Ο Μάριος Ασλαμάς θα Ήθελε να Είναι για Λίγο Ζητιάνος στη Sunset Boulevard του Λος Άντζελες
Συνέντευξη

Ο Μάριος Ασλαμάς θα Ήθελε να Είναι για Λίγο Ζητιάνος στη Sunset Boulevard του Λος Άντζελες

Μια απολαυστική συζήτηση με την πιο pop-διανοούμενη φιγούρα του αθλητικού ραδιοφώνου στην Ελλάδα.
04 Απρίλιος 2018, 7:56am

«Αν δεν πάει κάτι καλά με τη συνέντευξη, ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη. Φέτος, για πρώτη φορά, νηστεύω μέχρι και από γάλα. Το κάνω για να χάσω κανένα κιλό, είναι όμως και μια δοκιμασία. Όσο μεγαλώνω, πιστεύω. Είμαι σαν τις γυναίκες, για τις οποίες είχε πει ο Ζαμπέτας ότι ανακαλύπτουν τον Θεό, όταν τις αφήνει ο Διάβολος».

Ο Μάριος Ασλαμάς ξεκίνησε πριν αρχίσουμε. Καθόλου συνηθισμένη περίπτωση αθλητικογράφου, που ξεκίνησε από εφημερίδες στα '80s και βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο σταθερά από την εποχή του πειρατικού ραδιοφώνου. Αβάσταχτα pop φιγούρα, ερωτευμένος με το αγγλικό ποδόσφαιρο και το αμερικανικό σινεμά, σαγηνευτικός αφηγητής ιστοριών, σούπερ ήρωας, ωραίος Θεσσαλονικιός. Την ίδια στιγμή, πανελίστας στη σούπερ καλτ τηλεοπτική εκπομπή Μαρμίτα του Κωστή Ραπτόπουλου - «είναι ο απαγορευμένος καρπός, τόσο κακή που φθάνει στα όρια της Τέχνης», λέει. Κάναμε μια απολαυστική συζήτηση για το σινεμά του Νικολαΐδη, τη Leeds United και την «καταραμένη βραδιά» που η Εθνική Ελλάδος κατέκτησε το Euro 2004. Κι επίσης, για το σημερινό οπαδικό ραδιόφωνο, τον Makavejev και τους Ramones.

VICE: Σε είδα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, ένας flaneur, με μια πάνινη τσάντα στην πλάτη.
Μάριος Ασλαμάς: Ναι, φέτος είδα περίπου 20-22 ταινίες. Μου άρεσε πολύ το φιλμ της έναρξης, Πρόσωπα και Ιστορίες, της Agnès Varda και του JR. Δείχνει πόσο πολύ μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας η Τέχνη. Πώς η επέμβαση ενός καλλιτέχνη μπορεί να αλλάξει αισθητικά τη ζωή μας. Ήταν μαγεία. Ταινία δοσμένη με χιούμορ και ανθρωπιά.

Σε ποιο καλό live πήγες τελευταία;
Είδα τους Μέμφις στο 8ball, στις αρχές του περασμένου Δεκέμβρη. Τους λατρεύω γιατί έχουν αυτόν τον φρέσκο αμερικάνικο ήχο, με ελληνικό στίχο. Και τα παιδιά παλεύουν μόνα τους. Έχουν πολύ ευαίσθητο στίχο, με σκληρό ήχο.

Ο πατέρας μου είχε έρθει από την Προύσσα κι έγινε Ηρακλής. Δεν είναι όλοι οι πρόσφυγες ΠΑΟΚ.

Πώς ένας τύπος που πηγαίνει μόνος στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ και ψάχνεται πολύ με τη μουσική, μιλάει κάθε μέρα για μπάλα σε αθλητικό ραδιόφωνο;
Αρχικά, είμαι τυχερός που έκανα το χόμπι μου δουλειά. Είναι στιγμές που σκέφτομαι ότι όλο αυτό είναι βίτσιο. Να βγαίνεις από ταινία του Godard και να σου λέει ο Μητσάρας, «Με έσφαξε ο διαιτητής κι εσύ, Ασλαμά, κάνεις πλάκα μαζί μου». Είναι πολύ συναρπαστικό. Προσπαθώ αυτά τα δύο να τα παντρέψω και πρέπει να δεις πόσο μοιάζουν. Η Agnès Varda, που λέγαμε νωρίτερα, στα 89 της χρόνια, θα γύριζε την ταινία της ζωής της με όλους αυτούς που βγαίνουν στα αθλητικά ραδιόφωνα. Είμαι σίγουρος ότι οι αδερφοί Coen θα έδιναν και το δεξί τους χέρι για να κάνουν μια ταινία με το χαμίνι της Θύρας 4 και το αλάνι της Αυτόνομης Θύρας 10. Όλα αυτά, είναι ζωή.


VICE Video: Unfair Play - Η Παράγκα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Ποιο είναι το προφίλ του μέσου οπαδού, που βγαίνει να μιλήσει σε αθλητικό ραδιόφωνο;
Με τα χρόνια, αλλάζουν οι γενιές κι επίσης αυτό εξαρτάται από εκπομπή σε εκπομπή. Σε μένα έβγαινε άλλος κόσμος, στο «Καν’ το όπως η Βικτώρια» (σσ: θρυλική εκπομπή, που κράτησε περισσότερα από δέκα χρόνια), και άλλος σήμερα. Παρεμπιπτόντως, λατρεύω και τον David Beckham και τη Victoria. Ο μέσος ακροατής σε αθλητικό ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης; Ηλικιακά είναι 45-50 χρονών κι έχει τελειώσει το Λύκειο. Όχι με άριστα. Ακούει Πάολα και Βέρτη και στα ροκ του ακούει την Πριγκιπέσσα. Από τον Καρρά, όχι από τον Μάλαμα. Κι όταν τον ρωτάς αν βλέπει νέο ελληνικό σινεμά, σου λέει πήγα στο Bachelor με τον Τσιμιτσέλη και τον Nivo.

Αυτή η μονοδιάστατη οπαδική καφρίλα πώς παντρεύεται με την κουλτούρα;
Δεν υπάρχει συνταγή. Εγώ δίνω τροφή στον άλλο και ό,τι πιάσει. Του λέω, για παράδειγμα, ότι το ποδόσφαιρο που παίζει ο Fernando Santos μού θυμίζει ταινία του Αγγελόπουλου κι εγώ δεν ήμουν ποτέ με τον Αγγελόπουλο. Ήμουν πάντα με τον Νικολαΐδη κι ακόμη θρηνώ την απώλειά του. Δεν ήμουν ποτέ με την εικόνα του αντάρτη με το αμπέχονο, που ανεβαίνει στο βουνό, δυόμιση ώρες σκηνή. Ήμουν πάντα με τη σπίντα του Νικολαΐδη, στη Γλυκιά Συμμορία και στα Κουρέλια. Εγώ, λοιπόν, του δίνω τροφή κι όποιος θέλει τσιμπάει αυτό που θέλει. Τώρα, ποιος Νικολαΐδης και ποιος Αγγελόπουλος;

Μάλλον ο Μανώλης Αγγελόπουλος.
Ωραίος ο Μανώλης Αγγελόπουλος και αδικημένος. Μεγαλούργησε σε λάθος εποχή. Αν ζούσε σήμερα, θα τον αποκαλούσαν World Music.

Πού γεννήθηκες;
Στη Θεσσαλονίκη, στα Κάστρα.

Σε τι είδους οικογένεια;
Μεσοαστική. Ο πατέρας μου είχε έρθει από την Προύσσα κι έγινε Ηρακλής. Δεν είναι όλοι οι πρόσφυγες ΠΑΟΚ. Από ενός έτους, πήγαμε στο Ντεπώ. Ο πατέρας μου ήταν λιμενεργάτης. Μου έμαθε να αγαπάω το αγγλικό ποδόσφαιρο και το αμερικάνικο σινεμά. Και ήταν παραδοσιακά Αριστερός.

Τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν μικρός;
Ήθελα να παρατηρώ τον κόσμο. Αυτό που κάνω μέχρι σήμερα. Αν ξαναγύριζε ο Coppola τον «Αταίριαστο» (Rumble Fish), που είναι στις τρεις αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών, δεν θα ήμουν ούτε ο Mickey Rourke ούτε ο Matt Dillon, παρ’ ότι ο Dillon πηδάει τη Diane Lane, για την οποία πεθαίνω ακόμη και σήμερα. Θα ήμουν ο πιτσιρικάς με τα γυαλιά, που σε όλη την ταινία έχει ένα μπλοκάκι και γράφει, παρατηρώντας τους ήρωες.

Ποια είναι η πρώτη σου ποδοσφαιρική ανάμνηση;
Καυτανζόγλειο στάδιο, μουντίλα, χειμώνας, φυσικά με τον πατέρα μου. Ηρακλής-Παναθηναϊκός, το 1971. Ο Ηρακλής με λευκή φανέλα και το μεγάλο «Η» στο στήθος, μπλε ρουά σορτς και λευκές κάλτσες. Κερδίζει με σουτ-ρουκέτα του Ζαφειρίδη. Ήταν πέντε μήνες πριν τον τελικό του Wembley και για εκείνο το ματς είχε πει ο Ferenc Puskás ότι ήταν η ήττα που χτύπησε ως καμπανάκι για να καταλάβουν ότι δεν ήταν αήττητοι.

Πρώτα είμαι Manchester United από τα πέτρινα χρόνια και μετά Leeds United. Με κέρδισαν οι φάτσες παικτών της Manchester. Ο Martin Buchan, ο Denis Las, ο Steve Coppell.

Πώς προέκυψε η αγάπη για το αγγλικό ποδόσφαιρο;
Πρέπει να έχεις έμφυτο αυτό που λέμε pop κουλτούρα, διότι το βρετανικό ποδόσφαιρο είναι ο ορισμός της. Η πρώτη μου ανάμνηση: Έτος 1973, αγωνίζονται στο Καυτανζόγλειο η Leeds United με τη Milan για τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Διαιτητής τότε ο Έλληνας Μίχας, που έσφαξε τη Leeds - μάλιστα πριν λίγα χρόνια Βρετανός ευρωβουλευτής είχε ζητήσει να γίνει έρευνα από την UEFA. Ο πατέρας μου είναι στο γήπεδο και εγώ παρακολουθώ το ματς στην τηλεόραση, ενώ παίζω με τα παιχνίδια μου στο σαλόνι. Όπως βγαίνουν οι ομάδες, βλέπω τους παίκτες της Leeds ντυμένους στα κατάλευκα, με ξανθιά μαλλιά και φαβορίτες. Και λέω, «Αυτοί φαίνονται πολύ καλοί, είναι σαν άγγελοι, με αυτούς θα είμαι».

Παρ' όλα αυτά, είσαι γνωστός φίλος της Manchester United.
Ναι, πρώτα είμαι Manchester United από τα πέτρινα χρόνια και μετά Leeds United. Με κέρδισαν οι φάτσες παικτών της Manchester. Ο Martin Buchan, ο Denis Las, ο Steve Coppell. Ήταν ωραίοι, τους παρατηρούσαν πώς έτρεχαν. Αυτό το στιλ του Coppell, με τους καρπούς σπασμένους προς τα μέσα και σε φουλ ταχύτητα, να ντριπλάρει τους αντιπάλους και να βγάζει παράλληλες σέντρες. Έρωτας, αρρώστια. Είναι σαν μικρόβιο, που περνά μέσα σου. Όπως το Paranoid των Black Sabbath.

Ξεκίνησες ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα;
Ναι, το φθινόπωρο του '81, μαθητής Γ΄Λυκείου, με το ΠΑΣΟΚ λιγότερο από μήνα στην εξουσία. Σπορ του Βορρά και Μακεδονία. Ένας φίλος μου ήταν βοηθός διορθωτή και μου λέει, «Αφού ασχολείσαι και μας λες όλη μέρα διάφορα, έλα από τον εφημερίδα». Ξεκίνησα να γραφω για αμερικάνικο μπάσκετ, αγγλικό ποδόσφαιρο και ελληνικό μπάσκετ. Δάσκαλός μου ήταν ο Σταύρος Μπαλτίδης, που είχε προϊστάμενο τον θρυλικό Σταύρο Ρεπανά.

Με το ραδιόφωνο πότε ξεκίνησες;
Από πειρατικό σταθμό. Είχε ένας συμμαθητής μου έναν πομπό κι εγώ πήγαινα με δίσκους. Θυμάμαι να μας κυνηγάνε στα στενά της Βούλγαρη οι αστυνομικοί με τα ραδιογωνιόμετρα - αυτός να τρέχει με τα μηχανήματα κι εγώ με τους δίσκους. Το πειρατικό ραδιόφωνο ήταν το μοναδικό ελεύθερο ραδιόφωνο που υπήρξε ποτέ στην πόλη.

Δίσκοι: Τι μουσικά ερεθίσματα είχες;
Τα πρώτα ακούσματα ήταν από το κρατικό ραδιόφωνο, από εκεί αγάπησα τον Μάνο Χατζηδάκι και το ελληνικό νέο κύμα, και λυπάμαι που δεν πολυ-αναφέρομαι σε αυτό. Κάποια στιγμή, πιτσιρικάς ακόμη, είχα την τύχη ένας ξαδερφός μου, ο Σταύρος Ζουρνατζής, που έπαιξε και στην τελευταία ΧΑΝΘ της Α΄ Εθνικής, να μου δώσει κάτι κασέτες. Εγώ είχα ήδη ακούσει Deep Purple και Black Sabbath. Στις κασέτες, όμως, είχε Velvet Underground, Lou Reed, από Pink Floyd τα Atom Heart Mother και Ummagumma, και Bob Dylan. Του λέω, «Ρε συ, αυτό δεν είναι ροκ» και μου λέει, «Ροκ είναι, θα καταλάβεις».

Μετά την καταραμένη βραδιά, που η Ελλάδα κατέκτησε το Euro 2004, με ένα ποδόσφαιρο που παιζόταν 30 χρόνια νωρίτερα, προέκυψε μια γενιά νέων οπαδών -εγώ τους λέω μοντέρνους- οι οποίοι κουβαλούν τα κακά στοιχεία των παλιότερων.

Έχεις κι ένα πάθος με τον μοντελισμό;
Είμαι άνθρωπος των αντιθέσεων, μου το έχουν στείλει και σε μήνυμα: Aslamas, a man of contradictions. Δηλαδή, είμαι ερωτευμένος με την τέως βασίλισσα, την Άννα Μαρία. Είμαι ειρηνιστής, ουμανιστής, αλλά έχω τρέλα με την Πολεμική Ιστορία. Ήμουν για πολλά χρόνια πλαστικο-μοντελιστής, έφτιαχνα άρματα, πολεμικά πλοία, αεροσκάφη, αντιτορπιλικά, υποβρύχια. Τρελαίνομαι με Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και Βιετνάμ – ίσως επειδή έχουν και τα δύο ένα pop υπόβαθρο.

Αγαπημένα γκρουπ όλω των εποχών;
Jethro Tull, Thin Lizzy, Ramones.

Μεγαλύτερος παίκτης όλων των εποχών;
Χωρίς συζήτηση, ο George Best, ο πρώτος pop star. Απ’ αυτούς που πρόλαβα να δω να παίζουν, o Bryan Robson. Έπαιξε σε West Brom, Manchester United και υπήρξε θρυλικός αρχηγός της Εθνικής Αγγλίας. Αγωνιστικά ήταν 15 χρόνια μπροστά. Έπαιζε στα χαφ, συνέδεε τον άξονα και ήταν ο πρώτος παίκτης–«φάντασμα» στην αντίπαλη περιοχή. Ατελείωτη δύναμη, καλή τεχνική και μεγάλος πατριώτης για την Εθνική ομάδα της πατρίδας του - έχει παίξει τραυματίας με ενέσεις, με διαλυμένο κεφάλι, πόδι.

Επομένως, τι κοινό έχει η τέχνη με το ποδόσφαιρο;
Τη δημιουργία, τη φαντασία και ότι προκαλούν έριδες. Ξέρω περισσότερες φιλίες που έχουν διαλυθεί λόγω διαφωνιών για την τέχνη παρά για το ποδόσφαιρο. Θυμάμαι συμμαθητές μου να βγαίνουν από το Ριβολί και να πλακώνονται στο ξύλο για ταινία του Makavejev. Και δεν ξαναμίλησαν ποτέ, είναι συναρπαστικό.

Πώς σου φαίνεται η ακραία πόλωση μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης, με αφορμή το ποδόσφαιρο;
Βλέπω πολύ μίσος χωρίς λόγο. Μετά την καταραμένη βραδιά, που η Ελλάδα κατέκτησε το Euro 2004, με ένα ποδόσφαιρο που παιζόταν 30 χρόνια νωρίτερα, προέκυψε μια γενιά νέων οπαδών -εγώ τους λέω μοντέρνους- οι οποίοι κουβαλούν τα κακά στοιχεία των παλιότερων. Επιπλέον, ζούμε σε μια εποχή που το τέρας είναι το Ίντερνετ, το λέω με την έννοια της δύναμης και της επίδρασης. Κι επειδή πουλάει το κακό, το Ίντερνετ πότισε όσους βλέπουν ποδόσφαιρο με πολύ δηλητήριο. Πολύ δηλητήριο, χωρίς λόγο. Συν τοις άλλοις, βγήκε και μια άλλη φουρνιά, που το 2004 ήταν 40-45 χρονών, οι οποίοι μέχρι τότε δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ με την μπάλα και το έχουν πάρει όλο λάθος.

Είμαι άρρωστος με την Όλγα Τρέμη. Η Lagarde μου αρέσει πολύ, ναι, γιατί είναι σικάτη, με ωραίες γάμπες.

Πώς επηρέασε όλο αυτό η κρίση;
Υπάρχει ένα ξέσπασμα για λάθος λόγο. Δεν βλέπω ανθρώπους να ουρλιάζουν στην Τσιμισκή επειδή δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν τυρόπιτα, όμως ουρλιάζουν στο γήπεδο γιατί ένα οφ-σάιντ κόπηκε για τρία εκατοστά. Πέρα από την πλάκα, αυτό δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Θέλω να μου πεις για τη Μαρμίτα, την εκπομπή του Ραπτόπουλου.
Είναι σαν τον «απαγορευμένο καρπό». Πρόκειται για την πιο γνήσια trash εκπομπή στην ελληνική τηλεόραση, με διαφορά. Είναι, όμως, αυθεντικό trash, γιατί πολλοί προσπάθησαν να μαγειρέψουν trash περιεχόμενο, αλλά ήταν φτιαχτό. Η εκπομπή δεν είναι δική μου, είναι του Κωστή Ραπτόπουλου. Ετερόκλητο πάνελ και ορισμένες φορές τόσο κακή, ώστε πλησιάζει στα όρια της Τέχνης. Έχω πάθει σοκ με τα άτομα που μας παρακολουθούν άρρωστα στη Μαρμίτα κάθε Κυριακή βράδυ. Γνώρισα θεατρικούς συγγραφείς, νέα παιδιά από σχολές κινηματογράφου, που στήνονται μετά τα μεσάνυχτα στην τηλεόραση. Δεν υπάρχει αυτό. Είναι εντελώς χύμα. Είναι και λίγο απειλή η Μαρμίτα, γι’ αυτό δεν έχει πάει τόσα χρόνια σε μεγάλο κανάλι, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο παράσημο της εκπομπής. Είναι στιγμές που ακούγονται μεγάλες αλήθειες εκεί. Δεν λέω για την αθυροστομία της, γιατί κι εγώ προσπαθώ να βάλω στοιχεία Εμμανουήλ Ροΐδη. Κι επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια έχουν κοπεί και τα βιντεάκια από τη Μαρμίτα που έπαιζαν σε άλλες εκπομπές.

Σου αρέσει πράγματι ως γυναίκα η Christine Lagarde;
Είμαι άρρωστος με την Όλγα Τρέμη. Η Lagarde μου αρέσει πολύ, ναι, γιατί είναι σικάτη, με ωραίες γάμπες. Εκτιμώ το γεγονός ότι σε κάθε ξενοδοχείο ζητά να έχει προσωπικό γυμναστήριο.

Πώς σου φαίνεται η Θεσσαλονίκη σήμερα;
Αρχικά, έχει πολύ σκοτάδι το βράδυ στον δρόμο και με τρομάζει. Γιάννη, δήμαρχε, έλεος, κάνε κάτι. Ο μέσος Σαλονικιός και το μέσο μαγαζί διασκέδασης, όχι, δεν μου αρέσουν. Με πληγώνει ότι από τη Λεωφόρο Νίκης, μου αρέσουν μόνο τρία μαγαζιά, ο Θερμαϊκός, το On the Road και το Νίκης 35. Είναι ατελείωτη σκυλούπολη σήμερα η Θεσσαλονίκη. Παλιότερα, γινόταν πιο party στον δρόμο, οι δρόμοι γεννούσαν στιγμές. Σήμερα θα μου πεις είναι το Ίντερνετ. Με ρώτησε πρόσφατα ένας πιτσιρικάς ακροατής, «Μάριε, μιλάω με μια κοπέλα τέσσερις-πέντε μήνες, τι λες, να της πω να βγούμε»; Αυτό με τρομάζει. Από εκεί και πέρα, υπάρχει πάντα η δημιουργική μειοψηφία, που δημιουργεί όμως έντονα. Υπάρχουν 700–1.000 άτομα, ένας πυρήνας ανθρώπων, που τους βλέπεις στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, στο θέατρο, σε μία εικαστική έκθεση.

Πού θα ήθελες να ζούσες, αν όχι στη Θεσσαλονίκη;
Στην California.

Να κάνεις τι εκεί;
Το όνειρό μου είναι να ζητιανέψω, έστω για μια ώρα, στη Sunset Boulevard στο Los Angeles και να μου πετάξει ένα δολάριο ο Bret Michaels των Poison ή ο Vince Neil των Mötley Crüe, κάτι τέτοιο. Και να περνούν κορίτσια με καυτά σορτς και ρόλερ, κρατώντας παγωτό χωνάκι.

Info:
Ο Μάριος Ασλαμάς κάνει κάθε πρωί 10:00-12:00 την εκπομπή «Τρόικα» στο αθλητικό ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης Libero 107,4 με τους Χρύσανθο Τσαλτίδη και Δημήτρη Τσορμπατζόγλου.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Ιστορίες Ελληνίδων Μητέρων που Έχασαν τα Μωρά τους

«Ούτε Αγίες, Ούτε Πουτάνες»: Έτσι Ήταν η Ζωή για τις Ελληνίδες της Αντίστασης

Ακόμα να Μιλήσουμε Σοβαρά Για Αυτές τις Φωτογραφίες

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.