν για να το ακούσω δυνατά και να αρχίσω να ασχολούμαι με το θέμα. Αυτή ήταν η πρώτη γιατρός που λάμβανε σοβαρά υπόψη τα παράπονά μου. Ήθελα να καθίσω στο πάτωμα του γραφείου της όλη την υπόλοιπη μέρα και να θάψω το πρόσωπό μου στον ώμο της και να έχω κάποιον να με ακούσει. Όμως αυτό κοστίζει χρήματα και δεν είναι η δουλειά της. Της ζήτησα να μου γράψει Ativan έτσι ώστε να μπορώ να σταματήσω τα πιο άγρια συμπτώματα και να μπορώ να επικεντρωθώ στη δουλειά μου. Μου έδωσε ένα, μαζί με ένα κουτί Kleenex και ένα μπλε Post-It με το όνομα ενός βιβλίου.
Έφυγα νιώθοντας χειρότερα από ότι όταν πήγα. Νόμιζα ότι θα ένιωθα ανακουφισμένη αλλά ένιωθα σαν αποτυχημένη. Ήμουν κομμένη στα δύο: υπήρχε μια όμορφη, υγιής, ικανή «εγώ» που φαινόταν να είχε παρατήσει την άρρωστη, άσχημη κι αβοήθητη πλευρά μου. Αισθάνθηκα ότι δεν υπήρχε κανένας τρόπος μεταξύ μας επανασύνδεσης.
Έτσι, κατέρρευσα ακόμα περισσότερο. Υπαγόρευσα την κατάθλιψή μου. Σταμάτησα να κάνω πράγματα. Σταμάτησα να γράφω θέματα. Ένιωσα άγχος για αυτό. Υπήρχαν μέρες, πέρυσι το καλοκαίρι, που δεν έβγαινα από το σπίτι. Αυτοθεραπευόμουν. Κάπνιζα ένα τσιγαριλίκι και γινόμουν παρανοϊκή. Ένιωθα ότι κυλιόμουν στο έκστασις αλλά χωρίς ευχαρίστηση: η ενέργεια ήταν απίστευτη αλλά οι σκέψεις όλες κακές. Ήθελα να σκοτώσω με τον πλέον άτσαλο τρόπο, ανθρώπους που τραγουδούσαν το «Happy» του Pharrell. Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι, ήταν σαφές πως προσπαθούσαν έχοντας πρόθεση να με ενοχλήσουν. Αλλά εξακολουθούσα να «μασάω» στην πολιτισμική απαίτηση ότι πρέπει να είμαστε ευτυχισμένοι εάν περιμένουμε να μας αγαπήσουν. Επειδή δεν μπορούσα να είμαι ευτυχισμένη, έμεινα στο σπίτι.
Το τηλέφωνό μου δεν βοήθησε. Ήταν ένα άρρωστο εξάρτημα. Θα ξυπνούσα με το χτύπημά του και θα περνούσα μια ώρα κυλώντας πάνω-κάτω την οθόνη, και θα καιγόμουν από ζήλια με τα επιτεύγματα άλλων ανθρώπων. Οι άνθρωποι όπως τους γνωρίζουμε χάνουν εντελώς τους τρόπους τους στο διαδίκτυο και καυχιόνται για κάθε τους νίκη. Εννοώ, το κάνω κι εγώ, αλλά είναι βασανιστικό να το βλέπεις όταν υποφέρεις ψυχικά και δεν νιώθεις ικανή να παράγεις κάτι που να αξίζει. «Γαμώτο, αυτό το άτομο που δεν μπορώ να αντέξω, είναι στην τηλεόραση. Αυτό το κωλό-άτομο έκλεισε συμφωνία για βιβλίο. Αυτό το άτομο είναι πολύ πιο αδύνατο από μένα». Λες στον εαυτό σου ότι δεν θα είσαι ποτέ αρκετά έξυπνος ή αρκετά άξιος, οπότε ίσως καλύτερα να τα παρατήσεις.
Ξέρω ότι δεν έχω μόνο εγώ αυτά τα συναισθήματα. Περίπου το 12% των Καναδών αντιμετωπίζουν πρόβλημα αγχώδους διαταραχής
Αλλά δεν μπορούσα να στρέψω αλλού την προσοχή μου. Το άγχος μου με κρατούσε κολλημένη στην οθόνη για ώρες κάποιες φορές, από φόβο ότι θα χάσω κάτι σημαντικό. Αυτή η ευερεθιστότητα επιδεινωνόταν από το ότι δεν μπορούσα ποτέ να κοιμηθώ αρκετά. Ακόμα κι αν κοιμόμουν για 10-12 ώρες, ξυπνούσα και ένιωθα εξαντλημένη. Έγραφα αλλά πολλά δεν έβγαζαν νόημα. Δεν μπορούσα να τα συντάξω γιατί είχα πείσει τον εαυτό μου ότι δεν ήμουν πραγματική συγγραφέας.
Ξέρω ότι δεν έχω μόνο εγώ αυτά τα συναισθήματα. Περίπου το 12% των Καναδών αντιμετωπίζουν πρόβλημα αγχώδους διαταραχής. Σύμφωνα με την ένωση Canadian Mental Health Association, ένας στους δέκα Καναδούς αντιμετωπίζει προβλήματα αγχώδους διαταραχής, όπως φοβίες και διαταραχές πανικού (Θα έλεγα ότι το ποσοστό είναι μικρό συγκριτικά με την πραγματικότητα, καθώς χρειάζεται να έχεις μια οικονομική άνεση για να έχεις πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη).
Παρά το γεγονός πως πρόκειται για μια τόσο συνηθισμένη ασθένεια, δεν γνώριζα πάντα τι ένιωθαν οι άνθρωποι όταν έλεγαν πως έχουν αγχώδη διαταραχή. Από την εμπειρία μου, ξέρω ότι το ίδιο συμβαίνει στους περισσότερους ανθρώπους. Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, μια φίλη την τελευταία χρονιά αποφάσισε να μην τελειώσει και να μην πάρει το πτυχίο της. Της είχαν απομείνει ελάχιστα μαθήματα. Είπε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το άγχος που της προκαλούσε η σχολή και περιέγραψε ότι πονούσε το στομάχι της, έκλαιγε και δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει τις εργασίες της. Άκουσα και κούνησα το κεφάλι όπου ήταν σωστό, αλλά προσωπικά πίστευα ότι έπρεπε να το καταπιεί και να τελειώσει με τα λίγα μαθήματα που είχαν απομείνει.
Ένιωσα το ίδιο πράγμα αργότερα, όταν μια άλλη φίλη θα περιέγραφε τη σχετική με τα ραντεβού αγχώδη διαταραχή της. Πάλι, άκουσα… αλλά σκέφτηκα ότι έπρεπε να συνέλθει.
Το άγχος δεν μου ήταν ξένο συναίσθημα, αλλά όταν το ένιωθα, ήταν πάντα ήπιο. Επίσης πάντα αφορούσε κάτι που ήταν βραχύβιο: δεν θα προλάβαινα μια προθεσμία, τσακωνόμουν με μια φίλη. Ξεπερνούσα ότι με ενοχλούσε και ο πανικός μου υποχωρούσε. Δεν υπέφερα συνεχώς.
Όταν έχω άγχος, τα χέρια μου τρέμουν και ιδρώνουν, η καρδιά μου ανεβαίνει στον λαιμό μου, γίνεται δύσκολο να αναπνεύσω και περνάω κάθε λεπτό καταστροφολογώντας.
Η σοβαρή αγχώδης διαταραχή προέκυψε πριν από μερικά χρόνια. Να τι συνέβη: ένας εκδότης μου έστειλε mail λέγοντας ότι πρέπει να του τηλεφωνήσω. Αμέσως έβγαλα το συμπέρασμα ότι ανακάλυψαν πως γράφω χάλια και δεν θέλουν να ακούσουν ξανά για μένα. Αυτό ή ότι κάποιος με μήνυσε. Συναισθηματικό πανδαιμόνιο.
Η ασθένεια δεν έχει συμπτώματα μόνο ανησυχίες. Υπάρχουν και σωματικά συμπτώματα επίσης και εκείνα είναι που συχνά κάνουν τόσο δύσκολο το να λειτουργήσεις. Όταν έχω άγχος, τα χέρια μου τρέμουν και ιδρώνουν, η καρδιά μου ανεβαίνει στο λαιμό μου, γίνεται δύσκολο να αναπνεύσω και περνάω κάθε λεπτό καταστροφολογώντας μέχρι να ολοκληρωθεί το τηλεφώνημα και να τελειώσει όλο αυτό.
Αυτά τα συναισθήματα με κυριεύουν σε ποικίλες καταστάσεις, αλλά συνδέονται κυρίως με τη δουλειά. Όταν κατάλαβα για πρώτη φορά ότι είχα άγχος, δούλευα για ένα μέσο ενημέρωσης τότε και το αφεντικό μου ήταν μαλάκας. Προσπαθούσε πάντα να με εκφοβίσει για να δουλεύω περισσότερο από ότι ήταν δυνατό για την προετοιμασία της επόμενης μέρας, ακόμα και 12ωρα. Είχα έναν αριθμό άρθρων που έπρεπε να γράφω κάθε μήνα και κανένα συμβόλαιο. Ο τύπος με εκφόβιζε σκόπιμα και το μήνυμα πίσω από τις λέξεις κάθε φορά που είχαμε σύσκεψη ήταν ότι μπορούσα να απολυθώ ανά πάσα στιγμή.
Από τότε που διαγνώστηκα με αγχώδη διαταραχή, περνάω πολύ χρόνο ακούγοντάς με και προσπαθώντας να εντοπίσω τη ρίζα του προβλήματος μόνη μου. Τώρα συνειδητοποιώ ότι το άγχος μου κατά κύριο λόγο σχετίζεται με το φόβο της αποτυχίας. Μισώ ακόμα και τη λέξη άγχος. Στα αυτιά μου ηχεί σαν εγκατάλειψη, σαν αδυναμία. Σαν να μην μπορείς να χειριστείς τον εαυτό σου. Η σκοτσέζικη νοοτροπία της οικογένειάς μου σχετίζεται άμεσα με αυτή τη λογική. Η οικογένειά μου δεν πιστεύει στη θεραπεία. Δεν πιστεύει ούτε στις διαταραχές άγχους. Ο παππούς μου ήταν σύμβουλος σε μια φυλακή και ο πατριός μου έχει στρατιωτικό υπόβαθρο. Είναι γνωστό ότι για τους ανθρώπους με ψυχικά προβλήματα υγείας λέει πως χρειάζονται «δεξιότητες διαχείρισης». Ας πούμε ότι δεν υπήρχε χώρος για οτιδήποτε κάτω από Β+ και να είμαι σπίτι ακριβώς την ώρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Το να τα σκατώσω δεν ήταν επιλογή.
Οι χειρότερες πτυχές τού να έχεις άγχος, είναι η έλλειψη κατανόησης από τους άλλους και το αίσθημα ότι στην πραγματικότητα δεν αξίζω να υποφέρω από αυτά τα βάσανα.
Από τότε που εμφάνισα πιο σοβαρή αγχώδη διαταραχή, προσπάθησα να εξηγήσω στους ανθρώπους τι είναι αυτό το οποίο αντιμετωπίζω. Βρίσκω ότι ο κόσμος αντιδρά κατά κύριο λόγο όπως και η οικογένειά μου: είτε πιστεύουν ότι παίζω θέατρο, ή ρωτάνε τι είναι αυτό που προκαλεί το άγχος. Ο κόσμος συνήθως ρωτάει «γιατί», λες και αν εντοπίσεις την αιτία, θα γίνεις καλύτερα. Αυτή η ερώτηση είναι εξωφρενική. Όλα είναι η αιτία. Κάποιες φορές υπάρχουν γεγονότα που το πυροδοτούν, αλλά συνήθως, ξυπνάς και ξέρεις ότι η μέρα θα είναι ξεγραμμένη γιατί το δικό σου μυαλό σε έχει προδώσει και η αιτία είναι εντελώς σαφής. Όπως έγραψε η Eleanor Morgan την προηγούμενη εβδομάδα στο VICE «το άγχος είναι η "τι θα γινόταν αν…" ασθένεια».
Στην πραγματικότητα είναι προσβλητικό να υπονοήσει κανείς ότι εάν ένα άτομο ξεπεράσει το πρόβλημα με το δικό του τρόπο και απλά προσδιορίσει τι είναι αυτό που προκαλεί μια τόσο περίπλοκη κατάσταση και κάνει χαρούμενες σκέψεις, θα θεραπευτεί. Εάν δεν μπορώ να ταυτοποιήσω τι είναι αυτό που με ανησυχεί, αυτό με αγχώνει ακόμα περισσότερο γιατί α) αυτό το πράγμα κρύβεται στο σκοτάδι και β) πρέπει να είμαι πιο αποτυχημένη από ότι νόμιζα εάν δεν μπορώ να ταυτοποιήσω τα ίδια μου τα συναισθήματα.
Αλλά οι χειρότερες πτυχές αυτής της νόσου, για μένα, είναι η έλλειψη κατανόησης από τους άλλους και το αίσθημα ότι στην πραγματικότητα δεν αξίζω να υποφέρω από αυτά τα βάσανα.
Οι εργοδότες μου δεν το κατάλαβαν. Το είπα σε αρκετούς από αυτούς γιατί ένιωθα ότι η ασθένειά μου επηρέαζε τη δουλειά μου. Είπα σε έναν εκδότη ότι χρειαζόμουν αύξηση γιατί η αμοιβή μου μόλις που κάλυπτε το νοίκι, τα είδη πρώτης ανάγκης και πως ήμουν άρρωστη και χρειαζόμουν φάρμακα. Είπε ότι θα έπρεπε να δουλεύσω περισσότερες ώρες (ήδη θεωρούνταν δεδομένο ότι ήμουν διαθέσιμη όλες τις ώρες). Σε έναν άλλον είπα ότι ήμουν άρρωστη και ότι θα ήθελα να κάνω χρήση του περίεργου τρόπου εργασίας από το σπίτι. Είπε ότι ήμουν τεμπέλα δημοσιογράφος και μη παραγωγική.
Έτρεμα να γράψω αυτό το κομμάτι για πολύ καιρό. Δεν ήθελα να στιγματιστώ από μελλοντικούς εργοδότες ως κάποια που «δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει».
Ούτε οι γιατροί το κατάλαβαν. Πήγα να δω τον οικογενειακό γιατρό όταν ήμουν 19 ετών και κατάλαβα για πρώτη φορά ότι έχω κατάθλιψη. Έλειπε σε άδεια μητρότητας. Είπα στη γυναίκα που την αντικαθιστούσε ότι σκεφτόμουν να αυτοκτονήσω. «Γλυκιά μου» είπε «χρειάζεσαι περισσότερο ύπνο». Περίπου δυο χρόνια πριν, πήγα ξανά για να δω εάν μπορούσαν να μου δώσουν φάρμακα που θα με βοηθούσαν να αντιμετωπίσω το άγχος. Ο γιατρός ήταν κάθετος λέγοντας ότι όλοι, κάποια στιγμή, αντιμετωπίζουμε συναισθήματα σαν κι αυτά. Δούλεψε λιγότερο. Κοιμήσου περισσότερο.
Οι σύντροφοι επίσης απέτυχαν να ακούσουν αυτό που έλεγα. Εκείνη, την ίδια χρονιά, πέρασα ένα τσουχτερό φθινοπωρινό απόγευμα στο Τορόντο κλαίγοντας, μπρούμυτα στο πάτωμα της κουζίνας μου. Τηλεφώνησα στο τότε αγόρι μου και του είπα ότι σκεφτόμουν πολύ να αυτοκτονήσω. Μου είπε ότι είχε να οργανώσει ένα πάρτι και πως σκεφτόταν ότι ήμουν μελοδραματική.
Σηκώθηκα από το πάτωμα, έβαλα λίγο μέικαπ και βγήκα να πάω στο πάρτι. Είπα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να συνέλθω. Τι λόγο είχα για να νιώθω τόσο άθλια; Έχω ωφεληθεί σχεδόν από κάθε προνόμιο που υπάρχει και τόσοι πολλοί άνθρωποι έχουν σοβαρότερους λόγους να είναι αγχωμένοι και καταθλιπτικοί από ότι εγώ.
Λόγω των απαντήσεων που έλαβα όταν «ομολόγησα» αυτά τα θέματα, έτρεμα να γράψω αυτό το κομμάτι για πολύ καιρό. Δεν ήθελα να στιγματιστώ από μελλοντικούς εργοδότες ως κάποια που «δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει». Αλλά έπειτα, συνειδητοποίησα ότι «δεν γαμιέται, δεν θέλω να δουλεύω για κάποιον που δεν έχει συμπόνοια για άτομα με ψυχολογικά προβλήματα». Ήθελα να μοιραστώ όλο αυτό γιατί παρουσιάζουμε μόνο τον καλύτερο εαυτό μας στον έξω κόσμο, αλλά όλοι δίνουμε αγώνα κατά κάποιο τρόπο. Ανεξάρτητα από το πόσο ευτυχισμένη μπορεί να φαίνομαι, έχω τις μαύρες μέρες μου όπου το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να παλέψω με τον εαυτό μου. Εάν είστε στην ίδια κατάσταση, δεν είστε μόνοι.
Ποτέ δεν θα πάψω να βιώνω αυτές τις καταστάσεις- δεν υπάρχει θεραπεία. Αλλά υπάρχει τρόπος διαχείρισης και κάνω πρόοδο.
Επίσης αποφάσισα να το αντιμετωπίσω μόνη μου προς το παρόν. Όταν διαγνώστηκα, δεν μπορούσα να αντέξω οικονομικά τη θεραπεία και δεν ήμουν έτοιμη για αυτό. Και σήμερα, σημειώνω πρόοδο στη διαχείριση αυτών των ζητημάτων. Δουλεύω σκληρά για να καταλάβω τι πυροδοτεί το πρόβλημά μου. Γράφω για τις εμπειρίες που με κάνουν να νιώθω ότι διαλύομαι. Σταμάτησα τη χρήση ναρκωτικών για διασκέδαση (κατά κύριο λόγο). Έχω επαναδεσμευτεί με το διαλογισμό και τη γιόγκα. Πάνω απ'όλα έμαθα να είμαι συμπονετική με τον εαυτό μου. Ποτέ δεν θα πάψω να βιώνω αυτές τις καταστάσεις - δεν υπάρχει θεραπεία. Αλλά υπάρχει τρόπος διαχείρισης και κάνω πρόοδο.
Αυτές οι στρατηγικές δεν θα έχουν αποτέλεσμα για όλους. Και η θεραπεία δεν είναι κάτι που έχω αποκλείσει. Αλλά προς το παρόν, το να μαθαίνω να είμαι εκεί για τον εαυτό μου είναι το πιο σημαντικό πράγμα.
Και θεωρώ ότι δεν νιώθω πλέον την ανάγκη να ξεκοιλιάσω τους χαρούμενους ανθρώπους - τουλάχιστον τις καλές μέρες.