FYI.

This story is over 5 years old.

Abhorrenda

Ο Έρωτας Περνάει Ακόμα και για τον Γιάνη Βαρουφάκη

Ο υπουργός Οικονομικών είναι ο επικοινωνιακός δούρειος ίππος μιας κυβέρνησης που ήθελε να αλλάξει τον κοσμο, αλλά αρκέστηκε στο να αλλάξει την ατζέντα. Για πόσο;
2.3.15

Φωτογραφία από τον χρήστη του Flickr Day Donaldson

Την προηγούμενη Παρασκευή είχε κρύο στα περισσότερα μέρη του ανεπτυγμένου κόσμου. Στα γραφεία επικρατούσε αυτή η υποκριτική διεκπαιρεωτική παρουσία της τελευταίας μέρας της εβδομάδας, η αναμονή του σαββατοκύριακου και η ανάγκη για ασημαντότητα. Και ξαφνκά, για ένα μεγάλο διάστημα εκατομμύρια άνθρωποι ασχολήθηκαν με πρωτόγνωρο πάθος με ένα από τα πιο ασήμαντα πράγματα στην ιστορία του κοσμου: Με το χρώμα ενός φορέματος. Η ιστορία είναι γνωστή

Για λόγους κακού φωτισμού και εγκεφαλικής αντίληψης των χρωμάτων, ένα μάλλον κακόγουστο φόρεμα σε κάποιους φαινόταν χρυσό και λευκο και σε κάποιους άλλους, μπλε και μαύρο. Η υπόθεση είναι τόσο ανούσια όσο ακούγεται, αλλά κρύβει από πίσω και την ανάγκη των καλωδιωμένων ανθρώπων του 2015 να περάσουν κάπως μαζικα την ώρα τους. Να νιώσουν πως συμμετέχουν όλοι σε μια παράσταση, σε μια παγκοσμια διαφωνία, σε ένα virtual καφενείο όπου ο καθένας έχει την άποψη του.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το «φόρεμα» της Παρασκευής, αυτό το τόσο ακατανοητο viral με έναν περίεργο τρόπο μπορεί να μας φέρει στο μυαλό το προηγούμενο παγκοσμιο viral: Τον Γιάνη Βαρουφάκη.

Σταχυολογώ κάποιους από τους τίτλους και τις «ειδήσεις» που μπορείς να δει κανείς στο παγκοσμιο internet για τον Γιάνη Βαρουφάκη τον τελευταίο μήνα: «Ο Γιάνης Βαρουφάκης δεν θέλει να φορέσει γραβάτα», «Ο Γιάνης Βαρουφάκης περπάτησε στον δρόμο και έφαγε ένα κουλούρι», «Ο Γιάνης Βαρουδάκης ντύνεται για την οικονομία που έχει – όχι για την οικονομία που θέλει», «Ο Γιάννης, έγινε Γιάνης επειδή τον ενοχλούσε η αισθητική των δυο "ν"», «Ο Γιάνης πάει στην Αίγινα χωρίς αστυνομική προστασία», «Ο Γιάνης λέει ουάου, «Ο Γιάνης οδηγάει τη μηχανή και χάνεται στο σκοτάδι», «Ο Γιάνης σηκώνει επιμελώς ατημέλητα τον γιακά του», «Ο Γιάνης ντύνεται σαν bouncer σε club του Μάντσεστερ», «Ο Γιάνης ψωνίζει πουκάμισα από το internet», «Ο Γιάνης σχεδιάζει τα πουκάμισα του ο ίδιος», «Ο Γιάνης είναι ο Τσακ Νόρις της παγκόσμιας οικονομίας».

Θα μπορούσα να συνεχίσω την σταχυολόγηση των ανούσιων, viral ειδήσεων για πάντα - από την σύζυγο του Δανάη Στράτου, μέχρι την καθαρίστρια του πανεπιστημίου Αθηνών που έφερε ως παράδειγμα στο Eurogroup, οτιδήποτε αγγίζει έστω και ακροθιγώς ο υπουργός Οικονομικών, γίνεται viral.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης πάντα έτσι ήταν: Όταν ήταν καθηγητής έγραφε στον πίνακα το κινητό του και παρότρυνε τους ερωτευμένους με την αμεσότητα του, φοιτητές του να τον παίρνουν τηλέφωνο. Στο βιογραφικό του έχει γράψει ένα μικρό διήγημα για το ποιός είναι: «Καθηγητής οικονομικών που έγραφε για χρόνια σιωπηλός δυσνόητα ακαδημαϊκά κείμενα μέχρι να βγει στην επιφάνεια από την πολεμική της παρανοϊκής και αναπόφευκτης οικονομικής κρίσης». Επίσης, είναι ο άνθρωπος που θεωρεί το μεγαλύτερο του κατόρθωμα (μεχρι στιγμής) ότι η αυστραλιανή κυβέρνηση πέρασε έκτακτο νόμο για να ακυρώσει την εβδομαδιαία εκπομπή του από το κρατικό ραδιόφωνο της Αυστραλίας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αν μπορούμε να συνδέσουμε τα ψήγματα του βιογραφικού του, θα λέγαμε πως πρόκειται αναμφισβήτητα για έναν έξυπνο, διαβασμένο προβοκάτορα. Για έναν ακαδημαϊκο που κατάλαβε πως υπάρχει ζωή έξω από το Πανεπιστήμιο, για έναν άνθρωπο με λατρεία στο να ενοχλεί το εκάστοτε καθεστώς. Για έναν άντρα με μια ιδιαίτερη αγάπη στο να ξεχωρίζει, με έναν ναρκισσισμό που δεν είναι απαραίτητα κακός: Οι άνθρωποι που σκέφτονται πολύ τον εαυτό τους, συνήθως είναι καλοί στη δουλειά τους, ακόμα και αν λένε μεγάλες κουβέντες, όπως έγραφε ο ίδιος το 2010: «Το 1982 πήρα την μεγάλη απόφαση της πανεπιστημιακής καριέρας. Αυτό σήμαινε μια ζωή με πολύ λιγότερα χρήματα και εξουσία. Όμως, μια ζωή με μέγιστη ελευθερία έκφρασης και δυνατότητα αυτο-κριτικής (και αυτοσαρκασμού ακόμα). Ήταν μια επιλογή που δεν παίρνω πίσω. Όλον αυτό τον καιρό, συνομιλώ (έστω και στα κρυφά) με πολιτικούς όλων σχεδόν των κομμάτων. Αυτό έχει σημασία στον Καιρό της Κρίσης. Μου δίνει την δυνατότητα να τους βοηθώ αλλά και να τους κρίνω όλους (και τον εαυτό μου συνάμα). Την στιγμή που θα ανέβω στο μπαλκόνι και θα πω "ψηφίστε με", ξάφνου τίθεμαι εναντίον όλων των υπόλοιπων. Δεν μου έχω εμπιστοσύνη ότι, μετά από μία κίνηση, θα διατηρήσω την σκέψη μου ανεξάρτητη, καθαρή. Δεν το θέλω. Και δεν θα το κάνω». Αλλά ας μην είμαστε αυστηροί, τα χρόνια της κρίσης έχουν ανατρέψει και σημαντικότερα θέματα από μια άποψη, ειδικά τόσο ελκυστική όπως η δουλειά του Γιάνη Βαρουφάκη.

Screenshot από το YouTube

Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, ποιά είναι η δουλειά τους ακριβώς; Ο Γιάνης Βαρουφάκης από την πρώτη στιγμή που εξελέγη (με 132.211σταυρούς στην Β' Αθήνας, περισσότερους από κάθε άλλον υποψήφιο βουλευτή), από εκεινη την Παρασκευή που έδειξε να αλλάζει τους τρόπους του παιχνιδιού επιλέγοντας μια σκηνοθετημένη κόντρα με τον Γερούν Ντάιτσελμπλουμ μπροστά στις κάμερες, έμοιαζε με τον επικοινωνιακό δούρειο ίππο μιας κυβέρνησης που ήθελε να αλλάξει τον κοσμο, αλλά αρκέστηκε στο να αλλαξει την ατζέντα. Και το κατάφερε - την αλλαγή της ατζέντας, όχι του κόσμου.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης σε όλο αυτό το διάστημα των περίεργων διαπραγματεύσεων, αν μη τι άλλο κατάφερε να μιλήσει ως ισοϋψής μπροστά στο Ιερατείο της Ευρώπης για το αδιέξοδο ελληνικό πρόγραμμα δανεισμού. Για την αυτοκαταστροφική λιτότητα, για το πρόγραμμα το οποίο ακόμα και το ΔΝΤ έχει χαρακτηρίσει αποτυχημένο - αλλά (ω του παραλογισμού!) και επιβεβλημένο. Ηταν ένας δούρειος ίππος που σε επίπεδο εκκεντρικότητας κατάφερε να ορίσει το παιχνίδι διαφορετικά: Να αλλάξει τα δεδομένα της επικοινωνίας. Να μιλήσει για την λογική σύνδεση της λιτοτητας με τους ναζί μπροστά στα γερμανικό ακροατήριο. Να διχάσει την Ευρώπη και έπειτα να την ενώσει εναντίον μας. Να πάρει μια συμφωνία που λίγοι έχουν καταλάβει τι σημαίνει, αλλά προς το παρόν να παραμείνει στο ευρώ ως αδικημένος συγγενής. Συμπεριφερόμενος κάπως σαν υπερήρωας κατά της λιτότητας, εμπνευσμενος από την VALVE, την εταιρία video games στην οποία δούλευε, έλαμψε επικοινωνιακά.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Και κάπου εδώ, σταματάει η επικοινωνία και εμφανίζεται η πραγματικότητα - αυτή στην οποία προσέκρουσε ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά από τον πρώτο μήνα διακυβέρνησης του. Μετά από αυτόν τον περίεργο μήνα, έρχονται μέσα στον Μάρτιο κιόλας η ανάγκη να βρεθούν εκτός από τους μισθούς και τις συντάξεις και 1,4 δις. προς το ΔΝΤ καθώς και επιπλέον 800 εκατομμύρια σε τόκους και χρεολύσια. Την ώρα που συμβαίνει αυτό, ο Γιάνης Βαρουφάκης δίνει περίπου 8 συνεντεύξεις την ημέρα, κάνει search στις αναφορές του ονόματος του στο twitter -πιθανότατα και στο google- πλακώνεται με δημοσιογράφους των Financial Times και παρουσιάζει μια τρομακτική επικοινωνιακή παρουσία με την ευγλωττία, την αμεσότητα και την γοητεία του.

Το ζήτημα όμως δεν είναι πάντα πώς τα λες, αλλά και τι λες. Και εδώ και λίγο καιρό ο λόγος του φαίνεται κάπως μπερδεμένος. Αν ξεπεράσουμε το ανεκδιήγητο «ο κόσμος δεν θέλει δουλειές, θέλει αξιοπρέπεια», μια τόσο ατυχή δήλωση που κοντράρει το εφιαλτικό «ένας εργαζόμενος ανά οικογένεια» του Γιώργου Παπανδρέου θα προσέξουμε πως όταν μιλάει για τη σχέση με την Ευρώπη έχει έναν παρελκυστικό, εθνικιστικο και επικίνδυνο λόγο που χτυπάει περισσότερο στην σύγκρουση, παρά στην σύγκλιση μαζί της. Χρησιμοποιεί διαρκώς με εναν προπαγανδιστικο τρόπο την έννοια της «εθνικής υπερηφάνειας» όχι όμως σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, αλλά περισσότερο απειλής. Και μέσα σε αυτό το ζαλιστικό μοτίβο επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης, ένα μοτίβο που θυμίζει τα πουκάμισα του, δεν έχει εξηγήσει το πιο σημαντικό: Τι ακριβώς θα γίνει;

Θα συγκρουστούμε με την Ευρώπη και θα οδηγηθούμε εκτός ευρώ; Θα συμφωνήσουμε ένα καλύτερο πρόγραμμα; Θα ζήσουμε αξιοπρεπείς αλλά πεινασμένοι; Θα συνεχίσουμε να ενοχλούμε, αλλά δεν θα έχουμε να πληρώσουμε τις συντάξεις; Και αν θα πάμε στη δραχμή, αν αποφασίσουμε την αξιοπρέπεια από την σύμβαση με την Ευρώπη, τι ακριβώς θα σημαίνει αυτό; Πρακτικά, πώς θα το εξηγούσε στην κόρη του;

Ολα τα viral έχουν την εξήγηση τους. Και ο επικοινωνιακός χείμαρρος του Γιάνη Βαρουφάκη είναι το τέλειο πακέτο. Εχει όλα τα στοιχεία που μπορούν να κάνουν το internet να τρελαθεί. Μόνο που τα viral έχουν ένα κακό: Είναι ταχείας καύσης: Μετά από λίγο ξεχνιούνται και το αδηφάγο κοινό πρώτα τα αποδομεί και μετά τα ξεχνάει.

Και αν στην περίπτωση του ήδη ξεχασμένου φορέματος τίποτα δεν έχει αλλάξει στη ζωή μας, κάποιος πρέπει να απαντήσει τι θα γίνει αν η περίπτωση Βαρουφάκη αποδειχθεί πως ήταν απλώς ένα viral με καλές προθέσεις, αλλά μικρή αντοχή στην σύγκρουση με την πραγματικότητα. Αν δεν υπάρξουν πρακτικές λύσεις, αν η ευκαιρία της λογικής αλλαγής χαθεί κάτω από την επικοινωνία, τότε το viral θα γίνει κουραστικο, θα αποδομηθεί, θα πεταχτεί και θα αναζητηθεί το επόμενο. Εμείς όμως, θα είμαστε ακομα εδώ.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.