Την Πρωτομαγιά του 1944, οι Δρόμοι της Αθήνας Βάφτηκαν με Λωρίδες Πηχτού Αίματος
Μνημείο στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. / Φωτογραφία: Wikimedia Commons
Ιστορία

Την Πρωτομαγιά του 1944, οι Δρόμοι της Αθήνας Βάφτηκαν με Λωρίδες Πηχτού Αίματος

Οι 200 κομμουνιστές μεταφέρθηκαν στο σκοπευτήριο με δέκα φορτηγά και κατά τη διάρκεια της διαδρομής πετούσαν στον δρόμο σημειώματα.
Άννα Νίνη
Κείμενο Άννα Νίνη
1.5.18

«10 η ώρα το πρωί τους φέρανε, και ως τις 2 απ’ το μεσημέρι βάσταξε κείνη η τελετή. Τους μάντρωσαν στο βάθος – βάθος, μες σε κάτι χωρίσματα ένα τετραγωνικό μέτρο χώρο το καθένα απ’ τα τρία, εκεί που, όταν ήταν σκοπευτήριο, γέμιζαν τα πιστόλια τους. Οι αγωνιστές ζήτησαν να σταθούν όλοι έξω, να τιμούν τις ομάδες που στήνουνταν κάθε φορά στον τοίχο, ζήτησαν μόνοι τους να φορτώνουν τα πτώματα για να τα πιάνουν μαλακά, και μόνο με την τελευταία ομάδα ν’ ασχοληθούν oι γερμανοτσολιάδες. Μα δεν τους επιτρέψανε την τελευταία τους θέληση. Τους στοίβαξαν μες στις τρεις τρύπες, και κατά 20άδες έβγαιναν και στήνονταν στον τοίχο. Αντίκρυ στον τοίχο, απάνω σε σιδερένια στρίποδα, στις γωνιές, ήταν τα πολυβόλα. Και τα πυρά τους ρίχναν, διασταυρωνόμενα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης ήταν δυο εργάτες του Δήμου για να νταραβερίζουνται τα αίματα, κι ένας παπάς. Ο παπάς ξεμολόγαγε. Τι του ξεμολογιόντανε oι μελλοθάνατοι; «Χαιρετίσματα στη γυναίκα μου», «Ζήτω ο Κόκκινος στρατός», «Εκδίκηση», « Ζήτω η λευτεριά», «Πεθαίνουμε για τη λευτεριά και τη λαοκρατία». Δεν άντεξε για μια στιγμή ο παπάς, κάνει να στρέψει αλλού το πρόσωπο, τον πρόγκησαν οι Γερμανοί με τα πιστόλια.

Ο κόσμος γύρω στα λοφάκια, και στις ταράτσες, στέκεται βουβός. Ακούγεται καθαρή – καθαρή ομοβροντία και ριπή της κάθε 20άδας. Τότε ο κόσμος άρχισε όλος μαζί να κλαίει. Κλαίγαν και γέροι και παιδιά. Λέγαν: «Κατάρα, ανάθεμα». Φτάνουν απάνω στη στιγμή οι τσολιάδες. Και τραγούδαγαν ενθουσιασμένοι: «Με το χαμόγελο στα χείλη πάν’ οι τσολιάδες μας μπροστά». Πάγαιναν οι τσολιάδες μας μπροστά χειροκροτώντας, συνεχίζοντας του Γερμανού το εξαίσιο έργο! Παραλαβαίνανε τα πτώματα, τα στοίβαζαν σα σφαγμένα αρνιά και φεύγανε με τ’ αυτοκίνητα. Αυτό ήταν το καθορισμένο καθήκον τους στις μέρες εχτελέσεων. Σ’ όλο αυτό το διάστημα οι καμπάνες του συνοικισμού χτυπούσαν νεκρικά. Μια γυναίκα αστυφύλακα, που κοίταζε από ψηλά, τρελάθηκε και την έχει ο άντρας της ακόμα κλεισμένη στο Αιγινήτειο. Ενας απ’ τους εχτελεσμένους ήρωες δεν είχε ξεψυχήσει, σηκώνεται μέσα απ’ το σωρό, κουβάρι, το αίμα στο χαντάκι του ‘φτανε ως το γόνατο, και κάνει κάτι σκέρτσα με τα χέρια, κι αρχίζει να γελά, να ξεκαρδίζεται. Ο κοντινός του Γερμανός του αδειάζει το περίστροφο. Μα δεν εκατάλαβε τίποτα, είχε κι αυτός τρελαθεί.

Ο κόσμος πήρε το ξοπίσω τα καμιόνια που ‘φευγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άντρες βγάζανε στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε και ρίχνανε λουλούδια, κι όλοι ήταν βαρούσες σαν υπνωτισμένοι απάνω απ’ τις σταγόνες το αίμα τους, που ‘τρεχε κι έπηζε, κι η γης δεν το ‘πινε, και γινόταν αυλάκια. Απάνω στο αίμα σκύβοντας και κοιτάζοντάς το, σήκωναν ύστερα πολλοί τα μάτια και τα χέρια τους ψηλά στον ουρανό. Ητανε η απόγνωση. Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης οι εργάτες του Δήμου κουβάλησαν απ’ το δίπλα χωράφι με φτυάρια πολύ χώμα, για να ρουφήξει κι εκεί τα αίματα. Το τμήμα αυτό της ελληνικής γης, απ’ το πηχτό εκείνο υγρό, ήτανε τώρα πια, καθώς λέν’, κορεσμένο.

Την ίδια μέρα όλοι οι γύρω συνοικισμοί κήρυξαν γενική απεργία. Τη νύχτα γενική κινητοποίηση του πληθυσμού, φωνάξανε παρά ποτέ ηρωικά κι ασώπαστα χουνιά, κι όπου είχε στάξει το αίμα τους, και στο ντουβάρι της εχτέλεσης, από ψηλά, κρυφά – κρυφά, απ’ τους τοίχους, σκεπάστηκαν όλα παντού λουλούδια και ρίχτηκαν παντού στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών, προς τους νεκρούς αγωνιστές, το μνημόσυνο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Έτσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων. Έτσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στο χρόνο 1944. Ήταν μια μέρα εξαίσια της άνοιξης, κι όμως η γη η αθηναϊκή δεν είχε ακόμα αρκετά στεγνώσει, για να μπορέσει να ρουφά. Το τόσο πολύ αίμα που χτήνη - άνθρωποι την πότισαν, η φύση πια δεν το δεχότανε, κι αναγκαζόταν το ξαναξερνούσε».


Έτσι περιγράφεται η Πρωτομαγιά του 1944 στο βιβλίο «Πρωτομαγιές 1886 – 1945», της Μέλπως Αξιώτη. Από το τμήμα του βιβλίου που αναφέρεται στις Πρωτομαγιές της Κατοχής, ξεχωρίζει εκείνη η πρώτη μέρα του Μάη, του 1944. Η μέρα που οι ναζιστικές κατοχικές δυνάμεις εκτέλεσαν 200 κομμουνιστές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την δολοφονία ενός Γερμανού στρατηγού και τριών Γερμανών στρατιωτών σε ενέδρα που είχε στήσει ο ΕΑΜ στους Μολάους της Σπάρτης στις 27 Απριλίου του 1944.

Το στρατόπεδο Χαϊδαρίου και ο εκφοβισμός

Το Χαϊδάρι σήμερα είναι ένα από τα προάστια της Αθήνας. Στην ιστορία της εθνικής Αντίστασης όμως, όταν κάποιος λέει «Χαϊδάρι» εννοεί το στρατόπεδο που βρίσκεται που βρίσκεται στους λόφους βόρεια του προαστίου. Το στρατόπεδο εκείνο που χρησιμοποιήθηκε από τους Ναζί για τις εκτελέσεις των κομμουνιστών την περίοδο της γερμανικής κατοχής.

«Το στρατόπεδο λειτουργούσε περισσότερο για τον εκφοβισμό των έξω», θα πουν όσοι έζησαν εκείνη τη βάρβαρη εποχή. Το είχαν ιδρύσει οι Γερμανοί τον Σεπτέμβρη του 1943 σε πρώην στρατιωτικά κτίρια για να εκτελούν και να βασανίζουν Έλληνες αντιστασιακούς και το χρησιμοποιούσαν σαν μια αποθήκη ψυχών, γεμάτη με ανθρώπους που τους άφηναν να γνωρίζουν πως αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα ακουστεί το όνομα τους και θα βρεθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Για τους κρατούμενους ήταν μια καθημερινότητα αβέβαιη, γεμάτη βασανιστήρια ψυχολογικά και σωματικά, χωρίς να γνωρίζουν πότε το ατέρμονο μαρτύριο τους θα τελειώσει, αλλά ούτε και το πώς. Κυρίως όμως, τα όσα ακούγονταν για τα βασανιστήρια στο στρατόπεδο, χρησιμοποιούνταν εκφοβιστικά από τη Γκεστάπο για τους «έξω». Ο παραδειγματισμός χρησιμοποιήθηκε ως μέθοδος καταστολής, ώστε να δείξουν στον αγωνιζόμενο λαό ποια είναι η μοίρα που περιμένει εκείνον που ξεσηκώνεται.

Πολλοί κομμουνιστές που έπεφταν στα χέρια των Ναζί χρησιμοποιούνταν σαν ασπίδα από το στρατό του Χίτλερ, ώστε να αποφεύγουν τις επιθέσεις των αντιστασιακών. Κάποιοι κρατούμενοι προορίζονταν για τις «κλούβες των τρένων». Η «κλούβα» ήταν ένα ανοιχτό βαγόνι με συρματόπλεγμα, που οι Ναζί το έβαζαν μπροστά από τις μηχανές της κάθε αμαξοστοιχίας που χρησιμοποιούσαν. Κάτω από το βαγόνι «κλούβα» αυτό υπήρχαν τέσσερις κούτες με δυναμίτες, που συνδέονταν με το βαγόνι της μηχανής του τρένου. Μέσα στο βαγόνι έβαζαν από 15 έως 30 κομμουνιστές. Σκοπός τους ήταν να αποφεύγουν τις ανατινάξεις και τα σαμποτάζ των ανταρτών με το επιχείρημα ότι «αν ανατινάξετε το τρένο, πρώτα θα ανατιναχτούν οι σύντροφοι σας».

Οι 200 κομμουνιστές μεταφέρθηκαν στο σκοπευτήριο με δέκα φορτηγά και κατά τη διάρκεια της διαδρομής πετούσαν στον δρόμο σημειώματα. Παραλήπτες ήταν οι οικογένειες, οι μανάδες, οι πατεράδες, τα παιδιά και οι σύντροφοί τους.

Οι περισσότεροι ήταν Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές ή εξόριστοι απ' την Ανάφη και τον Αϊ-Στράτη, που μαζί με άλλους κρατούμενους των Τρικάλων είχαν μεταφερθεί στη Λάρισα το 1943. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου τους είχε παραδώσει στους Ιταλούς κατακτητές, όμως μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, οι κρατούμενοι πέρασαν στη δικαιοδοσία των Γερμανών και μεταφέρθηκαν Χαϊδάρι. Λίγο αργότερα, 600 από αυτούς τους κρατούμενους εστάλησαν στην Αθήνα. Κομμουνιστές, ήρωες του Αλβανικού Μετώπου και αντάρτες που είχαν συλληφθεί σε μπλόκα, ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Το 1943, όταν το στρατόπεδο άνοιξε για πρώτη φορά με τα σήματα των SS στις πύλες του, η ΕΑΜική αντίσταση, το ΚΚΕ, ο ΕΛΑΣ είχαν εξελιχθεί σε κύρια δύναμη στις συνειδήσεις των πολιτών, ενώ εκείνη την περίοδο ο ΕΛΑΣ είχε απελευθερώσει αρκετές περιοχές της χώρας. Ο εκφοβισμός των Ναζί προς τους πολίτες ερχόταν συνεχώς με το πρόσχημα των αντιποίνων, σαν την οδό Μέρλιν που λειτουργούσε σαν τον «προθάλαμο» του στρατοπέδου. Το κτίριο της οδού Μέρλιν ήταν από τα πρώτα κτίρια που επέταξαν οι κατακτητές στις 6 Μαΐου του '41, λίγες μόλις μέρες μετά την κατάληψη των Αθηνών από τα γερμανικά στρατεύματα στις 27/4/1941. Εκεί οδηγούνταν αρχικά όσοι θεωρούνταν ύποπτοι από τη Γκεστάπο, ώστε να βασανιστούν, και στη συνέχεια όσους επέλεγαν τους μετέφεραν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, ένα από τα πλέον βάρβαρα, από τα συνολικά 36 στρατόπεδα που είχαν δημιουργηθεί στην Ελλάδα από τις κατοχικές δυνάμεις.

Οι εκτελέσεις στο στρατόπεδο άρχισαν τον Δεκέμβρη του 1943. Αρχικά δύο ή τρεις φορές το μήνα. Όσο όμως τελείωνε η Κατοχή και όσο οι δυνάμεις του ΕΑΜ κέρδιζαν έδαφος, όσο μεγάλωνε η δύναμη και η αποφασιστικότητα του Ελληνικού λαού, τόσο οι Ναζί πολλαπλασίαζαν τις εκτελέσεις.

Η ματωμένη Πρωτομαγιά

Η εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα και άλλες εφημερίδες του Κατοχικού Τύπου είχαν ήδη μπει κρυφά στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, δύο μέρες πριν την Πρωτομαγιά του 1944. Η ανακοίνωση που έφτασε και έμεινε να αιωρείται σαν Δαμόκλειος Σπάθη πάνω από τα κεφάλια των κρατουμένων, ανέφερε πως για κάθε έναν Γερμανό που σκοτώθηκε στην ενέδρα τους Μολάους, θα εκτελεστούν 200 κομμουνιστές. 50 για κάθε Γερμανό Ναζί. Παράλληλα τόνιζε πως Έλληνες εθελοντές, δηλαδή ταγματασφαλίτες, δολοφόνησαν άλλους 100 κομμουνιστές.

Η ανακοίνωση ανέφερε:

Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν:
1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων.
Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος.

Οι Ακροναυπλιώτες ήξεραν πως θα ήταν εκείνοι που θα έφταναν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το ξημέρωμα της 1ης Μάη του 1944, τα ονόματα 200 αιχμαλώτων, αυτός ο κατάλογος των μελλοθάνατων που είχε συνταχθεί στα γραφεία των SS στην οδό Μέρλιν, διαβάστηκε. Οι 200 κομμουνιστές μεταφέρθηκαν στο σκοπευτήριο με δέκα φορτηγά και κατά τη διάρκεια της διαδρομής πετούσαν στον δρόμο σημειώματα. Παραλήπτες ήταν οι οικογένειες, οι μανάδες, οι πατεράδες, τα παιδιά και οι σύντροφοί τους. «Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές» έγραψε στην πορεία του προς το θάνατο ο Δημήτρης Ρεμπούτσικας. «Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι. Πάμε στη μάχη» είχε γράψει με το μολύβι του ο Κώστας Τσίρκας.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης

Ανάμεσα στους 200 αντιστασιακούς που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 ήταν και ο Ναπολέων Σουκατζίδης, εξόριστος κομμουνιστής στον Άη Στράτη από το 1936 από τη δικτατορία του Μεταξά και μετέπειτα κρατούμενος των Ναζί στο Χαϊδάρι. Το όνομά του ήταν μέσα στη λίστα που είχε συνταχθεί στα κεντρικά των SS στην Αθήνα. Ο Διοικητής του στρατοπέδου, όμως, «προσφέρθηκε» να του χαρίσει τη ζωή, αφού ο Σουκατζίδης μιλούσε και έγραφε έξι γλώσσες και συνεπώς του ήταν πολύτιμος. Του είπε τότε πως θα του επέτρεπε να ζήσει και πως θα πήγαινε κάποιος άλλος στη θέση του. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης αρνήθηκε τη «χάρη» και ακολούθησε τους συντρόφους του στην αθανασία.

Η εκτέλεση

Ανά 20 άτομα εκτελούνταν οι αιχμάλωτοι. Τα «παρών» που ακούστηκαν έγραψαν ένα-ένα μια από τις πιο ηρωικές μέρες αντίστασης κατά του φασισμού και του ναζισμού. Οι ρυπές των πυροβόλων ηχούσαν μέχρι τις δύο το μεσημέρι, ανακατεμένα με τον ήχο μιας πένθιμης μακρινής καμπάνας. Δέκα φορτηγά έφυγαν από το σκοπευτήριο της Καισαριανής εκείνη την Πρωτομαγιά του 1944, φορτωμένα πτώματα που άφηναν τεράστιες λωρίδες ζεστού πηχτού αίματος στους δρόμους της Αθήνας. Από την Καισαριανή μέχρι την Κοκκινιά.


VICE Video: Inner Ear: 10 Xρόνια Bινύλια, Kρίση και Rock'n'Roll

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Συνήθως τους εκτελεσμένους τους πέταγαν σε ομαδικούς τάφους στο 3ο Νεκροταφείο. Πολλούς, τους πέταγαν και στους δρόμους. Ο λαός της Αθήνας τους μάζευε και έβαζε μερικά λουλούδια εκεί που οι SS άφηναν τα πτώματα τους. Για τους 200 είχαν δώσει εντολή από την προηγούμενη μέρα, όχι να ανοίξει ένας μεγάλος ομαδικός τάφος, αλλά 200 ξεχωριστοί. Αν και από τον Ιανουάριο του 1944 όσους έθαβαν μετά τις εκτελέσεις τους έγδυναν, τους Ακροναυπλιώτες τους έθαψαν ντυμένους. Ο κόσμος που παρακολουθούσε τα φορτηγά να φεύγουν άφηνε κόκκινα γαρύφαλλα στα σημεία που είχε τρέξει το αίμα.

Για τους 200 της Καισαριανής, για εκείνους που οδηγήθηκαν στον θάνατο φωνάζοντας περήφανα για ελευθερία, είχε τόσο εύστοχα γράψει ο Γιάννης Ρίτσος:

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε ….Τίποτα …Μόνον

θυμηθείτε το : αν η ελευθερία

δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας ,

εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα . Γεια σας.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Αλήθεια, τι Προκαλεί Περισσότερο Έναν Φασίστα;

Βρες Ποιος το Είπε: Ο Αμβρόσιος, οι Ναζί ή το ISIS;

87 Μέρες, 23 Ώρες, 2 Λεπτά και 39 Δευτερόλεπτά στον Ευαγγελισμό Μεταξύ Ζωής και Θανάτου

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.