image 2
Μια Αληθινή Ιστορία

Δύο Γυναίκες Επισκέπτονται το Μέρος Όπου Αυτοκτόνησαν Αγαπημένα τους Πρόσωπα

Για χρόνια επιβίωναν προσπαθώντας να λησμονήσουν. Από αυτή την ημέρα, όμως, ποτέ πια.
28.10.20

Είναι κάποια κείμενα που τα δάχτυλά σου ματαιοπονούν να συντάξουν, από την πρώτη γραμμή. Χάσκεις μπροστά από την οθόνη, προσπαθώντας να οργανώσεις τις σημειώσεις, τις σκέψεις, την αφήγησή σου. Και όταν το καταφέρνεις –συνήθως με κάματο- συνειδητοποιείς πως οι παράγραφοι δεν φέρουν δύναμη αυτοφυώς. Τη δανείζονται από τις καταστάσεις, τους ανθρώπους. Όσα γραφούν παρακάτω, είναι μια εξαίσια ιστορία ανάμεσα στον χαμό και την επιμονή για ζωή. Την απώλεια και τα ψήγματα μιας παρουσίας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Θοδωρή, νομίζω πως σε χρειάζομαι. Δεν θα είμαι μόνη μου», μου είχε γράψει σε ένα σύντομο μήνυμα πριν από περίπου έναν μήνα. Δεν είχα ρωτήσει περισσότερα. Γνώριζα. Αρκεστήκαμε να δώσουμε ένα ραντεβού για την ερχόμενη Κυριακή, σε μια καφετέρια λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου. Σε ένα ήσυχο δρομάκι της Χαλκίδας, που κατηφορίζει προς την παραλία. Έφτασε στη συνάντησή μας μαζί με ένα φιλικό ζευγάρι. Εκτός από το περίσσευμα αγάπης για το θέατρο, με τη γυναίκα από εκείνο το ζευγάρι που τη συνόδευε, μοιράζονταν κάτι ακόμη, πιο ισχυρό και ανυπέρβλητο: Την αυτοχειρία δύο πολύ κοντινών τους ανδρών. Πατέρα και ξαδέλφου.

image 1.jpg

Τότε ήταν που ορίσαμε ένα ταξίδι προς τον τόπο όπου ο πατέρας της είχε κόψει το νήμα της ζωής του. Δεν έχει σημασία πότε και πού έγινε η αυτοκτονία. Αν ήταν σε αυτή ή μια προηγούμενη δεκαετία, σε μια πόλη ή σε κάποιο μακρινό χωριό. Πολύ περισσότερο, δεν ενδιαφέρει ο τρόπος. Αν το απονενοημένο διάβημα εκτελέστηκε με αγχόνη, όπλο ή πτώση. Το μεγαλειώδες αυτών των δύο γυναικών που θα ταξίδευα μαζί τους, είναι πως θέλησαν να αναμετρηθούν με τον εκμηδενισμό που επέλεξαν οι άνθρωποί τους και το επακόλουθο κενό που ακολουθεί.

Αλήθεια, όμως, πώς προσεγγίζεται και αναβιώνεται όλο αυτό; Πώς τοποθετείσαι απέναντι σε αυτό που ο Αλμπέρ Καμύ, στον Μύθο του Σίσυφου, αποκαλεί το μοναδικό πραγματικά σοβαρό φιλοσοφικό ερώτημα: Την αυτοκτονία, που απαντάει στο θεμελιώδες ερώτημα αν η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει να βιωθεί. Στον δρόμο για το σπίτι του αυτόχειρα πατέρα της, δεν είχαμε τη διάθεση να συζητήσουμε. Κοιταζόμασταν με τις άκρες των ματιών μας καθώς ανεβαίναμε τον δρόμο με τις στροφές, προσπαθώντας να μοιραστούμε τα άγχη και τις αγωνίες, τις ενοχές και την αμηχανία που αγκαλιάζουν την αυτοχειρία. Μαζί με το μέγα στίγμα που συνοδεύει όσους μένουν πίσω: Τις οικογένειες και τους στενούς φίλους.

image 5.jpg

Και οι δύο γυναίκες λατρεύουν το θέατρο. Έτσι, μου είπαν, θα ξόρκιζαν τον εκούσιο θάνατο, που είχε «κάτσει» για χρόνια σε ένα μικρό σπίτι με κατεστραμμένη πλέον τη σκεπή. Με μια αυτοσχέδια παράσταση. Τις άφησα να προχωρήσουν στα χώματα και τους στενούς δρόμους, που από μικρό παιδί περπατούσε ο πατέρας της μιας γυναίκας. Την είδα να χαιρετάει τον κόσμο. Ήταν η κόρη του αυτόχειρα. Δίπλα της, με το ίδιο βήμα, η φίλη της, η ξαδέλφη του άλλου αυτόχειρα. Φτάνοντας στο σπίτι, έκοψαν ένα σκουριασμένο σύρμα που κρατούσε την πόρτα και μπήκαν μέσα. Ακολούθησα. Για τα επόμενα 50 λεπτά, έβλεπα δυο γυναίκες να πονούν. Έγινα μάρτυρας της επαναφοράς μνημών που χάνονταν σε κρύπτες του βαθύτερού τους κόσμου. Τις είδα να αγκαλιάζονται μέσα στα χαλάσματα του σπιτιού, όπου η μια γυναίκα είχε ζήσει χρόνια μανιασμένα. Να σηκώνουν τις πέτρες και να τις πετούν με δύναμη σε όσους τοίχους είχαν απομείνει όρθιοι.  Να επαναλαμβάνουν εξαγνιστικά την τελευταία πράξη των ανθρώπων που τις άφησαν πίσω. Να αναπνέουν, να κρατούν την αναπνοή τους, να αναπνέουν ακόμη πιο βαθιά. Νυχτώνοντας, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Ξάπλωσαν στο πίσω κάθισμα σχεδόν αποκαμωμένες.

image 4.jpg

Την επόμενη ημέρα, της έγραψα ένα μήνυμα. «Πώς είσαι;». «Είμαι ακόμα εκεί», μου απάντησε η γυναίκα που την προηγούμενη ημέρα είχε «λειτουργήσει» στη μνήμη του πατέρα της, αλλά και στις δικές της μνήμες και της οικογένειάς της. Μου προώθησε μερικές γραμμές. «Γράμμα στον αυτόχειρα μπαμπά μου», ο τίτλος. «Δεν περίμενα να συμβεί η αυτοχειρία για να πονέσω για εσένα. Συνέβαινε κάθε μέρα της κοινής μας ζωής. Σε αυτές τις λίγες στιγμές που ήσουν παρών. Τις πιο πολλές φορές απουσίαζες σε έναν τόπο βαθύ, σκοτεινό και μακρινό, μέσα σου. Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας της μικρής μάταιης και πικρής ζωής σου. Αλλά, ξέρε το: Τέρμα τα δανεικά! Έτσι ζήσαμε την κοινή μας ζωή. Σαν κάποιος να μας δάνεισε και του χρωστάμε τόκους. Μου πήρε μισό αιώνα σχεδόν για να ξεχρεώσω… Αρκετά. Ποτέ ξανά δική σου. Γ».

image 6.jpg

Στο βιβλίο «Θέα στο σκοτάδι – Χρονικό μιας τρέλας», από τις εκδόσεις Ποταμός, ο συγγραφέας William Styron περιγράφει τη μάχη του με την κατάθλιψη, που τον έφερε στα όρια της αυτοκτονίας. «Εν συνεχεία, μετά το φαγητό, καθώς ήμουν καθισμένος στο σαλόνι, βίωσα μια παράξενη εσωτερική βίαιη διαταραχή, την οποία μπορώ μόνο να περιγράψω ως απελπισία πέρα από την απελπισία. Ξεπρόβαλε μέσα από την παγωμένη νύχτα, μου ήταν αδύνατον να πιστέψω πως θα μπορούσε κανείς να νιώσει τέτοια αγωνία. Παρατηρούσα τον εαυτό μου τρομαγμένος και μαγεμένος συγχρόνως, καθώς ξεκινούσα τις απαραίτητες προετοιμασίες. Επισκέφθηκα τον δικηγόρο μου στη γειτονική πόλη –με την πρόθεση να γράψω ξανά τη διαθήκη μου– και δύο απογεύματα, για μερικές  ώρες, κατέβαλα σπασμωδικές προσπάθειες να προσφέρω στους μεταγενέστερους μια αποχαιρετιστήρια επιστολή». Ο Styron, σε αντίθεση με τους δύο άνδρες, δεν αυτοκτόνησε. Ανέκτησε την υγεία του και το δικαίωμα στη χαρά. Οι δικοί του άνθρωποι γλίτωσαν από τον στιγματισμό και τη βασανιστική αγωνία που επιφέρει η πράξη της αυτοκτονίας. Οι δύο γυναίκες για χρόνια επιβίωναν προσπαθώντας να λησμονήσουν. Από αυτή την ημέρα όμως, μετά από εκείνο το θεατρικό ξόρκι, ποτέ πια.

image7.jpg