FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Οι Ravers που Θεωρήθηκαν «οι πιο Επικίνδυνοι Άνθρωποι στη Μεγάλη Βρετανία»

H κολεκτίβα DiY από το Νότινγκαμ, είχε ένα όραμα για μια άλλη κοινωνία.
SO
Κείμενο Scott Oliver
24 Αύγουστος 2014, 10:34pm

Μια από τις πρώτες φωτογραφίες της κολεκτίβας DiY (όλες οι φωτογραφίες ανήκουν στους DiY)

To 1990, οι DiY, μια νέα κολεκτίβα που ήθελε να διοργανώνει ελεύθερα πάρτι, αποφάσισε να πάει στο Free Festival -το φεστιβάλ που «έτρεχε» δίπλα από αυτό του Glastonbury- με τον εξοπλισμό του και τους δίσκους του, μην έχοντας την παραμικρή ιδέα για το τι θα βρει εκεί. Οι κατασκηνωτές και ταξιδιώτες που έστηναν το event, ήταν παιδιά μιας άλλης χημικής γενιάς, αυτής που την έβρισκε με Hawkwind, speed και acid και αρχικά κοιτούσαν απορημένοι αυτούς τους νέους από την πόλη, με τα χάπια και τις house μουσικές τους.

Οι DiY όμως έμειναν εκεί για τρεις ημέρες και μέσα σε αυτό τον χρόνο, γεννήθηκε μια μοναδική συνεργεία, που βρήκε τους Happy Mondays και τον Bill Drummond των KLF να έρχονται μετά το Glastonbury και το σαββατοκύριακο να τελειώνει με τον Bez (των Happy Mondays) να χορεύει με το χαρακτηριστικό του στυλ σε ένα χωράφι, δίπλα σε ένα πόνι, φορώντας μόνο τις κίτρινες γαλότσες του. 72-Hour Party People.

Αν υπήρξε ποτέ ένα όνομα που περιέγραφε ακριβώς έναν ηθικό κώδικα, μια ιδεολογία, αυτό άνηκε στους DiY. Δηλώνοντας την αντίθεσή τους απέναντι στα κουμπωτά συνολάκια και τις απολαύσεις της καταναλωτικής κοινωνίας, ξεκίνησαν μια μουσική, ψυχική και κοινωνική περιπέτεια. Ένα πείραμα επάνω στο γλέντι. Χωρίς ολικό πλάνο, ή μανιφέστο. Απλά μια σκέψη: Κάντο μόνος σου.

Η ανάγκη για απόδραση βέβαια συνδέεται πάντα με την κοινωνία από την οποία θες να αποδράσεις και σε αυτήν την περίπτωση, ο απωθητικός μπαμπούλας της ιστορίας των DiY ήταν η Margaret Thatcher.

(Από τα αριστερά) Simon DK, Damien Stanley και Jack

Ο βασικός πυρήνας, ο Harry, o Simon DK, o Jack, η Emma, o Digs και ο Woosh, συναντήθηκαν στο Νότινγκαμ στα τέλη της δεκαετίας του '80, θεμελιώνοντας την σχέση τους μέσα στο επιδραστικότατο κλαμπ Garage, όπου και ξελογιάστηκαν από τους περιέργους και μαγικούς ήχους της house. Σύντομα, αποφάσισαν ότι θέλουν να κάνουν κάτι δικό τους. Δανείστηκαν λεφτά για να αγοράσουν τον εξοπλισμό τους, το επονομαζόμενο «Μαύρο Κουτί» και τον Νοέμβριο του 1989, άρχισαν να οργανώνουν πάρτι σε σπίτια στα προάστια της πόλης, στην συνέχεια σε αποθήκες και από εκεί κατέληξαν στην ιστορική τους συνάντηση με τους κατασκηνωτές του μικρού αδερφού του Glastonbury το επόμενο καλοκαίρι.

Μέσα στα επόμενα -γεμάτα με πάρτι- τρία χρόνια, οι DiY έφεραν ένα ηχηρό κομμάτι του Νότινγκαμ στην γη του βασιλιά Αρθούρου. «Τα πρώτα χρόνια ήταν λίγο σαν τον Ρομπέν των δασών», θυμούνται οι ίδιοι. «Αγνοούσαμε τον νόμο, πολεμούσαμε με τις αρχές, χορεύαμε σε κάθε σημείο της χώρας και εξαφανιζόμασταν όταν ξημέρωνε».

Σε αυτό το σημείο πλέον, η αστυνομία είχε δημιουργήσει το Pay Party Unit, μια ειδική ομάδα που είχε βασικό σκοπό να ελέγξει την rave σκηνή, με το στόχαστρό της καρφωμένο στα «μεγάλα κεφάλια». «Η αστυνομία έψαχνε την μεγάλη μπάζα, την βαλίτσα τίγκα στα πεντόλιρα», λέει ο Τζακ. «Ουσιαστικά ήθελαν το πρωτοσέλιδο της Sun, ήθελαν άλλον έναν  Tony Colston-Hayter (ο διάσημος διοργανωτής των Sunrise πάρτι). Δεν καταλάβαιναν γιατί υπήρχαν ένα μάτσο τύποι που έκαναν πάρτι τζάμπα, δεν έβλεπαν τον λόγο πίσω από όλο αυτό».

O Harry των DiY συμμετέχει σε διαμαρτυρία κατά του νέου Νόμου Ποινικού Δικαίου

Η μεγάλη στιγμή τους ήταν το περίφημο Castlemorton Common Festival, «το Γούντστοκ της γενιάς μας», όπως το χαρακτηρίζει ο Digs, που μεταμορφώθηκε στην μητέρα όλων των πάρτι, όταν τα ρεπορτάζ των τοπικών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών γύρω από αυτό, λειτούργησαν ως φάρος για 30.000 άτομα και εν τέλει οδήγησαν στην θέσπιση του νέου Νόμου Ποινικού Δικαίου και τους αποκλειστικούς αντί-τέκνο όρους του. Ο Digs και ο Woosh έφτασαν μετά από ένα σετ τους στο Λίβερπουλ και θυμούνται πως «οι δρόμοι ήταν γεμάτοι, έβλεπες ανθρώπους να σκαρφαλώνουν πάνω από αυτοκίνητα, το απόλυτο χάος. Ήταν λες και έβλεπες σκηνή από το Mad Max. Και όλα αυτά σε μια εποχή χωρίς κινητά και ίντερνετ. Αλλά τελικά και το από στόμα σε στόμα λειτουργεί μια χαρά όταν πρόκειται για το που μπορείς να πας και να περάσεις καλά».

Μέχρι να φτάσει το 1997 και η συμμετοχή τους στον συνέδριο In The City του αφεντικού της Factory Records, Tony Wilson, οι DiY χαρακτηρίζονταν ως ο «νούμερο ένα πολιτισμικός κίνδυνος της Μεγάλης Βρετανίας». Ο κίνδυνος βέβαια ξεπηδούσε από το γεγονός ότι γύριζαν εντελώς την πλάτη σε κάθε κίνητρο κέρδους.

Ο Digs πίσω από τα decks

«Πολλοί από τους ιδιοκτήτες των κλαμπ, οι υπεύθυνοι δισκογραφικών με τους οποίους είχαμε πάρε-δώσε, δεν καταλάβαιναν γιατί δεν αλλάζαμε, έτσι ώστε να πνιγούμε στο χρήμα», λέει ο Harry. «Αν δεν το έπιανες, ε οκ, τότε δεν το έπιανες. Εμείς το πιάναμε και το ίδιο έκαναν και οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που έρχονταν στα πάρτι και τα φεστιβάλ μας».

Ακόμα κι έτσι όμως, οι DiY δεν ήταν μόνο ελεύθερα πάρτι, λέει ο Pete Woosh. «Θέλαμε να δώσουμε και αν φτιάξουμε καινούργια και καλή μουσική, να κάνουμε τον κόσμο να χαμογελάει, να κάνουμε την διαφορά». Η DiY discs, μαζί με τα αδελφά σωματεία της, την DiY Diversions και την Strictly 4 Groovers, έβγαλαν πάνω από 100 δωδεκάιντσα, άλμπουμ και συλλογές και βοήθησαν να φανούν παραγωγοί της περιοχής όπως ο Charles Webster, ο Atjazz, ο Nail, οι Schmoov! Rhythm Plate, οι οποίοι αποτέλεσαν την βάση γύρω από την οποία χτίστηκε ο «ήχος του Νότινγκαμ», ένα είδος deep house, που άρχισε να ακούγεται σε διάφορα σκηνικά που πήραν την έμπνευσή τους από τους DiY.

(Από τα αριστερά) Ο Diggs, o Harry, o Woosh και ο Simon DK όπως είναι σήμερα

H εταιρεία μπορεί να κατέρρευσε τελικά και οι δουλειές των DiY να μειώθηκαν με την είσοδο στα 00ς, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι οι ίδιοι δεν εμφανίζονταν κατά καιρούς σε πάρτι σε διάφορα μέρη της χώρας και τώρα πια ετοιμάζονται για το επόμενο επεισόδιο σε αυτό το πείραμά τους: τα 25α τους γενέθλια.

«Δεν είχαμε κάποια μεγάλο πλάνο όταν ξεκινήσαμε», λέει γελώντας ο Harry. «Ο μόνος στόχος που είχαμε ήταν να στήσουμε τα καλύτερα πάρτι στην ιστορία της ανθρωπότητας και θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάποιες φορές δεν απείχαμε και πολύ από αυτό».

Όπως θα έλεγε και με μια φωνή το τρελαμένο κοινό τους: «Άλλο ένα!».

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter Facebook και Instagram.