Πώς Είναι η Ζωή σε Ένα Πραγματικό Γκέτο της Αθήνας;
Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

FYI.

This story is over 5 years old.

News

Πώς Είναι η Ζωή σε Ένα Πραγματικό Γκέτο της Αθήνας;

Στον καταυλισμό σεισμοπαθών του στρατοπέδου Καποτά τίποτα δεν έχει αλλάξει τα τελευταία 16 χρόνια.
12.6.15

Κείμενο: Αντώνης Ντινιακός

Η ζέστη είναι ανυπόφορη – παίρνω μια πλαστική καρέκλα από την αυλή και χώνομαι όπως όπως κάτω από μια σκιά. Είναι μεσημέρι, κανείς δεν κυκλοφορεί στον καταυλισμό. Ένα σκυλί έχει «χυθεί» στην καυτή άσφαλτο και χασμουριέται νωχελικά, αδιαφορώντας για την ανεξάντλητη θέα πίσω του. Στον ορίζοντα ατέλειωτοι τόνοι αντιπαραγωγικού τσιμέντου συνθέτουν το άναρχο tetris μιας απομακρυσμένης Αθήνας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το καταβροχθιστικό μπουμπουνητό της «πειραγμένης» εξάτμισης με αιφνιδιάζει. Ένα μαύρο Toyota με φιμέ τζάμια πλησιάζει πατημένο τη στροφή. Δυο πιτσιρικάδες με badass βλέμμα και τατουάζ σκανάρουν ερευνητικά το χώρο - ένα ανέκφραστο βαλκανικό gangsta στην πίσω αυλή της Πάρνηθας. Προς στιγμήν, μου έρχεται στο μυαλό το, προ 17ετίας, οργισμένο φιλμ του Γιάνναρη, «Από την άκρη της πόλης».

Το απόγευμα οι παράδρομοι πλημμυρίζουν από ανθρώπους. Καθένας τους με διαφορετικό βηματισμό. «Να φτιάξω καφέ ρε;», με ρωτάει ο Γιάννης, τεντώνοντας την «πιασμένη» πλάτη του. Έχει μόλις ξυπνήσει από τη μεσημεριανή σιέστα. Ζει στον καταυλισμό σεισμοπαθών του στρατοπέδου Καποτά κοντά στα 15 χρόνια. «Ήρθαμε για λίγο και ξεμείναμε μια ζωή», «φιλοσοφεί», σερβίροντας δυο καφεδάκια πάνω σε ένα πλαστικό σκαμπό. Πιάνουμε κουβέντα για την ανθρωπογεωγραφία του αταξινόμητου οικισμού - η λαύρα του μεσημεριού έχει κοπάσει. «Δεν θα βρεις πολλούς σεισμοπαθείς πια εδώ. Κυρίως ζουν παλιννοστούντες από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, περιπλανώμενοι Ρομά, λίγοι σεισμόπληκτοι που δεν έφυγαν ποτέ, άποροι, αλλά και κάμποσοι επιτήδειοι που εκμεταλλεύονται καταστάσεις προς όφελος τους». Τον ρωτάω τι εννοεί. «Στο Καποτά ζουν άνθρωποι που δεν έχουν καμία θέση στον καταυλισμό. Ούτε άποροι είναι, ούτε σεισμοπαθείς. Ζουν εδώ μέσα για να κάνουν άλλου τύπου δουλειές. Το πρόβλημα είναι ότι μαζί με αυτούς, στιγματίζονται και οι κάτοικοι του οικισμού που είναι φτωχοί άνθρωποι και δεν έχουν καμία σχέση με αυτά»

Ο καταυλισμός σεισμοπαθών του στρατοπέδου Καποτά εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του '99 ως αναγκαίο επακόλουθο του καταστροφικού σεισμού της Πάρνηθας που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 140 ανθρώπους και προκάλεσε ανεπανόρθωτες ζημιές στις κατοικημένες περιοχές πέριξ του βουνού. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στο στρατόπεδο [το οποίο παραχώρησαν οι ένοπλες δυνάμεις υπό την ηγεσία τότε του Άκη Τσοχατζόπουλου] 400 λυόμενα σπίτια, σύντομα όμως προστέθηκαν άλλα 550 προκειμένου να καλυφθούν οι διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες στέγασης των πληγέντων. Σχεδόν 16 χρόνια μετά, περισσότεροι από 3.500 άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν στα κοντέινερ του καταυλισμού, συνθέτοντας μια μικροκοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά του γκέτο: Ένδεια, ανέχεια, κοινωνικός αποκλεισμός, απομόνωση, μακροχρόνια έλλειψη εργασίας και ενίοτε μικροπαρανομίες.

«Ελάχιστοι δουλεύουν…», μου λέει ο Γιάννης. «Τα ποσοστά ανεργίας ξεπερνούν το 70%-80%. Οι περισσότεροι ζουν με προνοιακά επιδόματα και από κάποια λίγα μεροκάματα του ποδαριού δεξιά και αριστερά. Αρκετοί τρώνε αποκλειστικά και μόνο από τα συσσίτια της εκκλησίας. Δεν έχουν χρήματα ούτε για κάποια βασικά προϊόντα, όπως ψωμί και κανά γάλα για τα παιδιά. Αν περάσεις τώρα από τον Άγιο Σώζων θα δεις ολόκληρη ουρά να περιμένει για μία φραντζόλα».

Ανηφορίζω προς την εκκλησία του καταυλισμού. Η λειτουργία έχει μόλις ολοκληρωθεί και οι λιγοστοί πιστοί στήνονται στη σειρά, περιμένοντας να μοιραστεί το ψωμί. Ο Γιάννης Καραμπάς είναι επίτροπος στον Άγιο Σώζων και παλιός κάτοικος του καταυλισμού για μια τετραετία. Όπως μου λέει: «Εδώ καθημερινά μοιράζονται 100 - 120 γεύματα στους άπορους. Τα προσφέρει η Ιερά Μητρόπολη Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως, η οποία συχνά δίνει και σακούλες με τρόφιμα: μακαρόνια, γάλα, ψωμί, κονσέρβες. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη αυτή την εποχή. Το στρατόπεδο έχει αλλάξει μορφή. Δεν μιλάμε πια για έναν καταυλισμό σεισμοπαθών, αλλά για έναν οικισμό κοινωνικά αποκλεισμένων ανθρώπων στην πλειονότητα. Γι' αυτούς φροντίζει μονάχα η Μητρόπολη και κάποιοι ιδιώτες εθελοντές. Οι κοινωνικές υπηρεσίες του κράτους είναι άφαντες».

Συναντώ στο προαύλιο της εκκλησίας τον παπά του καταυλισμού, τον πατέρα Ηλία Ζωγράφο. Τον ρωτώ για τις ιδιαιτερότητες της ενορίας του. «Πρόκειται για μία από τις δυσκολότερες ενορίες στην Αττική, αν όχι για την πιο δύσκολη», μου λέει. «Οι άνθρωποι εδώ αντιμετωπίζουν δεκάδες προβλήματα, ψυχολογικά, υγείας, οικονομικής δυσχέρειας. Πολλοί, κυρίως οι παλιννοστούντες από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, έχουν ζήσει καταστάσεις που αδυνατούν να τις διαχειριστούν, πράγματα που τους βασανίζουν στο πέρασμα του χρόνου. Είναι ταραγμένοι άνθρωποι, δύσκολοι χαρακτήρες και χρήζουν υποστήριξης. Πότε, πότε φεύγω από τον καταυλισμό, έχοντας εξομολογήσει ή συζητήσει για την καθημερινότητά τους και αισθάνομαι ανήμπορος, στεναχωρημένος. Δεν είναι εύκολη η ζωή εδώ, καθόλου εύκολη. Ειδικά για τα παιδιά».

Εντός του καταυλισμού λειτουργεί, από το 2000, το 28ο δημοτικό σχολείο. Η Ελένη Καμπόλη είναι η διευθύντρια τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Όπως λέει: «Το σχολείο είναι ένα προκάτ κτίριο - έχει οργανικότητα για εφταθέσιο, όμως λειτουργεί ως οκταθέσιο αφού είναι μικρά τα τμήματα λόγω της χωρητικότητας των αιθουσών». Τη ρωτώ για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει καθημερινά, δεδομένης της ιδιαιτερότητας του οικισμού. «Το κλίμα εδώ είναι οικογενειακό», μου εξηγεί. «Οι δάσκαλοι, πέρα από το εκπαιδευτικό έργο που παράγουν, αντιλαμβάνονται και τον κοινωνικό χαρακτήρα που έχει ο ρόλος τους στην κοινότητα. Μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για παιδιά δίγλωσσα σε πολλές περιπτώσεις [η κοινωνική ομάδα που υπερέχει αριθμητικά στο στρατόπεδο Καποτά είναι οι Πόντιοι], τα οποία δεν έχουν ζήσει ποτέ σε σπίτι, αντιθέτως μεγαλώνουν μέσα στα κοντέινερ του οικισμού. Το καλό είναι ότι το προσωπικό του σχολείου είναι μόνιμο, οπότε γνωρίζει τις αντιξοότητες που υπάρχουν και έχει οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τα παιδιά».

Στο σχολείο του γκετοποιημένου καταυλισμού φοιτούν περίπου 100 παιδιά – ρωτώ τη Ελένη Καμπόλη πόσο διαφοροποιείται η συμπεριφιφορά τους σε σχέση με τα παιδιά άλλων σχολείων στα οποία έχει εργαστεί. «Εδώ συνάντησα τα καλύτερα παιδιά, απ' όπου κι αν έχω περάσει. Στα τέσσερα χρόνια που είμαι διευθύντρια δεν έχει υπάρξει ούτε μία καταστροφή στο χώρο του σχολείου. Τίποτα απολύτως! Θα περίμενε κανείς να είναι επιθετικά, οργισμένα παιδιά με όσα βιώνουν καθημερινά στον καταυλισμό -και μιλώ για τις συνθήκες διαβίωσης- όμως αντιθέτως είναι υπάκουα, γεμάτα όρεξη για γνώση, λες και κάτι διαφορετικό τα κινητοποιεί. Όταν πρωτοήρθα εδώ είχα στο μυαλό μου μία και μόνο σκέψη: Ένα σχολείο ισότιμο, που δεν θα 'χει σε τίποτα να ζηλέψει τα σχολεία εκτός καταυλισμού. Προσπαθούμε όλοι οι δάσκαλοι να υπερβούμε τον εαυτό μας και να προσφέρουμε σε αυτά τα παιδιά το καλύτερο δυνατό περιβάλλον με στόχο την κοινωνικοποίηση και την ομαλή ένταξή τους στην κοινωνία. Εδώ οι μαθητές χρειάζονται πρότυπα, όχι κριτικές».

Αργά το απόγευμα, τα παιδιά του καταυλισμού μαζεύονται στο γήπεδο - κάποια τριγυρίζουν με το ποδήλατο, άλλα παίζουν μπάλα κι άλλα στήνουν θορυβώδη πηγαδάκια. Πιάνω την κουβέντα σε έναν ψιλόλιγνο 15χρονο, τον Παναγιώτη Παπαδόπουλο, ο οποίος κρατά ένα βιβλίο αρχαίων ελληνικών και ένα τετράδιο γεμάτο σημειώσεις. «Έμεινα στην ίδια τάξη στα αρχαία και τώρα αναγκαστικά κάνω κάποια ενισχυτικά μαθήματα στο κέντρο νεότητας μαζί με μια εθελόντρια φιλόλογο, που έρχεται μερικές φορές την εβδομάδα και μας βοηθά», μου λέει καθώς τον συνοδεύω προς το κοντέινερ του κέντρου. Τον ρωτώ πως του φαίνεται η ζωή στον καταυλισμό. «Δεν είναι εύκολη. Μας λείπουν πολλά πράγματα, αλλά εντάξει όλα συνηθίζονται», απαντά.

Ο Παναγιώτης έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα στο στρατόπεδο Καποτά, όμως ελπίζει ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα καταφέρει να φύγει. «Θέλω να 'χω ένα δικό μου σπίτι, κάπου στην Αθήνα. Οπουδήποτε δεν με νοιάζει. Και λίγα λεφτά για να κινούμαι». Τον ρωτώ πως κυλούν οι μέρες του στον οικισμό. «Το πρωί πάω σχολείο, μετά όταν υπάρχουν λεφτά, σπάνια δηλαδή, πίνω κανά καφέ ή συνήθως την πέφτω σε πλατείες. Κατεβαίνουμε με την παρέα και κανά Μοναστηράκι που και που, έτσι για να περπατήσουμε στην Αθήνα. Δεν πάμε σε μπαράκια και τέτοια, δεν υπάρχει μία, αράζουμε έξω όπου βρούμε. Όταν μένουμε στον καταυλισμό συνήθως μαζευόμαστε στο γήπεδο. Στο κοντέινερ δεν έχεις τι να κάνεις. Για να μπούμε στο internet κατεβαίνουμε σε κανά καφέ στο Μενίδι. Εντάξει, παίζουν και κόντρες, τσαμπουκάδες στο στρατόπεδο, αλλά εγώ δεν μπλέκομαι. Είμαι φίλος με όλα τα παιδιά. Τα βράδια υπάρχουν μέρη του καταυλισμού που δεν περνάω, μπορεί να στην πέσει κανείς - θέλει προσοχή, να ξέρεις που πηγαίνεις, υπάρχουν φάσεις που είναι επικίνδυνες».

Σε ένα πεζούλι κάποιος έχει γράψει, με κόκκινο σπρέι, «οδός Καζακστάν». Δίπλα, στη μικρή αυλή ενός λυόμενου ο Τάσος Σαχσανίδης παλεύει να επισκευάσει ένα παλιό θερμοσίφωνα. Είναι Πόντιος, στον καταυλισμό ζει -αυτός η γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους- εδώ και οκτώ χρόνια. «Έχει τεράστια προβλήματα το στρατόπεδο. Και δεν αναφέρομαι στα ναρκωτικά, μιλάω για απλά, καθημερινά προβλήματα. Για παράδειγμα δεν έχει καθόλου νερό κατά τη διάρκεια της μέρας. Σταγόνες πέφτουν. Γυρίζεις από τη δουλειά και πρέπει να περιμένεις μέχρι τη μία το βράδυ, που βελτιώνεται κάπως η πίεση, για να καταφέρεις να κάνεις ένα μπάνιο. Είναι τριτοκοσμικές οι συνθήκες. Παλαιότερα μας έκοβε και η ΔΕΗ το ρεύμα γιατί δεν μπορούσαμε να εξοφλήσουμε τους λογαριασμούς, μέχρι και ΜΑΤ είχε φέρει η προηγούμενη δημοτική αρχή. Ευτυχώς ο καινούριος δήμαρχος έχει δείξει κατανόηση σε αυτό το ζήτημα».

Τον Απρίλιο του 2014, εν μέσω Πάσχα, συνεργεία της ΔΕΗ με τη συνδρομή ανδρών των ΜΑΤ επιχείρησαν να κόψουν το ρεύμα σε εκατοντάδες κοντέινερ του καταυλισμού σεισμοπαθών. Η αντίδραση των κατοίκων ήταν άμεση. «Πήγαν να κάνουν διακοπή σε ανθρώπους που ήταν άρρωστοι και είχαν μέσα στα σπίτια τους συσκευές οξυγόνου ή σε οικογένειες με πέντε και έξι παιδιά. Λες και το πρόβλημα της ΔΕΗ ήταν οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί του Καποτά. Τι περιμένουν από ανθρώπους που δεν έχουν ούτε να ταΐσουν τα παιδιά τους; Να ξεχρεώσουν λογαριασμούς που φτάνουν έως και τις 20.000-25.000 ευρώ; Εδώ μέσα είναι ένα χάος». Ο Τάσος αυτή την εποχή συλλέγει σίδερα και μέταλλα από το δρόμο, τα οποία πουλά έπειτα σε μάντρες. «Δεν βγαίνει μεροκάματο πια, κάτι ψιλά μόνο, ίσα, ίσα για τα βασικά»

Μία από τις παλαιότερες κατοίκους του καταυλισμού, στο στρατόπεδο Καποτά, είναι η Μάχη Σιόλη. Την πετυχαίνω στην αυλή μιας γειτόνισσας να πίνει τον καφέ της και πιάνουμε την κουβέντα. «Οι περισσότεροι από τους πρώτους κατοίκους έφτιαξαν τα σπίτια τους χάρη σε κάτι σεισμοδάνεια και έφυγαν. Εγώ έμεινα πίσω. Στην αρχή έμενα στον οικισμό σεισμοπαθών του Άξιον εστί. Συνολικά ήταν οκτώ οικισμοί στο Μενίδι εκείνη την εποχή. Το Καποτά ήταν ο μεγαλύτερος. Υπήρχαν επίσης το Νεκροταφείο, ο Πλάτωνας, η Λαθέα Α' και Λαθέα Β', ο Άγιος Πέτρος, η Μπόσκιζα και τέλος το Άξιον εστί. Έκλεισαν σιγά-σιγά τα περισσότερα και πολλοί πληγέντες μεταφέρθηκαν εδώ. Σήμερα στο Καποτά δεν ζουν μόνο σεισμόπληκτοι του '99, αλλά και πολλοί άποροι. Υπάρχουν βέβαια και οι «έχοντες», που κανονικά δεν θα έπρεπε να βρίσκονται στο στρατόπεδο. Βλέπεις ας πούμε κοντέινερ και απ' έξω παρκαρισμένη Mercedes. Τι δουλειά έχουν αυτοί εδώ; Δεν γνωρίζω τους λόγους που παραμένουν. Ίσως για να γλιτώσουν κάποια έξοδα».


Για πολλούς ανθρώπους η ζωή δεν είναι εύκολη. Δείτε το video του VICE για το πείραμα της ΒΙΟΜΕ στη Θεσσαλονίκη

Δείτε ακόμα: Κάποιοι στη Βόρεια Ελλάδα Ψάχνουν στα Βουνά για να Βρουν Χρυσές Λίρε


«Οι συνθήκες είναι άθλιες στα κοντέινερ. Είμαστε όλοι άρρωστοι. Κάθε μέρα έρχονται ασθενοφόρα και παίρνουν κόσμο. Εχουμε ολοι αναπνευστικά προβλήματα. Το κοντέινερ το καλοκαίρι είναι φούρνοι και το χειμώνα ψυγεία. Δεν μπορείς ζήσεις μέσα. Τα παιδιά μας ντρέπονται να λένε ότι μένουν εδώ. Θέλουν να έρθουν οι φίλοι τους και βρίσκουν δικαιολογίες για να το αποφύγουν. Εμείς πέντε άτομα ζούμε με τη σύνταξη της μάνας μου: 500 ευρώ. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ μας – δεν αφήνουμε κανέναν αβοήθητο. Ό,τι μπορούμε θα το προσφέρουμε. Δεν μας έχει μείνει κάτι άλλο».

Προς την έξοδο συναντώ έναν λιπόσαρκο άντρα με ψαρά μαλλιά -κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα στην άκρη του δρόμου μαζί με μια ηλικιωμένη γυναίκα. «Τι κάνετε εδώ ρε παλικάρια;», ρωτά. «Καθίστε να κεράσω ένα τσίπουρο και να σας πως και γω δυο λόγια». Καθώς σερβίρει μου ζητά να μην δημοσιοποιήσω τα στοιχεία του. «Γιατί θα πω αλήθειες που πονάνε και θα 'χω πρόβλημα μετά», διευκρινίζει. «Εδώ για να ζήσει κανείς πρέπει να είναι τρελός. Υπάρχουν κλίκες και έχουν γίνει πολλά. Πυροβολισμοί, παράνομο εμπόριο, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Τα κοντέινερ τα πουλάνε - φεύγει ένας, μπαίνει άλλος. Το δικό μου το αγόρασα 1.200 ευρώ. Ναι, πουλάνε τα κονσερβοκούτια χωρίς καν να τους ανήκουν. Όταν έχεις όμως οικογένεια και δεν θες να βραχείς, θα τα δώσεις. Στις δυσκολίες κάνεις πολλά. Όποιος έχει ανάγκη αγοράζει. Μέσα στον καταυλισμό ζουν πολλοί φτωχοί άνθρωποι, αλλά υπάρχουν και πολλά κατακάθια. Εγκληματίες που ρίχνουν τα παιδιά μας στην πρέζα και σε άλλα. Για ρώτα και τη γυναίκα δίπλα μου». Η ηλικιωμένη μου ζητά επίσης να μην δημοσιοποιήσω τα στοιχεία της. «Όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά έχω γιο χρήστη και υπάρχουν συγγενείς έξω από το Καποτά που δεν το ξέρουν. Παλαιότερα γινόταν χαμός εδώ μέσα, τώρα τελευταία έχουν ηρεμήσει τα πράγματα τουλάχιστον όσον αφορά τα ναρκωτικά. Τα μαθαίνω από το γιο μου. Για τη δόση του κατεβαίνει στην Αυλίζα ή στο Σταθμό πλέον. Δεν υπάρχουν ποσότητες εδώ αυτή την εποχή».

Στο στρατόπεδο Καποτά ζουν και αρκετοί πολύτεκνοι. Μία από αυτούς είναι η Ειρήνη Χαλιλοπούλου, η οποία διαμένει σε ένα κοντέινερ 25 τ.μ μαζί με τα έξι ανήλικα παιδιά της. «Σε ένα μήνα κλείνω τα 40. Έκανα το πρώτο παιδί στα 17,5, συνολικά έχω εννιά παιδιά και τέσσερα εγγόνια. Τα μεγάλα έχουν φύγει, ζουν σε δικά τους σπίτια. Στο Καποτά ήρθα το 2000. Στην αρχή μέναμε σε σκηνές και έπειτα μπήκαμε εδώ. Δεν δουλεύω. Ζω με ένα επίδομα 1.200 ευρώ το τετράμηνο, 3.600 το χρόνο. Ο μεγάλος γιος μου είναι 22 χρόνων και δουλεύει στην Αγγλία. Στέλνει ό,τι μπορεί. Εγώ έχω να δουλέψω εφτά, οκτώ χρόνια».

Αργά το βράδυ επικρατεί ησυχία στον καταυλισμό – κάπου κάπου ακούγονται ξαναμμένα μαρσαρίσματα από αυτοκίνητα που ορμάνε στο στρατόπεδο. Παίρνουν απότομα τις κλειστές στροφές και χάνονται στο σκοτάδι. Οι κάτοικοι του οικισμού έχουν επιστρέψει στα κοντέινερ -έφηβοι που δεν έχουν ζήσει ούτε μέρα σε τσιμεντένιο σπίτι, ηλικιωμένοι με βαθουλωμένα μάτια που παλεύουν αβοήθητοι με κάθε λογής ασθένεια, άνεργοι που το πρωί θα στηθούν τσακισμένοι στην ουρά των συσσιτίων για ένα πιάτο φαΐ, μικρά παιδιά που πιστεύουν ότι ο κόσμος τελειώνει στη διαλυμένη πύλη της εισόδου. Στην άκρη της πόλης όλοι χωράνε. Σε μόλις 25 τ.μ.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.