Διασκέδαση

Έγκλημα και Καλοκαίρι: «Το Θέρος»

Το διήγημα του Γιάννη Μόσχου για το αφιέρωμα βιβλίο του VICE Greece.
VICE Staff
Κείμενο VICE Staff
15.8.19
1216298690_6d96718a0f_o
Φωτογραφία: Flickr/Indraneel

Κάθε μέρα το VICE Greece παρουσιάζει σε πρώτη δημοσίευση διηγήματα με θέμα «Καλοκαίρι και Έγκλημα». Το παρακάτω διήγημα που έγραψε ο Γιάννης Μόσχος για το αφιέρωμα βιβλίο, έχει τίτλο «Το θέρος». Ο Γιάννης Μόσχος (γεν. 1982) μεγάλωσε στη Γάβριανη του νομού Μαγνησίας. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων). Εργάζεται στην Αθήνα ως ιδιωτικός υπάλληλος. Γράφει στίχους και ιστορίες. Διήγημά του έχει δημοσιευθεί στη συλλογή Ιπτάμενο Πλοίο από τις εκδόσεις by the book. Το Τοκορόρο είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Eπιμέλεια αφιερώματος: Μελπομένη Μαραγκίδου


Θέρος, τρύγος, πόλεμος αποσταμό δεν έχουν.

Μ’ αυτή, ακριβώς, τη σκέψη η Βαβά άνοιξε τα μάτια της. Σήκωσε το μεγάλο γέρικο κορμί της και έριξε μια ματιά στον εδώ και πενήντα χρόνια άντρα της που κοιμόταν του καλού καιρού στο διπλανό κρεβάτι.

«Σήκω, άιντε να φύγουμε, ξημέρωσε, θα βράζ’ ο τόπος σε λίγο».

Ιούνης μήνας. Θεριστής. Φέτος έκαιγε πιο πολύ από ποτέ. Τους έκαιγε η ζέστη, τους έκαιγε και η μαύρη ώρα που τους βρήκε. Έβαλε την παλιά ξεφτισμένη φούστα, ζώθηκε με την ποδιά της, μάζεψε με τη μαντίλα τα μαλλιά της και όρμησε στην κουζίνα. Δεν ξεκουράστηκε. Δεν τη χώραγε ο τόπος όλο το βράδυ. Άρπαξε με νεύρο το μεγάλο ταψί, το λάδωσε, το αλεύρωσε κι έπιασε να φτιάξει το ζυμάρι για να το ανακατώσει μετά με τα κομμένα χόρτα και τα πράσα. Το έστρωσε, έριξε από πάνω λίγο λάδι και το άφησε εκεί δίπλα να το ψήσει η κόρη της. Ξανάριξε μια περιφρονητική ματιά στον άντρα της.

Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γδυτός ο κώλος τη Λαμπρή.

Κακορίζικε, τόσα λεφτά!

Δεν είχε βρει ησυχία. Βγήκε, πήγε στο κοτέτσι, τάισε τις κότες και άρχισε να φορτώνει τον γάιδαρο με όσα θα χρειάζονταν στον θερισμό. Έλεγε θα είχε ήσυχα γεράματα, δεν ήθελε πολλά, μια μπουκιά ψωμί να πορεύεται. Αλλά δεν θα είχε ούτε αυτό. Ο κακορίζικος! Τεμπέλης κι αγαθός, μια ζωή. Πώς να ζήσεις έτσι;

«Σήκω, είπα! Δεν ακούς; Ξημέρωσε απ’ να σε πάρει ο διάολος!» του φώναξε από το παράθυρο.

Ήθελε να τον πιάσει και να τον πνίξει με τα ίδια της τα χέρια με τα μαντάτα που της έφερε. Τόσα νεύρα! Θυμήθηκε την παντρειά της. Άργησε να παντρευτεί, έπρεπε να βολέψει δύο αδερφάδες πρώτα. Κι αυτή ήταν η πιο όμορφη. Ψηλή, με πράσινα μάτια και κατάλευκο δέρμα. Δυνατή, ψωμωμένη, όχι καμιά λιανή. Προκομμένη σαν άντρας. Πολλοί τη ζήτησαν, μα ο πατέρας της δεν την άφηνε. Έβλεπε ότι οι δύο μικρότερες δεν είχαν πέραση και έβαλε μπρος το σχέδιο. Παρουσιαζόταν αυτή για νύφη στα κανονίσματα και στα προξενιά με τον γαμπρό και αργότερα στην εκκλησία εμφανιζόταν η μικρότερη αδερφή. Πού να κάνει πίσω ο γαμπρός, τα κουμπούρια έβγαιναν εύκολα. Μόλις βόλεψε τις αδερφάδες της, είπε ότι ήρθε η σειρά της. Είχε μεγαλώσει και λίγο, φορτώθηκε τον πρώτο που της έλαχε. Τον Γιωργάκη με τ’ όνομα και τη χάρη. Ο πατέρας της είπε πάρ’ τον, δεν θέλει και προίκα, αλλιώς θα μείνεις μονάχη.

Δούλεψε σε όλη της τη ζωή για δύο. Ο Γιωργάκης ήταν όλο καφενείο, πόκα και ουζάκι. Η Βαβά έκανε κουμάντο. Είχε τα οικονομικά, μεγάλωσε την προίκα λίγο παραπάνω, έσπειρε και μια στάλα στάρι, σιγά σιγά αγόρασε το Κάτω Χωράφι, το ζερβό. Και τον αγάπησε τον ανθρωπάκο αυτόν, ας ήταν αγαθός και τεμπέλης, τι να σε κάνω, τέτοιος είσαι μέχρι χθες βράδυ που ήρθε και της το ξαμόλησε. Ότι έπαιζαν χαρτιά και μετά το γύρισαν στα λεφτά και πόνταρε σε κάτι άσους και το ρημαδιακό το χαρτί δεν τον πήγαινε με τίποτα. Είχε πιει και δύο ουζάκια παραπάνω, και πού να φύγει, γύρναγε το χαρτί σιγά σιγά, και δανείστηκε λίγα λεφτά από τον Γκιόσα, μπας και ρέφαρε, αλλά τζίφος. Όλο από κει. Άσοι, ρηγάδες, δεκάρια. Και να τα ούζα και στους άλλους όλο το χαρτί. Εδώ να γυρίσει, εκεί να γυρίσει, τίποτα. Και έχασε πολλά, και τα δικά του και τα δανεικά.

Να σε πάρει ο διάολος, συφοριασμένε!

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ετοίμασε την πίτα, βόλεψε τις κότες, γέμισε τα τσουβάλια με στάρι, τρόχισε τις κοσιές, μάζεψε τις τριχιές, φόρτωσε τον γάιδαρο και μπήκε στο σπίτι όλο νεύρα. Μπροστά της είδε τον Γιωργάκη με το σώβρακο να ξύνει το κεφάλι του.

«Μα καλά, ρε ανεπρόκοπε, δανεικά από τον Γκιόσα; Ξέρεις τι σημαίνει Γκιόσας;»

«Ωχ, μωρέ, τι ήθελα και σ’ τα ’λεγα».

«Δεν θα τα μάθαινα π’ να σε πάρει και να σε σηκώσει; Πώς θα τον πληρώσεις;»

«Ε, θα δούμε. Κάτσε να θερίσουμε πρώτα. Μετά το καλοκαίρι».

«Σήμερα τελειώνει ο θερισμός. Ποιο καλοκαίρι περιμένεις; Τίποτα δεν θα έχουμε τον χειμώνα, ξεράθ’καν όλα. Ο τόπος βράζ’. Καίει η γης. Στάλα νερό δεν έχει πέσει».

«Θα χαλέψω λίγο καιρό και σιγά σιγά θα τα δώκουμε. Τι να κάνω, να πεθάνω; Έγινε τώρα, πάει, δεν ξεγίνεται!»

«Να πεθάνεις, αυτό να κάνεις! Ρε ξέρεις τι σημαίνει Γκιόσας; Τρίδιπλα θα σ’ τα χαλέψει. Έχει ξεσπιτώσει κόσμο αυτός, Θεό δεν λογαριάζει. Πανάθεμά σε, συφοριασμένε!»

Η Βαβά ένιωσε αδύναμη. Πήγε στο δωμάτιο της κόρης της και την κοίταξε που κοιμόταν, να πάρει θάρρος. Ο Θεός άργησε να της τη δώσει. Γκαστρώθηκε αργά, στα σαράντα της. Καλοκαίρι ήταν όταν το έμαθε. Ντράπηκε πολύ, να λεν οι συγχωριανοί ότι έκανε τέτοια πράματα στην ηλικία της. Βάλθηκε να το ρίξει το παιδί. Καβάλαγε άλογα, φορτωνόταν ξύλα και νερό και κουβαλούσε χιλιόμετρα, έσκαβε το καταμεσήμερο. Τίποτα. Άντεξε το κορίτσι. Και το γέννησε και το αγάπησε πιο πολύ απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Και όταν της έλεγαν «δεν πειράζει που ’ναι κορίτσι», αυτή αγρίευε. Ήταν η αμαρτία της, η ζωή της. Και δούλεψε σαν σκυλί για να της αγοράσει το Κάτω Χωράφι για προικιό.


Η Φυλή του Κρητικού Σερφ

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Τα φόρτωσαν και πήγαν στο Κάτω Χωράφι. Σουφρωμένοι και οι δύο, φαρμάκι, να θερίζουν μέσα στη αποπνικτική ζέστη, σ’ αυτή την κάψα του καλοκαιριού, η Βαβά να κόβει με την κοσιά τα στάχυα όλο νεύρα, λες και έκοβε τα ποδάρια του Γκιόσα και του άντρα της, και ο Γιωργάκης τρομοκρατημένος να δένει τα δεμάτια κάτω από τον καυτό ήλιο και να μην τολμάει να ζητήσει ούτε νερό. Θεριστές και οι δύο των σταχυών, θεριστές μιας ζωής που δεν έζησαν ποτέ, που ονειρεύτηκαν και σιγά σιγά μίσησαν, μιας ζωής που δεν την ήθελαν ούτε να τη σκέφτονται τώρα που ξεμάκραινε για τα καλά. Θεριστές καταμεσής του θέρους. Δεν ήξεραν μπάνια και θάλασσες. Είχαν ακούσει, αλλά δεν ήξεραν. Γι’ αυτούς το καλοκαίρι σήμαινε θέρισμα, αλώνισμα και πήξιμο τυριού. Και προετοιμασία για τον χειμώνα που ερχόταν.

«Βαβά! Εσύ θερίζεις;»

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μια φωνή τους διέκοψε και η Βαβά με τον Γιωργάκη σηκώθηκαν.

«Ναι, εγώ!»

«Κι ο Γιωργάκης δένει;» Ο επισκέπτης χαζογέλασε υποτιμητικά. «Για έλα να σου πω μια κουβέντα, να πάρεις και μια ανάσα».

Ήταν ο Μανιάς, ψυχοπαίδι του Γκιόσα. Η Βαβά πλησίασε με το μυαλό της να τσουρουφλίζεται κυριολεκτικά και μεταφορικά.

«Σε θέλει ο Γκιόσας, λέει, το βραδάκι, να πας από κει. Μόλις τελειώσεις, άμε πέρνα μια βόλτα».

Η Βαβά κατάλαβε.

***

«Δε μου λες, ρε Βαβά! Πώς σε βάφτισαν; Δεν μπορεί να σε είπαν Βαβά», τη ρώτησε κοιτάζοντάς την. Δεν είχε ξαναδεί ψηλότερη και δυνατότερη γυναίκα.

Εκείνη κοντοστάθηκε. Λες και είχε ξεχάσει τ’ όνομά της. Σε λίγα δευτερόλεπτα είπε: «Ασπασία».

«Και το Βαβά;»

«Έτσι μ’ έλεγε η μάνα μ’. Έλεγαν την πεθερά της Ασπασία. Δεν το ’θελε. Με έλεγε Βαβά γιατί έτσι την έλεγα κι εγώ», είπε κοιτάζοντας τη θέα από τη βεράντα.

Είχε πέσει ο ήλιος αλλά η ζέστη εκεί, ακούραστη να τους τσουρουφλάει, εκδικητική. Δεν είχε ξαναπάει εκεί, πρώτη φορά στο σπίτι του. Συνήθιζε να τριγυρνάει στο χωράφι της, στις δουλειές της, άντε μέχρι της Γιάννενας το σπίτι. Και στο καφενείο πήγαινε μόνο για τα κανονίσματα της εκκλησίας, του πανηγυριού και τέτοια, όχι για χασομέρι. Μπροστά της, στο τραπέζι, έστεκαν αχλάδια κρυστάλλια, ροδάκινα και κάνα δυο πεπόνια, μάλλον άγουρα αλλά μοσχοβολούσαν κι έτσι παλευόταν κάπως η μπόχα που ερχόταν από τον Γκιόσα.

Η Βαβά πήρε τα μάτια της από τη θέα και τα έριξε στον άντρα απέναντί της. Γέρος και άσχημος, με αυτή τη μυρουδιά της απλυσιάς που η ζέστη του καλοκαιριού την έκανε ανυπόφορη. Είχε λακίσει η γυναίκα του γιατί την έδερνε. Κι άλλοι έδερναν τις γυναίκες τους, αλλά αυτός την παράδερνε. Γνωστός και για τις απατεωνιές του σε όλα τα γύρω χωριά. Ένας λεχρίτης εβδομήντα χρονών. Είχε πιάσει κάποια λεφτά από τον πατέρα του και τα αυγάτισε με τοκογλυφίες. Κι όποιοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν, τους έπαιρνε τα χωράφια και μετά τους τα νοίκιαζε χρυσάφι. Έτσι έκανε και με τους Νασαίους από το Πέρα Χωριό, έτσι έκανε και με τον Μπέκο. Τα νοίκιαζε γιατί αυτός αποκλείεται να τα δούλευε. Δεν είχε πιάσει τσαπί ποτέ στη ζωή του. Τα χέρια ξεζάρωτα. Και η Βαβά που είχε δουλέψει για δυο ζωές, τον κοιτούσε τώρα παράξενα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Τι με θες, Γκιόσα;».

«Παναής, παρακαλώ. Κι εγώ θα σε φωνάζω Ασπασία».

«Βαβά να με λες! Τι θες, Παναή;»

«Ε, τι να θέλω; Να κουβεντιάσουμε».

«Σαν τι έχουμε να κουβεντιάσουμε δηλαδής;»

«Δεν έμαθες τα χθεσινά; Δεν σου ’πε ο άντρας σου;»

«Τι να μ’ πει δηλαδής; Ότι τον μεθύσατε και τον κοροϊδέψατε και τον κλέψατε στα χαρτιά; Καλά, δεν ντρέπεστε να κοροϊδεύετε αθώο ανθρωπάκι; Πού θα τα βρει τα λεφτά να σε ξεπληρώσει; Τι ατιμίες είναι αυτές;»

«Α, έτσι δηλαδή;»

«Αμ, πώς;»

«Ο άντρας σου, Βαβά μ’, έπαιξε τα λεπτά και δεν του έφταναν που τα έχασε, έπαιξε και τα δικά μας. Έχουμε μάρτυρες. Ντροπής πράγματα να με κατηγοράς για τέτοιες κλεψιές. Δεν είμαι εγώ τέτοιος…»

«Το τι είναι ο καθένας, άσ’ το».

«Τι θες να πεις, Βαβά μ’; Κοίτα, επειδή βλέπω, δεν συνεννοούμαστε, να σ’ το κάνω λιανά. Θέλω τα λεπτά μ’ μέχρι τέλος της βδομάδας, διαφορετικά θα πάρω το Κάτω Χωράφ’ και τη σοδειά του για να πατσίσουμε. Τώρα αν θες να σου πω και τ’ άλλο για να το σκεφτείς κι αυτό, δώκε μου την κόρη σου. Λογική λύση. Μια γυναίκα σαν εσένα θα καταλάβει. Μονάχη της αυτή, μόνος κι εγώ, ωραία θα περάσουμε. Κι αυτή κι εγώ…» και κάπου εκεί η Βαβά ένιωσε το μυαλό της να μουδιάζει και ενστικτωδώς σταμάτησε να ακούει.

***

Είχε πλέον βραδιάσει. Το βήμα της βαρύ κι ασήκωτο. Είχε δουλέψει κι είχε δουλέψει, πρώτη φορά ένιωθε ότι δεν μπορούσε να περπατήσειΤο προικιό του κοριτσιού ή το ίδιο το κορίτσι!

Η σκέψη και μόνο της λατρεμένης της κόρης στο πλευρό αυτού του λεχρίτη βρομόγερου που έδερνε τη γυναίκα του, την έκανε να ζαλίζεται. Γι’ αυτόν έφαγε τα χέρια της όλο αυτόν τον καιρό; Πώς να πει στην κόρης της να πέσει στα χέρια αυτουνού του γέρου για να γλιτώσουν το χωράφι; Τέτοια ήταν η τύχη της; Είχε προσωπική εμπειρία απ’ αυτά. Να θυσιάσει το κορίτσι; Αλλά από την άλλη, ποιος θα την έπαιρνε χωρίς προικιό; Ποιος θα την κοιτούσε; Ο παλιοκλέφταρος, είχε βάλει στο μάτι το χωράφι και το κορίτσι. Και δεν χόρταινε με το χωράφι, ήθελε και τη σοδειά. Να πεθάνουν, δηλαδή, φέτος από την πείνα. Και δεν έπαιρνε και από παρακάλια, αμετάπειστος. Στα γόνατα έπεσε.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Χωράφι και σοδειά ή κορίτσι. Τέλος».

Έκατσε σε μια πέτρα να ξαποστάσει και να ανασάνει. Ήταν κι αυτή η ζέστη και η υγρασία βραδιάτικα. Τι καλοκαίρι κι αυτό! Κάθε θέρος είχαν τρεχάματα. Μια δεν είχε σοδειά, μια πέθανε ο πατέρας της, μια έμαθε ότι θα γένναγε, τώρα αυτό. Λες και κάθε θέρος, ο Θεός τούς δίνει πέντε σπυριά στάρι και παίζει με τις ζωές τους. Μαύρη η ώρα που τα πήρε αυτά τα χωράφια, δεν έμενε με τις κατσίκες της!

Πλησίασε στο σπίτι. Είδε φως. Η κόρη της έπλεκε. Ο άντρας της ξαπλωμένος.

Συφοριασμένε.

Στο μυαλό της ήρθε τότε που πάλευε να ρίξει το κορίτσι, όταν το κουβάλαγε μέσα της.

Μια φορά αμαρτάνει ο άνθρωπος, δεύτερη δεν συγχωρείται.

Δεν ξανασκέφτηκε. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Δεν θα έλεγε τίποτα στον Γιωργάκη, πάντα μονάχη κανόνιζε αυτές τις δουλειές.

Ξεκίνησε. Σε λίγο έφτασε έξω από το σπίτι που ήταν πριν από κάποια ώρα. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, ανέκφραστο. Σίγουρο. Πλησίασε μέσα στα σκοτάδια, ιδρωμένη από τη ζέστη του καλοκαιριού κι από τις σκέψεις. Ανέβηκε στη βεράντα από την πίσω σκάλα. Περπάτησε με σταθερό βήμα και στάθηκε μπροστά στον Γκιόσα. Αυτός απόρησε στην αρχή, μετά γούρλωσε τα μάτια του βλέποντας μια κοσιά θερισμού να σηκώνεται έτοιμη να του θερίσει το κεφάλι, λες κι ήταν στάχυ καταμεσής του θέρους.

Μετά από κάποια δευτερόλεπτα η Βαβά έστεκε ακίνητη μπροστά στο κατακόκκινο από τα αίματα πτώμα του Γκιόσα. Το πρόσωπό της παρέμενε ανέκφραστο και σίγουρο. Τα χέρια της έκαιγαν κρατώντας την κοσιά, όπως όταν θέριζε. Ένας θεριστής κι αυτή, καταμεσής του θέρους, έτοιμη να μαζέψει τη σοδειά. Μόνο που δεν θα τη χαιρόταν η ίδια. Σήκωσε την κοσιά και την έμπηξε στο στέρνο της. Κάτω από την αποπνικτική ζέστη ενός από τα θερμότερα καλοκαίρια των τελευταίων χρόνων, το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν: «Μια φορά αμαρτάνει ο άνθρωπος. Δεύτερη δεν συγχωρείται».

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Fahima, η Rabiya και η Farzana Δολοφονήθηκαν στα Ελληνοτουρκικά Σύνορα

Μέσα στα Ασιατικά Μπαρμπέρικα της Θεσσαλονίκης

Φωτογραφίες Από τη Lowriding Σκηνή του Λος Άντζελες

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.