Εμετοί και Ντισκομπάλες: Αυτές Είναι οι Χειρότερες Ιστορίες μας από Φουρτούνες στις Ελληνικές Θάλασσες

Mα καλά, ποιος ταξιδεύει με εννιά μποφόρ;
VICE Staff
Κείμενο VICE Staff
23.8.17
Φωτογραφία: Pixabay

Τα καλοκαιρινά μελτέμια μπορεί να είναι ευεργετικά όταν είσαι στη στεριά και σκας από τη ζέστη, όμως μπορεί να γίνουν εφιάλτης αν σε πετύχουν στη θάλασσα. Οι περισσότεροι έχουμε να θυμόμαστε περιπτώσεις που το πλοίο έγερνε σαν να επρόκειτο να βυθιστεί, που είχαμε πάρει μία καρτέλα δραμαμίνες για να αντέξουμε και γίναμε άσπροι σαν πανί από τον φόβο μας.

Το πλοίο κουνούσε κι εγώ κουνιόμουν στην ντίσκο

Δεν θα το ξεχάσω κι ας ήμουν παιδάκι κάπου στα έξι-επτά. Ταξιδεύαμε με το πλοίο για Ρόδο. Θυμάμαι, ήταν μεγάλο σαν κρουαζιερόπλοιο και είχε μέσα μέχρι και πισίνα και ντίσκο. Είχαμε πάρει το βραδινό μαζί με τους γονείς μου και μία ακόμα οικογένεια φίλων. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που άρχισε να κουνάει σαν τρελό και από τα μεγάφωνα μας ενημέρωσαν ότι ταξιδεύουμε με εννέα μποφόρ, δηλαδή απαγορευτικό σε άλλη περίπτωση. Μέσα στο σαλόνι οι πάντες είχαν μπροστά τους χάρτινες σακούλες για τον εμετό. Όποιος προσπαθούσε να περπατήσει στο πλοίο έμοιαζε με μεθυσμένο που κάνει οκτάρια. Εγώ απτόητη. Ήθελα σώνει και ντε να πάω στην ντίσκο που μου είχε υποσχεθεί ο μπαμπάς μου για να χορέψω εκείνο το βράδυ. Έτσι κι έγινε. Όσο το πλοίο κουνούσε και οι επιβάτες ξερνούσαν, εγώ ήμουν η μοναδική που χόρευε κάτω από την ντισκομπάλα. Σαν την ορχήστρα του Τιτανικού.
- Μελπομένη Μαραγκίδου

Ο άλλος ξερνούσε κι εγώ γελούσα

Πριν από κάποια χρόνια, είχα ξεκινήσει από τον Πειραιά με ένα πλοίο τύπου Δελφίνι για να πάω σε ένα νησί, που δεν θυμάμαι ποιο ήταν. Όλα έδειχναν πως θα έχουμε ένα ήσυχο ταξίδι: Ήταν μια όμορφη μέρα με ελάχιστο αέρα και η διάθεσή μας ήταν χαλαρή. Την ώρα που ταξιδεύαμε, έπαιζε η Εθνική Ελλάδας ποδόσφαιρο, οπότε θα πενρούσε και η ώρα. Όμως, κάπου στη μέση της πορείας μας, συνέβη κάτι που παραλίγο να μας στείλει στον πάτο της θάλασσας. Πέσαμε πάνω σε ένα τρελό μπουρίνι, το οποίο σήκωνε τεράστια -τουλάχιστον στη μνήμη μου- κύματα που, με μια δόση υπερβολής, θύμιζαν την ταινία «Η Καταιγίδα». Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι το γεγονός ότι κάθε φορά που βρισκόμασταν ψηλά στο εκάστοτε κύμα, αισθανόμουν το «δελφίνι» να μένει στον αέρα και να σκάει ξανά στο νερό. Λογικά, βέβαια, αυτό συνέβαινε στο μπροστινό του μέρος. Η πρώην κοπέλα μου με την οποία ταξίδευα, είχε χλωμιάσει από την τρομάρα της και δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι εγώ γελούσα - ένας τύπος μπροστά ξερνούσε σαν να μην υπάρχει αύριο και ο ήχος που έκανε μου προκαλούσε νευρικό γέλιο. Αυτό, σε συνδυασμό με τη σημασία του αγώνα της Εθνικής, με κράτησαν από το να πανικοβληθώ. Τελικά φτάσαμε στον προορισμό μας σώοι και αβλαβείς, αλλά μέχρι και σήμερα πιστεύω ότι αυτό που που περάσαμε ήταν κάτι που δεν το είχαν υπολογίσει ούτε οι ίδιοι οι ναυτικοί. Δεν υπήρχε περίπτωση να μας άφηναν να φύγουμε περνώντας μέσα από όλο αυτό.
-Αντώνης Κωνσταντάρας



Ο θαλασσόλυκος που έβγαλε ό,τι είχε φάει

Ήταν να επιστρέψω πριν από μερικά χρόνια από Λέρο. Ο καιρός ήταν πολύ κακός και ήταν πολύ πιθανό να «παίξει» απαγορευτικό. Τελικά, ο απόπλους έγινε κανονικά. Όντας προετοιμασμένος για το κύμα που με περίμενε, αποφάσισα να βρω μία γωνία στο πλοίο και να καθίσω οκλαδόν, για καλύτερη ισορροπία. Μετά τον απόπλου, τα αντικείμενα άρχισαν να φεύγουν από από τα τραπέζια. Όμως το χειρότερο ήταν ότι, για κακή μου τύχη, ένας μεσήλικος κύριος κάθισε δίπλα μου και άρχισε να μου διηγείται ιστορίες από άλλες φουρτούνες και πώς τις είχε αντιμετωπίσει. «Αγόρι μου, σηκωνόταν το πλοίο και βουτούσε με την πλώρη μέσα - άλλο να στο λέω, άλλο να το βλέπεις». Κάποια στιγμή, ο Mr. Θαλασσόλυκος άρχισε να ζαλίζεται και ξαφνικά έβγαλε και τα δύο σάντουιτς που είχε προλάβει να καταβροχθίσει από το κυλικείο. Ευτυχώς, η φουρτούνα είχε κρατήσει τα νεύρα αρκετά τεντωμένα για να πεταχτώ αμέσως πάνω και να γλιτώσω τα πολύ χειρότερα.
- Θοδωρής Χονδρόγιαννος

Επτανησιώτικη φουρτούνα - σαν να λέμε σεισμός

Ήμουν πολύ μικρός για να θυμάμαι πού πήγαινα, αλλά ήταν σίγουρα κάπου στο Ιόνιο, με τους γονείς μου, αφού μαζί τους έχω ταξιδέψει μόνο στα Επτάνησα σε ό,τι αφορά τη νησιωτική Ελλάδα. Δεν πήγαινα καν σχολείο νομίζω, ωστόσο θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά τον τρόμο που ένιωσα όταν κατάλαβα για πρώτη φορά στη ζωή μου τι θα πει φουρτούνα. Θυμάμαι να κοιτάζω έξω από το παράθυρο του πλοίου και το μόνο που βλέπω να είναι κύματα να μας χτυπούν. Η μητέρα και η αδελφή μου είχαν σχεδόν πάθει κρίση πανικού και όλο αυτό κράτησε γύρω στο μισάωρο. Δεν πίστεψα ποτέ ότι θα βουλιάξουμε -τουλάχιστον δεν μου πέρασε από το μυαλό, συνειδητά-, όμως υπήρχε αυτή η αίσθηση ότι κάτι κακό γίνεται. Η εικόνα του πλοίου να πηγαίνει πάνω-κάτω ήταν αυτή που με είχε φοβίσει κυρίως, καθώς μού θύμιζε έντονα την εικόνα ενός σεισμού - και τους σεισμούς, τότε, τους φοβόμουν πολύ.
- Παύλος Τουμπέκης


Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Έτριζε όλο το ιστιοπλοϊκό

Το καλοκαίρι του 2012, ένας φίλος μου είχε μόλις πάρει το δίπλωμα οδήγησης ιστιοπλοϊκού. Είπαμε να περάσουμε μια εβδομάδα στις Σποράδες. Μαζευτήκαμε τέσσερα άτομα, νοικιάσαμε σκάφος από τη Νέα Σκιώνη της Χαλκιδικής και βάλαμε πλώρη για τη Σκόπελο. Ήταν Αύγουστος και είχε αρχίσει να φυσά ήδη από την ώρα που βγήκαμε στα ανοιχτά του πρώτο ποδιού. Δεν δώσαμε μεγάλη σημασία, ακούγαμε μουσική και σέρναμε μία χοντρή πετονιά μήπως και πιάσουμε κάνα μεγάλο ψάρι. Βράδιασε κι έμεινα μόνος έξω στο «κατάστρωμα» με τον καπετάνιο, που ήταν ψύχραιμος. Κουνούσε δαιμονισμένα, κλείσαμε τα πανιά και είχαμε μόνο τη μηχανή. Είναι εντυπωσιακό πώς γυάλιζαν τη νύχτα τα κύματα που ανέβαιναν ψηλά κι ύστερα πήγαιναν κάτω χαμηλά, στο βάθος. Ήταν επίσης πολύ τρομακτικό. Δεν βλέπαμε πουθενά στεριά στον ορίζοντα. Το βυθόμετρο είχε πάψει να μετράει βάθος, πολύ απλά γιατί ήμασταν στη μέση του πουθενά. Θαλασσοδερνόμασταν για ώρες. Το σκάφος έτριζε ολόκληρο. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν δούλευε η οθόνη που δείχνει τη ρότα, παρά μόνο το στίγμα στο GPS. Ο φίλος καπετάνιος κατέβαινε κάθε τόσο στην καμπίνα με τον δεύτερο που ήξερε από θάλασσα και επιβεβαίωναν το στίγμα στον χάρτη, με μολύβι και διαβήτη – δεν ξέρω πώς λέγεται αυτό το ναυτικό όργανο. Φθάσαμε με ακρίβεια στη Σκόπελο. Θυμάμαι ότι λυσσομανούσε ως και μέσα στο λιμάνι. Κατεβήκαμε –σχεδόν πήδηξα στη στεριά– και ένιωθα ότι το τσιμέντο κουνιόταν, ότι θα λιώσει, ότι θα υποχωρήσει και θα βυθιστώ για πάντα εκεί μέσα.
- Κώστας Κουκουμάκας

Περισσότερα από το VICE

Η Ικαριώτισσα που Αναγκάστηκε να Ζει στο Ίδιο Χωριό με τον Ρουφιάνο που την Κατέδωσε επί Χούντας

Το Μόνο που Δεν Είπατε Ακόμα Είναι να τον Δικάσουμε για Εθνική Προδοσία

Ένας Ψυχίατρος μάς Εξηγεί τι Συμβαίνει στο Μυαλό των Πυρομανών

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.