FYI.

This story is over 5 years old.

Έπαιξα ένα Σετ 10 Ωρών Χωρίς Διάλειμμα και Έμαθα το Πραγματικό Νόημα του DJing

O νέος resident DJ του Bunker μας εξηγεί πώς τα κατάφερε και μας μιλά για μερικά από τα κομμάτια που τον βοήθησαν στο set του.
PR
Κείμενο Patrick Russell
28.3.16

Tο άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο Thump.

O μεγαλωμένος στο Detroit αλλά ορμώμενος από το Brooklyn Patrick Russell είναι ο πιο πρόσφατος resident DJ του The Bunker, το οποίο δεν το λες και μικρό κατόρθωμα, μιας και το συγκεκριμένο techno πάρτι μετράει πλέον 13 χρόνια ζωής και θεωρείται από τις σταθερές αξίες της ηλεκτρονικής σκηνής της Νέας Υόρκης. Ως ένα από τα βασικά μέλη της δισκογραφικής εταιρείας και κολεκτίβας του Detroit Interdimensional Transmissions, o Russell έπαιξε για πρώτη φορά με τη «φαμίλια» του Bunker το 2009, κατά τη διάρκεια των διαβόητων No Way Back πάρτι. Από τότε, ο Russell έχει συνεχίσει τη συνεργασία του με το νεοϋορκέζικο crew και για να γιορτάσει την πρόσφατη εισδοχή του σε έναν ιδιαίτερα αξιοσέβαστο κύκλο ανθρώπων, που περιλαμβάνει τον συνιδρυτή του Bunker Bryan Kasenic, τον Derek Plaslaiko και τον Mike Servito, κατάφερε πρόσφατα να φέρεις εις πέρας μια «αποστολή» που έχουν καταφέρει μόνο οι πιο έμπειροι DJs: έπαιξε για δέκα ώρες σερί.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η μαραθώνια performance του –ή δοκιμασία μύησης, αν θέλει κανείς να το δει έτσι– ολοκλήρωσε το 36ωρο πάρτι που στήθηκε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο από το Bunker και το Unter στο Market Hotel της Νέας Υόρκης. Επιπλέον, «έδεσε» με την κυκλοφορία του νέου EP του Russell, στο οποίο έκανε remix τριών κομματιών από το back catalog του Bunker. «Μου αρέσει να κάνω remix επειδή μου αρέσει να δουλεύω με ένα σετ από συγκεκριμένες παραμέτρους», είπε ο Russell στο THUMP. «Όταν φτιάχνεις μουσική μόνος σου, βγαίνει από μέσα σου, από την καρδιά σου, το οποίο είναι φοβερό αλλά είναι επίσης και τελείως αόριστο. Με αυτά τα κομμάτια, βρήκα την ευκαιρία να τα πάω σε διαφορετικές κατευθύνσεις από αυτές που είχαν πάρει αρχικά». Διαβάστε τις σκέψεις του Russell σχετικά με το πώς να φέρεις εις πέρας ένα τεράστιο DJ set με στιλ. — Michelle Lhooq

Patrick Russell: Είναι λίγο κλισέ να λες πως ένα DJ set θα πρέπει να ταξιδεύει τον κόσμο. Το λένε πολλοί αυτό, αλλά θεωρώ ότι υπάρχουν πολλοί DJs που το πάνε στον «αυτόματο». Το ότι παίζεις house ή techno δεν σημαίνει ότι δημιουργείς τις συνθήκες για ένα ταξίδι. Μου αρέσει να λέω ιστορίες, να πηγαίνω από ένα σημείο σε ένα άλλο μέσα από ένα χρονικό διάστημα, να δημιουργώ έναν διάλογο με το κοινό. Προσπαθώ να προκαλώ διαρκώς τον εαυτό μου, το οποίο αν και είναι πολύ πιο αγχωτικό, μου παρέχει πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Θα μπορούσα απλώς να παίξω τα τοπ-10 techno κομμάτια από το Beatport, τα οποία είναι εύκολα στο μιξάρισμα, αλλά μου αρέσει να βάζω στον εαυτό μου δύσκολα και να παίζω παλαιότερα κομμάτια από διαφορετικά είδη. Καμιά φορά λειτουργεί απίστευτα, άλλες όχι και τόσο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν σχεδιάζω τα σετ μου ιδιαίτερα. Αυτοσχεδιάζω διαρκώς, γιατί στηρίζομαι σχεδόν αποκλειστικά στο vibe του κοινού. Καμιά φορά νομίζω ότι πολλοί DJs το σκέφτονται πάρα πολύ, ξεχνώντας τι πραγματικά θέλει ο κόσμος. Ακόμα και στα πρώτα μου χρόνια ως DJ, το '93 και το '94, όταν έπαιζα σε σπιτικά πάρτι, ήμουν καλός στο να διαχειρίζομαι το κοινό. Πέρασα άπειρες ώρες σε πικάπ που δεν είχαν καν pitch control. Το να πιέζεις τον εαυτό σου να εξασκηθεί ακόμα και όταν ο εξοπλισμός σου δεν είναι και ο καλύτερος σε βελτιώνει.

Πλέον δεν χρειάζεται πια να προπονούμαι στο σπίτι. Έχω φτάσει σε κάποιο σημείο που παίζω από ένστικτο. Τώρα πια, μπορώ να εμφανιστώ οπουδήποτε με κάποια κομμάτια, να το νιώσω άμεσα και να τα πάω αρκετά καλά. Το timing είναι το πιο σημαντικό. Συνήθως παίζεις με τετράλεπτα κομμάτια τα οποία παίζουν μαζί για κάνα δίλεπτο. Αυτό ουσιαστικά σου δίνει ένα λεπτό να βρεις το επόμενο κομμάτι από ένα thumbdrive με 700 tracks, να το βάλεις στο σωστό tempo, να το βάλεις στη σειρά και να κάνεις την αλλαγή.

Μερικοί bears που έφεραν στην πίστα μερικά πιο φετιχιστικά vibes

Πριν από το Bunker x Unter party του προηγούμενου Σαββατοκύριακου, δεν είχα ξαναπαίξει επί δέκα ώρες. Το μεγαλύτερό μου σετ ήταν 8 ώρες, τον Αύγουστο του 2014, στο πάρτι του Bunker στο Trans Pecos. Τα δεκάωρα σετ χρειάζονται πολύ περισσότερη προετοιμασία και σκέψη. Όταν έπαιξα ένα σετ 2-3 ωρών στο Berghain τον προηγούμενο μήνα, αν και το σκέφτηκα πολύ, έπαιζα ανάμεσα σε δυο DJs που έριχναν σκληρό techno. Δεν μπορείς δηλαδή να ξεφύγεις πολύ. Είναι μεγάλος χώρος που θέλει δυνατή μουσική, αυτό θέλει ο κόσμος. Αυτό είναι αρκετά εύκολο να το πετύχεις σε 2-3 ώρες. Όταν όμως έχεις 10 ώρες μπροστά σου, αλλάζει το πράγμα. Έχεις τη δυνατότητα να «ανοιχτείς» και να δείξεις το πραγματικό εύρος του προφίλ σου.

Ο πρώτος DJ που είδα ποτέ μου να παίζει επί 8 ώρες ήταν ο Donato Dozzy. Μου έδειξε πως υπάρχει τρόπος να ορίσεις τον ρυθμό σου με αυτοσυγκράτηση. Δεν «κυνήγησε» το σετ από την αρχή, κρατώντας τον κόσμο «υπνωτισμένο» και διατηρώντας την ενέργεια εκεί που έπρεπε. Δεν είναι εύκολο. Πριν από λίγους μήνες είδα επίσης τον Theo Parrish να παίζει επί εννέα ώρες σε μια αποθήκη στο Brooklyn. Ήταν σχεδόν το ακριβώς αντίθετο του Dozzy, μιας και δεν ήξερα τι δίσκο θα διάλεγε ανά πάσα στιγμή. Μπορεί να σε πάει από Chicago acid σε jazz fusion, παίζοντας τα πάντα και αλλάζοντας ταχύτητες από το πουθενά, καταφέρνοντας όμως να κρατάει πάντα μια αίσθηση συνοχής. Ήταν απίστευτο. Ο Donato Dozzy και ο Theo Parrish είναι εντελώς αντίθετες περιπτώσεις, αλλά τα καταφέρνουν και οι δύο περίφημα και αντλώ έμπνευση και από τους δύο.

Δύο φίλες στηρίζουν η μια την άλλη ενώ βρίσκονται σε κατάσταση έκστασης

Στο πάρτι Bunker X Unter ήξερα με ποιο track θα ξεκινήσω και από εκεί και πέρα το πήγα όπως το ένιωσα. Είχα φέρει μαζί μου 700 tracks και νομίζω ότι έπαιξα συνολικά γύρω στα 200. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα μόνο digital σε CDJ για τόση ώρα. Ήθελα να βάλω δύσκολα στον εαυτό μου, να πιεστώ να είμαι πιο οργανωμένος και να έχω τα πάντα «χαρτογραφημένα» σε folders. Όταν ακούω μουσική, το κάθε track μου λέει τι θέση θέλει να έχει στο set. Μία ή δύο εβδομάδες πριν παίξω στο πάρτι, ξόδευα μία ή δύο ώρες καθημερινά κοιτώντας όλα τα κομμάτια που είχα στη διάθεσή μου και τις δύο τελευταίες μέρες πριν από το σετ κατέληξα σε ποια φάση θα έπρεπε να παίξω. Μπορώ να ετοιμαστώ εγκεφαλικά, αλλά αν αποφασίσω για πολλά από πριν, τότε καταλήγω να αλλάζω τελείως γνώμη. Προτιμώ λοιπόν να στηρίζομαι σε αυτά που αισθάνομαι εκείνη την ημέρα και δουλεύω με αυτά τα συναισθήματα.

Από τη στιγμή που δεν άρχιζα από το μηδέν –ήταν ένα ήδη «ζωντανό» πάρτι που είχε μετρήσει 26 περίπου ώρες όταν ανέβηκα– ήξερα ότι έπρεπε να το πάω ακόμα παραπέρα και να το κρατήσω εκεί για τη διάρκεια της βραδιάς.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το πρώτο μου track ήταν το Riots in Brixton του Todd Terry. Ο Mike Servito, με τον οποίο μας συνδέει φιλία χρόνων, είχε παίξει πριν από εμένα και ξέρω ότι παίζει πολύ upbeat jacking house, οπότε ήξερα ότι αυτό το κομμάτι θα ήταν τέλειο για αρχή, μιας και θα ήταν κοντά στα δικά του tempo.

Έπαιξα περίπου 6 ώρες σε αυτό το έντονο στιλ πριν αρχίσω να μεταφέρομαι προς πιο minimal jack/drum κομμάτια, όπως αυτά που έβγαζε η Warp στα πρώτα χρόνια της.

Για μιάμιση περίπου ώρα έπαιξα παλιούς δίσκους από το Chicago και jams με πολλά κρουστά, ετοιμάζοντας το κοινό προτού κατευθυνθώ σε πιο acid ακούσματα.

Στο πιο «βαρύ» τμήμα της βραδιάς, έπαιζα πολύ γερμανικό acid από το μέσα του '90. Έπαιξα περίπου έξι κομμάτια του Wolfgang Voigt, ο οποίος κυκλοφόρησε tracks με 30 διαφορετικά ψευδώνυμα, ανάμεσα στα οποία είναι και αυτό, το οποίο έβγαλε ως Love Inc:

Από εκεί, προσπάθησα να παίξω μουσική πιo αφηρημένη και περίεργη. Αυτό με οδήγησε σε ένα τμήμα όπου έπαιζα acid και electro την ίδια στιγμή, μπαίνοντας και βγαίνοντας από κάθε είδος. Κατά τις 6 ή 7 το πρωί άρχισα να παίζω πιο γρήγορο electro, καταλήγοντας σε αυτό το track του Like-A-Tim από το 1996, το οποίο είχε βγει στην Djax-Up-Beats. Είναι ένα upbeat κομμάτι που λέγεται Scale, όπου το tempo αλλάζει. Έπαιζα στα 136bpm και θεώρησα ότι θα είχε πλάκα να παίξω με το tempo στο οποίο βρισκόταν το κοινό. Ο τρόπος που «κόβει» στο τέλος του track μου φάνηκε εξαιρετικός τρόπος να «ρίξω» τη φάση και να δώσω σε όλους την ευκαιρία να ανασάνουν λίγο μετά από 6-7 ώρες ασταμάτητου χορού.

Έριξα τη μουσική στα 119-120 bpm, ακόμα πιο αργά δηλαδή, με αυτά τα δύο επικά μακρόσυρτα tracks για τις επόμενες δύο ώρες, από τις 7 μέχρι τις 9 το πρωί.

Κατά τις 9 το πρωί, ένιωσα ότι το πάρτι έπρεπε να ζωντανέψει πάλι λίγο, οπότε άρχισα να παίζω λίγο Italo disco και μερικά από τα πρώτα του Aphex Twin. Διάλεξα δηλαδή λίγο πιο «ζωντανά», πιο «ελαφριά» κομμάτια προς το τέλος και φάνηκε να λειτουργεί. Προς το τέλος, έκανα αυτό το περίεργο πράγμα όπου πήρα ένα παλιό sample που λέει «this is a bonus track» και αμέσως μετά έβαλα το Cosmic Dancer των T-Rex.

Δεν το σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή, αλλά οι στίχοι του Cosmic Dancer μιλούν πολύ για τον χορό. O κόσμος σε εκείνο το σημείο χόρευε ήδη για 20 και πλέον ώρες και «ένιωσε» απόλυτα το συγκεκριμένο κομμάτι, ανεξάρτητα με την ηλικία του καθενός. Νομίζω πως όταν αφιερώνεις λίγο χρόνο στο να «κατεβάσεις» ωραία το κοινό, είναι κάτι που τους μένει ως τελική εντύπωση.

Βέβαια, τα δεκάωρα σετ είναι σωματικά πολύ δύσκολη διαδικασία, μιας και είναι δύσκολο να μείνεις όρθιος για δέκα ώρες, πιάνεσαι παντού. Προς το τέλος, ειδικά, έσκυβα διαρκώς, τεντώνοντας τα πόδια μου. Αλλά ουσιαστικά η μεγαλύτερη δοκιμασία είναι η πνευματική, καθώς πρέπει να είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος, ισορροπώντας πολλά πράγματα στο κεφάλι σου την ίδια στιγμή, ταυτόχρονα όμως παίζοντας με το ένστικτό σου. Για να το κάνεις πραγματικό συναρπαστικό, πρέπει να έχεις κάτι μέσα σου. Εντέλει, τα πάντα έχουν να κάνουν με τον κόσμο. Πρέπει να ξέρεις τι θέλει ο κόσμος, προτού καν το καταλάβουν οι ίδιοι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Περισσότερα από το VICE

Ήλιος, Σεξ και Θάλασσα: Δουλεύοντας σε Έναν Καλοκαιρινό Παράδεισο

Η Dj με το Μακροβιότερο Residency σε Club της Αθήνας

Οι Νέοι Άνεργοι της Ελλάδας Φωτογραφίζονται Γυμνοί στο Σπίτι τους

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.