Σαν Σήμερα

Η Μέρα που Γεννήθηκε και Πέθανε ο Τσιτσάνης, ο Άνθρωπος που Άλλαξε την Ελληνική Μουσική για Πάντα

Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1915 και πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1984.
18.1.18

«Θυμάμαι αποβραδίς είχε γίνει μπλόκο από τους Γερμανούς σ’ ένα κουτούκι και κανείς μας δεν ήξερε, ποιος θα φύγει ζωντανός από μέσα. Μ’ έβαλαν και έπαιζα μέχρι το πρωί. Το χάραμα μας άφησαν να φύγουμε. Έξω το χιόνι ήταν στρωμένο και όπως πήγαινα για το σπίτι, είδα τόπους-τόπους πηχτό κόκκινο αίμα. Μέσα στο λίγο φως, είδα το παλικάρι που ήταν σκοτωμένο. Γύρισα σπίτι μου και έγραψα το τραγούδι».

Αυτά τα λόγια είναι του Βασίλη Τσιτσάνη και περιγράφουν -σε μια συνέντευξή του στον Γιώργο Λιάνη- πώς εμπνεύστηκε τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», το εμβληματικότερο τραγούδι ενός από τους εμβληματικότερους συνθέτες στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Το καλλιτεχνικό μεγαλείο του Τσιτσάνη δεν έγκειται μονάχα στην αυταξία της μουσικής του ιδιοφυΐας, αλλά και στο γεγονός ότι οι μελωδίες και οι στίχοι του διηγούνται με τρόπο απαράμιλλο την ταραχώδη ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννιέται στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στις 18 Ιανουαρίου 1915 από Ηπειρώτες γονείς. Η οικογένειά του έχει άλλα τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Μικρός ακόμη, ο Βασίλης παίρνει τα πρώτα μουσικά ερεθίσματα από τον πατέρα του -που αν και τσαρουχάς στο επάγγελμα, έχει ένα μαντολίνο με το οποίο παίζει κλέφτικα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας του- και την εκκλησία, όπου ακούει βυζαντινές ψαλμωδίες. Σε ηλικία 11 ετών, ο Βασίλης χάνει τον πατέρα του και πιάνει για πρώτη φορά στα χέρια του το μουσικό όργανό του, το οποίο στο μεταξύ κάποιος οργανοποιός έχει μετατρέψει σε μπουζούκι.

Στα χρόνια του εξατάξιου Γυμνασίου, ο έφηβος Τσιτσάνης μαθαίνει βιολί, παίρνοντας μέρος σε τοπικές μουσικές εκδηλώσεις, ενισχύοντας έτσι το πενιχρό οικογενειακό εισόδημα. Ωστόσο, από εκείνα τα χρόνια, το μπουζούκι -ένα όργανό λαϊκό και ταυτόχρονα περιθωριοποιημένο- τον γοητεύει και τον ωθεί να συνθέσει τα πρώτα τραγούδια του, σε ηλικία 15 χρόνων.

Το φθινόπωρο του 1936, ο Βασίλης Τσιτσάνης εγκαταλείπει τα Τρίκαλα, για να σπουδάσει νομικά στην Αθήνα. Πιάνει δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια», για να συμπληρώσει το εισόδημά του και τον επόμενο χρόνο γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, χάρη στον οποίο ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι, με τίτλο «Σ’ έναν Τεκέ Μπουκάρανε» (1937), στη δισκογραφική εταιρεία Οντεόν. Ακολουθούν τα «Να Γιατί Γυρνώ», «Γι’ Αυτά τα Μαύρα Μάτια σου» και πολλά ακόμη τραγούδια που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο σπουδαίος Μάρκος Βαμβακάρης.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης στο διάσημο κέντρο διασκέδασης «Ροσινιόλ» το 1950. Από αριστερά διακρίνονται οι Ανέστης Αθανασίου, Τσιτσάνης, Νίνου, Γιώργος Μανισαλής, Βάγιας (βιολί), Γιαννάκης, Μεταξάς.

O Βασίλης Τσιτσάνης (τρίτος από αριστερά) το 1949, πλάι στους Μεϋσούτη, Νίνου, Γιώργο Μανισαλή (ο «κοριός», Θανάσης Γιαννόπουλος και Νικολέσκο.

Εκείνη την περίοδο, η Ελλάδα βρίσκεται υπό τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, που απαγορεύει τα τραγούδια του «περιθωριακού» ρεμπέτικου, αλλά και ανατολίτικες μελωδίες που θεωρούνται «τουρκόφερτες». Αυτό κάνει τον Τσιτσάνη να εισαγάγει δυτικότροπες μελωδίες στα τραγούδια του, με αποτέλεσμα να εγκαινιάσει ένα νέο είδος λαϊκού τραγουδιού, που απευθύνεται σε ευρύτερες μάζες, σε σύγκριση με το ρεμπέτικο τραγούδι, που μέχρι τότε προοριζόταν για ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών.

Την άνοιξη του 1938, ο Τσιτσάνης ξεκινά τη στρατιωτική θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, ο ίδιος δεν γίνεται ποτέ το πρότυπο του στρατιώτη που προωθεί η μεταξική δικτατορία, μιας που δεν γυρίζει ποτέ στην ώρα του, μετά από τις άδειες. Η απείθαρχη συμπεριφορά του εξοργίζει τους διοικητές, που τον βάζουν να περάσει μερόνυχτα στο πειθαρχείο. Εκεί, ο Τσιτσάνης θα γράψει την «Αρχόντισσα», ένα από τα ωραιότερα και διασημότερα τραγούδια της καριέρας του, ενώ εκείνα τα χρόνια θα γνωρίσει τη Ζωή Σαμαρά, τη γυναίκα με την οποία αργότερα θα παντρευτεί και θα αποκτήσει δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.

«Όταν δούλευα είχα σκοπό να δώσω κάτι καλύτερο από εκείνο που άφησα την προηγούμενη». Χειρόγραφο του Βασίλη Τσιτσάνη.

Την περίοδο της Κατοχής, ο Τσιτσάνης παραμένει στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει το «Ουζερί Τσιτσάνη», ένα κουτούκι στην οδό Παύλου Μελά 22. Είναι τα χρόνια που ο λαϊκός μουσουργός θα συνθέσει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του («Αχάριστη», «Μπαξέ Τσιφλίκι», «Τα Πέριξ», «Νύχτες Μαγικές», «Ζητιάνος της Αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή»), τα οποία θα ηχογραφηθούν μετά το τέλος του πολέμου.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Βασίλης Τσιτσάνης επιστρέφει στην Αθήνα και ξεκινάει εκ νέου τις ηχογραφήσεις. Παρότι πολλά τραγούδια του λογοκρίνονται τις Αρχές, ο Εμφύλιος και τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια της ελληνικής κοινωνίας τον εμπνέουν και κάνουν τη δεκαετία 1945-1955 μια από τις κορυφαίες της καριέρας του, αφού γνωρίζει ευρεία καταξίωση στη δισκογραφία και το κοινό. Αρκεί να αναφέρουμε ότι τότε κυκλοφορούν οι επιτυχίες «Είμαστε Αλάνια», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα Βουνά», «Πέφτεις σε Λάθη», «Ξημερώνει και Βραδιάζει» και «Καβουράκια». Παράλληλα, ο Βασίλης Τσιτσάνης φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Σύμφωνα με το Μουσείο Τσιτσάνη, αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται τόσο από «μελωδικό πλούτο», όσο και από υψηλή «δεξιοτεχνία στην απόδοση πολλών από αυτά τα τραγούδια», με χαρακτηριστικές τις πλούσιες μουσικές εισαγωγές, που συχνά είναι τρεις -ταξίμι, προεισαγωγή, εισαγωγή-, κάτι που αποτελεί δείγμα «ιδιαίτερης σπουδής και απίστευτης ευχέρειας στη μελωδική έκφραση».

Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, στο λαϊκό τραγούδι κυριαρχούν αραβικές και ινδικές μελωδίες, τις οποίες ο Τσιτσάνης προσπαθεί να εισάγει στο ρεπερτόριό του, χωρίς να χάσει το προσωπικό του ύφος. Αυτό πρόκειται να διαφοροποιήσει, ως προς το ύφος, τα τραγούδια που θα γράψει τις επόμενες δεκαετίες και θα ερμηνεύσουν οι μεγαλύτεροι λαϊκοί τραγουδιστές της εποχής, όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος και η Καίτη Γκρέυ. Η αλλαγή στο ύφος δεν θα επηρεάσει την επιτυχία του Τσιτσάνη, όπως δείχνει η τεράστια αποδοχή πολλών τραγουδιών που θα κυκλοφορήσουν τις επόμενες τρεις δεκαετίες, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα «Ίσως Αύριο», «Τα Λιμάνια», «Τα Ξένα Χέρια», «Απόψε στις Ακρογιαλιές», «Της Γερακίνας Γιος» και «Δηλητήριο στη Φλέβα».

Με πρωτοβουλία της UNESCO, το 1980 ηχογραφείται ο διπλός δίσκος Χάραμα, που πήρε τον τίτλο του από το μαγαζί στο οποίο εμφανιζόταν ο Τσιτσάνης τα τελευταία 14 χρόνια της ζωής του. Ο δίσκος περιλαμβάνει μια σειρά από κλασικά τραγούδια του, αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Το άλμπουμ κυκλοφορεί στη Γαλλία και το 1985 κερδίζει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross.

Ο Τσιτσάνης δεν πρόλαβε να δει τη βράβευση των τραγουδιών του, καθώς στις 18 Ιανουαρίου 1984, την ημέρα των γενεθλίων του, αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας επέμβασης στους πνεύμονες. Μέχρι και λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, εμφανιζόταν κανονικά στο «Χάραμα» και προετοίμαζε την ηχογράφηση νέων τραγουδιών

Ο Βασίλης Τσιτσάνης θα μείνει στην ιστορία, επειδή προκάλεσε μια επανάσταση στο λαϊκό τραγούδι, μπολιάζοντάς το με δυτικά μουσικά στοιχεία και με νέα όργανα -χάρη σε εκείνον, το πιάνο και το ακορντεόν έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ορχήστρας-, καταφέρνοντας να βγάλει το ρεμπέτικο από το περιθώριο. Σύμφωνα με τον μουσικολόγο Λάμπρο Λιάβα, ο Τσιτσάνης «έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του περιθωρίου, όπου το είχαν τάξει τα αντικοινωνικά και ανατολίτικα στοιχεία του, για να το εντάξει στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδος. Καθιέρωσε νέο ύφος παιξίματος και τραγουδιού με τον εξευρωπαϊσμό-συγκερασμό των κλιμάκων, αρμονίες με δεύτερες και τρίτες φωνές, εμπλουτισμένη ενορχήστρωση και καινοτομίες στην ποιητική δομή, όπου για πρώτη φορά το λαϊκό τραγούδι απομακρύνθηκε από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου, επισημοποιώντας το ρόλο του ρεφρέν». Με άλλα λόγια, χάρη στον Βασίλη Τσιτσάνη, για το λαϊκό τραγούδι πάντα ξημερώνει και ποτέ δεν βραδιάζει, πάντα στον δικό του τον σκοπό.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Περισσότερα από το VICE

Ο Αγγελιοφόρος του Άρη Βελουχιώτη στην Ήπειρο Μιλάει για τις Μέρες του Δίπλα στον Καπετάνιο

Τα Καλύτερα Video Games που Περιμένουμε Μέσα στο 2018

Το Μυστήριο της Ανθρωποκτονίας που Έγινε Δίπλα στη ΓΑΔΑ Αλλά Δεν Εξιχνιάστηκε Ποτέ

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.