Image: Flickr: Christopher DombresΈνα βράδυ τέλη Φλεβάρη περπατάω στην Ζωοδόχου Πηγής. Τα σκουπιδιάρικα για κακή μου τύχη έχουν απεργία. Περπατάω, κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στις δεκάδες σακούλες που έχουν πλημμυρίσει το πεζοδρόμιο, κι ενώ τα μούφα-σταράκια που αγόρασα από ένα χαμογελαστό Νιγηριανό στο Μοναστηράκι πέρσι, έχουν ήδη ποτίσει απʼ τα ζουμιά και τη λάσπη και πρέπει μάλλον να πεταχτούν, παρατηρώ έναν μαραμένο τύπο να εξέχει από ένα μπλε κάδο. Περνούν λίγα λεπτά και αναδύεται με τα χέρια αδειανά. Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται όλη η απογοήτευση του πλανήτη: δεν έχει βραδινό για σήμερα.Ο τύπος αυτός είναι γνωστή φυσιογνωμία της Πανεπιστημίου. Τον βλέπω τα πρωινά πηγαίνοντας στη δουλειά. Κάθεται με το πλαστικό του ποτήρι από νωρίς το πρωί, μία στην γωνία Εμμανουήλ Μπενάκη, μία στην Ασκληπιού. Η γωνία της Χαριλάου Τρικούπη είναι καπαρωμένη από άλλον, ένα σκελετωμένο τύπο, με σκαμμένη μούρη και κουτσουλιές από περιστέρια στα μαλλιά και γύρω στο λαιμό του ένα κομμάτι από χαρτόκουτο, που γράφει «πρώην άνθρωπος- πριν άνθρωπος, τώρα άστεγος». Είναι καλή καβάτζα κι εκείνη την ώρα ο κόσμος πάει στις δουλειές του και μπορεί μεν να βιάζεται, όμως υπάρχουν κι εκείνοι που ρίχνοντάς του μια κλεφτή ματιά σταματούν ή ενώ τον προσπερνούν, γυρίζουν πίσω. Έχει πλάκα αυτό το σκηνικό αν το δεις από μακριά, έχει κάτι γελοίο να βλέπεις τις κουστουμαρισμένες, clean-cut φιγούρες να σταματούν ξαφνικά σαν ένα αόρατο τείχος να υψώνεται μπροστά τους και να τους κόβει το δρόμο. Κάτι εκείνη την ώρα σπάει τη μηχανική ρουτίνα των χειρονομιών τους, κάτι τους αναγκάζει να βάλουν το χέρι στην τσέπη, να ψαρέψουν για ξεχασμένα ψιλά, κάτι βάζει σε κίνηση την νυσταγμένη συνείδηση. Αυτή η γενναιοδωρία του πνεύματος κοστίζει βέβαια, 10, 20, 50, λεπτά. Άλλος, πιο φιλάνθρωπος, μπορεί να δώσει και 1 και 2 ευρώ, μα όχι παραπάνω.Η ευγενική για μένα φυσιογνωμία της Πανεπιστημίου λοιπόν, βρίσκεται και πάλι μπροστά μου. Από την στιγμή που βγήκε απ’ τον κάδο, σηκώνοντας το παντελόνι του βιαστικά, σκέφτομαι εμμονικά δυο σάντουιτς πού έχω από χτες αφημένα στην τσάντα να σαπίζουν. Τον πλησιάζω και τον χτυπώ με το δάκτυλο στη πλάτη. Με κοιτά απορημένος. Μαζεύεται. Κρατάω την πολύπαθη τσάντα μου στον ένα ώμο, ανοίγω το φερμουάρ και βγάζω από μέσα τα σάντουιτς τυλιγμένα ακόμη, με αγάπη -αθάνατη Ελληνίδα μάνα- σε δυο κομμάτια αλουμινόχαρτο.«Πάρτα», του λέω. Γυρίζει τις παλάμες του ανάποδα, δάχτυλα γαμψά και αγκώνες δεξιά και αριστερά, σφιχτά χωμένους στα πλευρά του. Το κεφάλι σκυφτό, η πλάτη καμπούρα, περιμένει. Του δίνω τα σάντουιτς στα χέρια του και εκείνος τα χώνει με μια γρήγορη κίνηση στη μεγάλη τσέπη της καμπαρντίνας του.Βγάζω το καπνό απ΄το μπουφάν και στρίβω ένα τσιγάρο. «Θες;» του λέω. Το πιάνει προσεχτικά χρησιμοποιώντας τις άκρες του αντίχειρα και του δείκτη. Συνειδητοποιώ ότι καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να μην με ακουμπήσει.Του πιάνω το χέρι και το σφίγγω. Κι ο γέρος παθαίνει τη πλάκα του και με κοιτάει κατάματα για πρώτη φορά και δεν ξέρω πώς να νιώσω και προς στιγμήν με πιάνει ναυτία και συνειδητοποιώ ότι έχω κάτι το απάνθρωπο, δεν μπορώ να αφουγκραστώ και να κατανοήσω όλα όσα υπαινίσσεται το βλέμμα αυτό το γεμάτο ευγνωμοσύνη.
Φωτογραφία: Flickr: Tilemahos EfthimiadisΤότε χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο Α. και κράζει γιατί περιμένει, λέει, πάλι. Χαιρετάω το γέρο λοιπόν και τρέχω για να βρω τον Α.Ο Α. γκρινιάζει για τα λεφτά, γκρινιάζει που απ’ το άγχος δεν του σηκώνεται πια, γκρινιάζει γιατί απ’ το πολύ το junk food και τα ξίδια μπήκε η άνοιξη και είναι συν δέκα κιλά, γκρινιάζει γιατί χάλασε το λαπ-τοπ και δεν ξέρει τι θα κάνει το σαββατοκύριακο χωρίς scandal, γκρινιάζει ασταμάτητα και όταν του περιγράφω το σκηνικό με το γέρο της Πανεπιστημίου μπας και ξεκολλήσει λίγο, ο Α. βγάζει απ’ το παντελόνι του ένα μπουκαλάκι με απολυμαντικό τζελ και μου λέει κοιτάζοντάς με αμηχανία και σιχαμάρα «Ελπίζω να τα έπλυνες τα χέρια σου ε;».Αν είσαι στο δρόμο, μου λέει στη συνέχεια ο Α., μάλλον βρίσκεσαι εκεί γιατί είσαι κλέφτης ή γιατί είσαι ναρκομανής, τζογαδόρος, αλκοολικός, απατεώνας, χαραμοφάης και περίμενες απ’ τους άλλους να σου κάνουν τη δουλειά. Τα πράγματα είναι απλά, πολύ απλά για τον Α. και «Κανονικά θα ‘πρεπε να τους μαζέψουν όλους να μην τους βλέπουμε. Έγω μαλάκας είμαι που δουλεύω;» Αλλά όπως έγραψε κι ο Καμύ σ’ ένα βιβλίο που μου δάνεισε κάποτε ένας και καλά-αλτέρνατιβ ψευτο-αναρχικός γκόμενος που έβγαινα παλιά «Άδικα πιστεύουμε πως τα ‘απλά’ προβλήματα έχουν ‘απλές’ λύσεις και πως το εμφανές καταλήγει στο εμφανές.»Ο ρασιοναλιστικός ουμανισμός στον οποίο πάνω στηρίζεται η διαλεκτική του Α. έχει κάτι από το αμερικανικό όνειρο που σου λέει ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα αρκεί να δουλέψεις σκληρά κι ότι αν υποφέρεις μάλλον σου αξίζει. Δεν ξέρω αν ο γέρος που υποφέρει στην Πανεπιστημίου ή αν οποιοσδήποτε στη θέση του το αξίζει. Δεν ξέρω γιατί δεν έχει ένα γνωστό, ένα συγγενή, έστω ένα φίλο απ’ το δημοτικό να του προσφέρει ένα πιάτο φαγητό ή ένα μέρος για να κοιμηθεί λίγες μέρες κι αντ’ αυτού κοιμάται στα παγκάκια σε αυτοσχέδια καταφύγια από χαρτόκουτα και νάιλον. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό.Αυτό που με απασχολεί είναι ο υπόκωφος, καθημερινός φασισμός που κρύβεται στα λόγια του Α. και όλων των Α. Γιατί φασίστας δεν είναι μόνο ο μπρατσωμένος τύπος με τις σιδηρογροθιές που στα 30 του τη βρίσκει με το να παίζει ρωμαϊκή πάλη σε κατασκηνώσεις, ο οποίος μισεί και φοβάται τους γκέι και δέρνει τη γυναίκα του. Σίγουρα ο Α. δεν είναι φασίστας μ’ αυτήν την έννοια, και σίγουρα κάποιες εκφάνσεις του φασισμού είναι περισσότερο επικίνδυνες από άλλες. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να μας προβληματίσει. Γιατί ο χαλαρός ασυνείδητος φασισμός του Α. που οδηγεί σε δηλώσεις τύπου “Να τους μαζέψουμε όλους, να μην τους βλέπουμε” κρύβει μέσα του ένα διαστροφικό ορθολογισμό.Να εξηγήσω: Το να δεχτείς ότι κάτι είναι λογικό δεν το κάνει αυτόματα καλό ή κακό, δίκαιο ή άδικο. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα, διότι η δύναμη της λογικής μας κάνει να πιστεύουμε ότι όλα μπορούν εξηγηθούν κι ότι άμα εξηγούνται, δικαιολογούνται κιόλας. Και στα πλαίσια αυτά, ο γέρος της Πανεπιστημίου τα ‘θελε και τα ‘παθε και ενδεχομένως κι εγώ που ασχολούμαι, ασχολούμαι γιατί είμαι γυναίκα και είμαι ευαίσθητη και φταίει ο υπέρμετρος συναισθηματισμός μου που λαβώνει τη λογική μου και δεν με αφήνει να βλέπω καθαρά.Όμως μήπως αυτή η τυφλή ανάθεση του προβληματισμού και των όποιων αντίστοιχων προβληματισμών, στην ευγενική και τρυφερή μου φύση δεν αρκεί; Ο αλτρουισμός, η φροντίδα, οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι γυναικείο θέμα, μας αφορά όλους. Μήπως απλά το παρακουράσαμε με αυτό το παραμυθάκι και πρέπει να το δούμε αλλιώς;
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
