Σύμφωνα με το βιβλίο «Η θρυλική Ολυμπιάδα του Σπύρου Λούη» (εκδόσεις Άγκυρα, 2004), του Τάσου Κοντογιαννίδη, το μεσημέρι της 29ης Μαρτίου 1896 [10 Απριλίου με το Νέο Ημερολόγιο] ο ταγματάρχης Γεώργιος Παπαδιαμαντόπουλος καλεί τους δρομείς στην εκκίνηση λίγα λεπτά πριν από τις δύο. «Συλλογισθείτε τις πατρίδες σας, συλλογισθείτε ότι η ελληνική σημαία αναμένει έρπουσα προ του ιστού του Σταδίου. Τιμήσατέ την εντίμως και ως εμπρέπει εις Έλληνας συναγωνιζομένους. Από εμάς τους στρατιωτικούς ζητεί το αίμα μας η πατρίς. Από εσάς ζητεί την σημαίαν μας να την τιμήσετε. Ζήτω η Πατρίς! Ζήτωσαν οι Ολυμπιονίκαι» λέει μπρος σε μια αψίδα τυλιγμένη με την ελληνική σημαία. Ακολουθεί το «Λάβετε θέσεις» ενώ 20 τσολιάδες σαλπίζουν όπως οι αρχαίοι κήρυκες στην Ολυμπία πριν από χιλιάδες χρόνια. Ο ταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος πυροβολεί στον αέρα και 17 αθλητές από πέντε χώρες εκκινούν έτοιμοι να διανύσουν τα περίπου 40 χλμ. της διαδρομής (τα 42.195μ. καθιερώθηκαν 12 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1908). Οι καμπάνες στα γειτονικά ξωκλήσια χτυπούν εορταστικά - ελπίδα όλων ο νικητής να είναι Έλληνας.Ένας αξιωματούχος του παλατιού σπεύδει να αγκαλιάσει τον Χαρίλαο Βασιλάκο και να τον συγχαρεί για τη δεύτερη θέση. «Δεύτερη; Μα δεν με προσπέρασε κανείς»
Στα πρώτα δέκα χιλιόμετρα προπορεύεται μια μικρή ομάδα αποτελούμενη από τον Γάλλο Αλμπίν Λερμισό, τον Αυστραλό Έντουιν Φλακ και τον Αμερικανό Τσαρλς Άρθουρ Μπλέικ. Ακολουθούν οι Έλληνες Ιωάννης Λαυρέντης, Χαρίλαος Βασιλάκος και ο Ούγγρος Γκιούλα Κέλνερ. Στο Πικέρμι οι χωρικοί υποδέχονται πανηγυρίζοντας τους αθλητές - ο Θεοφιλάτος, ένας ντόπιος χωρικός κερνά κρασί και μεζέδες. Μια νεαρή τρέχει να αγκαλιάσει τον Χαρίλαο Βασιλάκο και τον ρίχνει σε ένα τραπέζι με μεζεκλίκια. Ο αθλητής του Πανελληνίου σηκώνεται και συνεχίζει να τρέχει. Στο 23ο χιλιόμετρο ο Αμερικανός Μπλέικ δεν έχει άλλες δυνάμεις και αποσύρεται από την κούρσα. Το ίδιο και ο Γάλλος Λερμισό ο οποίος ταλαιπωρείται από κράμπες και εγκαταλείπει στο 32ο χιλιόμετρο. Παίρνει κεφάλι ο Αυστραλός Φλακ. Στο ύψος του Χαλανδρίου αρχίζει να καταρρέει και αυτός. Ένας ντόπιος χωρικός πλησιάζει να τον βοηθήσει. Ο Αυστραλός Ολυμπιονίκης των 800μ. και 1.500μ. τον απωθεί βίαια θεωρώντας πως θέλει να τον εμποδίσει. Γύρω δεν υπάρχει τίποτα παρά μονάχα στάνες. Στους Αμπελόκηπους, ο προπορευόμενος Φλακ μοιάζει να έχει ξεμείνει από δυνάμεις - ρωτά τον ταγματάρχη Παπαδιαμαντόπουλο πόσο μακριά είναι ο τερματισμός. «Έξι χιλιόμετρα», του απαντά. Η απόσταση μοιάζει βουνό για τον εξαντλημένο Αυστραλό, που τελικά εγκαταλείπει την κούρσα υποφέροντας από φριχτούς πόνους.Στο Πικέρμι, μια νεαρή τρέχει να αγκαλιάσει τον Χαρίλαο Βασιλάκο και τον ρίχνει σε ένα τραπέζι με μεζεκλίκια
Σκίτσο της εποχής με τον θριαμβευτή του μαραθωνίου Σπύρο Λούη να εισέρχεται στο Παναθηναϊκό Στάδιο εν μέσω ξέφρενων πανηγυρισμών από 100.000 θεατές.
Οι ξένοι επισκέπτες συγχαίρουν τους Έλληνες για τη νίκη - ένας ναύτης υψώνει την γαλανόλευκη στο Καλλιμάρμαρο, ο κόσμος ζητωκραυγάζει κουνώντας μαντήλια. «Είναι στιγμές ανείπωτης χαράς για το μικρό ελληνικό βασίλειο» υπερτονίζουν στις ανταποκρίσεις τους δημοσιογράφοι της εποχής, όπως ο Χαράλαμπος Άννινος. Η πρωτεύουσα φωταγωγείται, οι Αθηναίοι γλεντούν απ' άκρη σε άκρη. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν φλογερά άρθρα για τον άσημο χωρικό. Το όνομά του συζητιέται παντού - όλοι θέλουν να τον γνωρίσουν, να τον συγχαρούν, να του προσφέρουν δώρα. Είναι εθνικός ήρωας. Σύμφωνα με εφημερίδα της εποχής: «Ο κύριος Κυπαρίσσης, πρόεδρος της συντεχνίας αργυροχρυσοχόων, του πρόσφερε μία χρυσή αλυσίδα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κύριος Τζιβανόπουλος ένα δαχτυλίδι, ο καφεπώλης Δημήτριος Μπαβέας δωρεάν καφέδες για ένα χρόνο, ο Παύλος Αθανασίου 100 οκάδες κρασί, η ξενοδόχος Δήμητρα Βιβή δωρεάν φαγητό εφόρου ζωής, οι Σιδηρόδρομοι Αττικής δωρεάν εισιτήριο εφόρου ζωής, ο Μιχαήλ Βόδας μια κυνηγετική καραμπίνα και η εταιρεία Σίνγκερ μία ραπτομηχανή».Ο Χαρίλαος Βασιλάκος επισκέφτηκε τον Λούη στα αποδυτήρια του Σταδίου και του είπε: «Αυτό που έκαμες ήταν άτιμο. Δεν θέλω να αμαυρώσω τους πανηγυρισμούς και γι' αυτό δεν θα κάνω ένσταση. Ας σε κρίνει ο Θεός»
Σύντομα το όνομα του Σπύρου Λούη εισέρχεται στη σφαίρα του μύθου. Στην επαρχία και στο εξωτερικό οι Έλληνες συζητούν για νερουλά που τους έκανε περήφανους. Άπαντες αναζητούν φωτογραφίες του Λούη για να κρεμάσουν στα σπίτια και στα μαγαζιά τους. Το ντελίριο ενθουσιασμού δεν λέει να κοπάσει ούτε τις επόμενες ημέρες. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες περνούν σε δεύτερη μοίρα - όλοι ασχολούνται με τον νικητή του πρώτου μαραθωνίου δρόμου. Μόνο ένας άνδρας δεν στροβιλίζεται στο κλίμα εθνικής ευφορίας: ο Χαρίλαος Βασιλάκος. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος θα αποκαλύψει στον γιο του, Κωνσταντίνο, πως επισκέφτηκε τον Λούη στα αποδυτήρια του Σταδίου και του είπε: «Αυτό που έκαμες ήταν άτιμο. Δεν θέλω να αμαυρώσω τους πανηγυρισμούς και γι' αυτό δεν θα κάνω ένσταση. Ας σε κρίνει ο Θεός».«Το θέμα δεν είναι να αποκαθηλωθεί ο Σπύρος Λούης. Να πάρουμε δηλαδή το ΟΑΚΑ ξαφνικά και να το ονομάσουμε Χαρίλαος Βασιλάκος; Όχι, προς Θεού»
Παναθηναϊκό Στάδιο, 121 χρόνια μετά

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Ο Χαρίλαος Βασιλάκος και η αμφιλεγόμενη πρωτιά του Σπύρου Λούη».
«Αλήθεια, γιατί ένα πρώην στέλεχος της Ολυμπιακής αεροπορίας πραγματοποιεί μια πολυετή έρευνα για κάτι που συνέβη πριν από 121 χρόνια;», ρωτώ τον Ντόναλντ. «Όπως για πολλά άλλα πράγματα στη ζωή αφορμή ήταν μια γυναίκα - για την ακρίβεια η γυναίκα μου, Λίλη. Η ιστορία ξεκινά στο Γύθειο, τον τόπο καταγωγής της. Συγκεκριμένα στο ορεινό χωριό Λυγερέας. Εκεί πηγαίναμε στο παρελθόν και συχνά οι γεροντότεροι στο καφενείο μιλούσαν για την άδικη απώλεια της νίκης του συμπατριώτη τους, Χαρίλαου Βασιλάκου, στον Μαραθώνιο του 1896. Αρχικά δεν έδινα σημασία - απέδιδα τα όποια υπονοούμενα για τον Λούη στον υπέρμετρο τοπικισμό των κατοίκων. Με τα χρόνια, άρχισα να πείθομαι. Έτσι, δειλά-δειλά, ξεκίνησα μια έρευνα και αδιάκοπη συλλογή στοιχείων από το 1972 έως σήμερα. Όσο σκάλιζα ανακάλυπτα ολοένα και πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Έγινε εμμονή για μένα να μάθω τι είχε συμβεί». «Διαβάζοντας το βιβλίο πάντως θα έλεγα ότι βρήκατε περισσότερο ενδείξεις παρά αποδείξεις», τον διακόπτω. «Ναι, πράγματι, δεν υπάρχουν αποδείξεις, όμως από την άλλη πολλές ενδείξεις συνηγορούν πως κάτι συνέβη», απαντά.«Πράγματι, δεν υπάρχουν αποδείξεις, όμως από την άλλη πολλές ενδείξεις συνηγορούν πως κάτι συνέβη»
Στην κουβέντα παρεμβαίνει ο Χάρης, ο οποίος είναι κοντά στην ηλικία του Ντόναλντ. «Το θέμα δεν είναι να αποκαθηλωθεί ο Σπύρος Λούης. Να πάρουμε δηλαδή το ΟΑΚΑ ξαφνικά και να το ονομάσουμε Χαρίλαος Βασιλάκος; Όχι, προς Θεού. Η ιστορία δεν ξεγράφεται. Η έκδοση του βιβλίου έγινε με πλήρη συνείδηση και δεν έχει άλλη στόχευση, πέρα από το να τιμήσει τον Χαρίλαο Βασιλάκο και να προβάλλει τη μοναδική και μεγάλη ιστορία ενός συστηματικού αθλητή που έχει δοξάσει την Ελλάδα. Το χρυσό μετάλλιο του Σπύρου Λούη δεν γίνεται να αφαιρεθεί. Πάνω του οικοδομήθηκε ένας ελληνικός αθλητικός θρύλος. Καταλαβαίνω τους λόγους που ορισμένοι, ενώ ενδόμυχα γνωρίζουν, δεν θέλουν να συζητούν για τη συγκεκριμένη ιστορία, στην οποία και ο ίδιος ο Λούης χρησιμοποιήθηκε».«Καταλαβαίνω τους λόγους που ορισμένοι, ενώ ενδόμυχα γνωρίζουν, δεν θέλουν να συζητούν για τη συγκεκριμένη ιστορία, στην οποία και ο ίδιος ο Λούης χρησιμοποιήθηκε»
Ο Χαρίλαος Βασιλάκος ήταν Μανιάτης στην καταγωγή. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1875. Σε μικρή ηλικία έχασε τον πατέρα του σε ατύχημα. Την επιμέλεια ανέλαβε η μητέρα μαζί με ένα θείο του. Στη φωτογραφία τον βλέπουμε (στο κέντρο) σε στιγμιότυπο από τον πρώτο μαραθώνιο δρόμο που διεξήχθη ποτέ στην Ελλάδα, τον οποίο και κέρδισε.
Ο Ντόναλντ συμπληρώνει: «Πως αγωνίστηκε λοιπόν ο Λούης στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αφού δεν κατάφερε να προκριθεί; Συνέβη το εξής: αντί για 10 αθλητές ο ισχυρός άντρας της οργάνωσης του μαραθωνίου, ταγματάρχης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος, αποφάσισε να συμπεριλάβει ακόμα δύο. Τον πέμπτο και τον έκτο των συμπληρωματικών προκριματικών. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως ο Παπαδιαμαντόπουλος ήταν βασιλικός με ισχυρές διασυνδέσεις στο παλάτι. Ο Σπύρος Λούης ήταν ο ιπποκόμος του στον στρατό. Γνωρίζονταν καλά. Παραμένει ανεξήγητο πως ένας απροετοίμαστος δρομέας κατάφερε να τρέξει μέσα σε πέντε ημέρες δύο μαραθώνιους, βελτιώνοντας τον χρόνο του κατά 20 λεπτά».«Πώς αγωνίστηκε λοιπόν ο Λούης στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αφού δεν κατάφερε να προκριθεί;»

«Η Ελλάδα χρειαζότανε πάση θυσία μία πρώτη νίκη στον στίβο, αναζητούσε έναν εθνικό σύμβολο και τον βρήκε στο πρόσωπο του Σπύρου Λούη με τη βοήθεια ενός ανθρώπου του παλατιού. Ο ταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος ήταν υπεύθυνος τόσο για τη διαδικασία των προκρίσεων όσο και για διεξαγωγή του μαραθωνίου δρόμου. Ήταν επίτροπος του αγωνίσματος, αφέτης της εκκίνησης, επιτηρητής δρόμου, αγγελιαφόρος τερματισμού. Όρισε σαν κριτές του αγωνίσματος μονάχα Έλληνες στρατιωτικούς υπό τις εντολές του, εν αντιθέσει με τα άλλα αγωνίσματα που υπήρχαν ξένοι κριτές και παρατηρητές. Ο πατέρας του ταγματάρχη ήταν παλαιός υπασπιστής του βασιλιά, ο ένας αδελφός του ήταν υπασπιστής του πρίγκιπα και ο άλλος αδελφός υπουργός στρατιωτικών και αρχηγός του στρατιωτικού και πολιτικού οίκου του βασιλιά. Αντιλαμβάνεσαι πως σε έναν αγώνα όπου δεν υπήρχαν καθόλου θεατές σε μεγάλο μέρος της διαδρομής και οι κριτές έδιναν άπαντες λόγο σε ένα και μόνο άνδρα, δεν είναι δύσκολο να ευνοηθεί κάποιος», πιστεύει ο Ντόναλντ.«Σε έναν αγώνα όπου δεν υπήρχαν καθόλου θεατές σε μεγάλο μέρος της διαδρομής και οι κριτές έδιναν άπαντες λόγο σε ένα και μόνο άνδρα, δεν είναι δύσκολο να ευνοηθεί κάποιος»
Η εφημερίδα «Ερμής» έγραφε για τον Χαρίλαο Βασιλάκο στις 13 Απριλίου 1896: «Ο κ. Βασιλάκος είναι νεότατος, υψηλός και φυσιογνωμίας αρρενωπής. Είναι φοιτητής και από τους λεπτοτέρους τζέντλεμαν. Ένας άριστος causer (σ.σ καλός συνομιλητής). Ο μόνος όστις ηνοεί τίνα έννοιαν είχε το αγώνισμα τούτο. Θερμότατος πατριώτης και μετριόφρων εκ της κυρίως Μάνης».
Το 1965 ο γιος του Χαρίλαου Βασιλάκου, Κωνσταντίνος προσέφερε στο Μουσείο Νεότερων Ολυμπιακών Αγώνων στην αρχαία Ολυμπία τρία αντικείμενα: Το ολυμπιακό μετάλλιο, το τιμητικό δίπλωμα και το μοναδικό δάφνινο στεφάνι που διασώζεται από τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες, το 1896. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ρώτησα τον Χάρη Βασιλάκο, πόσο κοστολογούνται αυτά τα αντικείμενα. Μου απάντησε: «Χιλιάδες ευρώ, όμως οι αξίες δεν εμπορεύονται».
Ο Χαρίλαος Βασιλάκος υπήρξε ο εισηγητής του Βάδην στην Ελλάδα. Σήμερα τόσο το δίπλωμα όσο και το μετάλλιο από τον πρώτο εγχώριο αγώνα έχει παραχωρηθεί από την οικογένεια Χ. Βασιλάκου και εκτίθεται στο μουσείο του μαραθωνίου δρόμου στον Μαραθώνα.