ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Nightlife

Το Savoir Vivre των Ελληνικών Μπαρ

Μην γίνεις αυτός ο τύπος που κανείς δεν θέλει να σερβίρει.

Κείμενο Άννα Νίνη
30 Μάρτιος 2017, 9:06am

Σχεδόν οι μισοί κάτοικοι αυτής της χώρας έχουν δουλέψει σαν σερβιτόροι και μπουφετζήδες. (Kαι εδώ πριν συνεχίσουμε να πούμε πως οι άνθρωποι είναι μπουφετζήδες ή έστω Barmen και Barwomen και σταματήσε τους τίτλους όπως «bartender», «mixologist», «Μοριακός βιολόγος Amaretto-πορτοκάλι» ή οτιδήποτε άλλο παρουσιάζεται σαν τίτλος μεταπτυχιακού. Και τώρα που λύσαμε αυτή τη μικρή λεπτομέρεια πάμε παρακάτω). Για όσους έχουν εργαστεί σε χώρους εστίασης το savoir vivre των Μπαρ είναι αυτονόητο. Για ορισμένους που δεν έχουν εργαστεί, επίσης. Υπάρχουν όμως και ορισμένες κατηγορίες πελατών που δεν το γνωρίζουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν βασικούς κανόνες που βασίζονται στην ανθρώπινη συνύπαρξη.  Είναι και εκείνοι που θέλεις να τους βάλεις μέσα στην παγομηχανή και να τους αφήσεις εκεί -ίσως- αιώνια. 

«Μπορείς να τσακώνεσαι με τους πελάτες, αλλά για το καλό σου μην θυμώνεις. Εσύ στο τέλος της βραδιάς θα πάρεις τα λεφτά σου και θα φύγεις. Ο μαλάκας που θα έρθει και θα σε πρήξει θα παραμείνει μαλάκας»

Στην πρώτη μου δουλειά σαν μπουφετζού, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα μπαρ, τη φιλοσοφία τους και το αλκοόλ περισσότερο από κι από τον Jim Beam, πέρα από τα βασικά που έπρεπε να ξέρω, μου έδωσε δυο πολύ βασικές συμβουλές: Η πρώτη ήταν πως για τη δική μου ευκολία, θα πρέπει τα μπουκάλια είναι πάντα γυρισμένα με την ετικέτα να φαίνεται, και η δεύτερη ήταν κάπως έτσι: «Μπορείς να τσακώνεσαι με τους πελάτες, αλλά για το καλό σου μην θυμώνεις. Εσύ στο τέλος της βραδιάς θα πάρεις τα λεφτά σου και θα φύγεις. Ο μαλάκας που θα έρθει και θα σε πρήξει θα παραμείνει μαλάκας και αφού κλείσει το μαγαζί και ειλικρινά δεν μπορείς να κάνεις και πολλά γι΄αυτό».

Το απόσταγμα σοφίας εκείνης της ημέρας το χρησιμοποίησα σε όλες τις δουλειές που πήγα. Κυρίως όταν αυτές οι δουλειές ήταν σε μπαρ, γιατί ειλικρινά η εξίσωση: Βράδυ+χαλαρή διάθεση+αλκοόλ, μπορεί να κάνει αρκετούς ανθρώπους να βγουν εκτός ορίων. Για να γλιτώσει κάποιος τέως συνάδελφος μου από την ψυχική, σωματική, πνευματική ταλαιπωρία μπορείς να κάνεις ή να μην κάνεις δέκα πολύ απλά πράγματα, που αποτελούν πάνω κάτω τους άγραφους κανόνες για τους ανθρώπους στα ποτάδικα όλου του κόσμου. 



Πριν φωνάξεις αυτόν/αυτή που βρίσκεται πίσω από την μπάρα πρέπει να ξέρεις τι θα παραγγείλεις

Ναι, φιλαράκι sorry κιόλας, αλλά το να με φωνάζεις για να με ρωτήσεις «τι καλό έχουμε απόψε», για να μου ζητήσεις να σου φτιάξω «ό,τι θεωρώ κατάλληλο», ή το να με βάλεις στη διαδικασία να περιμένω όσο αναρωτιέσαι επί δέκα λεπτά «μμμμ, τι να διαλέξω», είναι εκνευριστικό. Η διαδικασία πηγαίνει ως εξής: Σου βάζω νερό, φεύγω, αποφασίζεις τι θα πάρεις, με φωνάζεις, παραγγέλνεις. Φτιάχνω ποτάρα, φέρνω ποτάρα, πίνεις ποτάρα. Δεν είμαι εκεί για να γίνω ινστρούχτορας σου, ούτε για να λύσω το υπαρξιακό σου. Όπως και στη ζωή όταν δεν ξέρεις τι θέλεις, δεν βάζεις κανέναν άλλο στο δίλημμα σου. 

Υπομονή

Όταν βλέπεις ότι έχεις παραγγείλει μεν το ποτό σου και ο εργαζόμενος του μπαρ κάθεται και τρώει κάσσιους έχεις κάθε λόγο να παραπονεθείς. Όταν βλέπεις ότι το μαγαζί είναι τίγκα στον κόσμο και ο άλλος έχει πενήντα χαρτάκια μπροστά του με παραγγελίες που ήρθαν πριν από τις δικές σου, θα περιμένεις. Και υπάρχει ένας βασικός λόγος για τον οποίο θα αναγκαστείς να περιμένεις. Ο μπάρμαν δεν είναι χταπόδι. Έχει δυο χέρια και κάνει ό,τι μπορεί για να τελειώνει με τις παραγγελίες και να κάνει επιτέλους ένα τσιγάρο. Πίστεψε με, θέλει να φτιάξει το ποτό σου και να τελειώνει με αυτό περισσότερο απ' όσο θες εσύ. Μην το φωνάζεις συνέχεια και προς θεού μην πεις ποτέ τη φράση: «Τι θα γίνει τελικά με το ποτό μου ρε  φιλαράκι;». 

Περιμένεις να έρθει το ποτό σε εσένα


Ένα από τα χειρότερα είδη πελατών είναι εκείνοι που λειτουργούν λες και είναι δικό τους το μαγαζάκι. Είναι ο πελάτης «αποικιοκράτης» και συνήθως είναι αυτός που απλώνει τα χέρια του σε οτιδήποτε. Αυτό το πλαστικό που βρίσκεται πάνω στο μπαρ, και συνήθως χρησιμοποιείται για να βάλει το ποτήρι επάνω και να φτιάξει ο barman ή η barwoman ένα ποτό, είναι η απαγορευμένη ζώνη. Όσο το ποτό βρίσκεται εκεί, δεν το κοιτάς, δεν το ακουμπάς, δεν υπάρχει ακόμη για σένα. Εκτός και αν πιστεύεις πως είναι έτοιμο και για κάποιο λόγο το προσωπικό του μαγαζιού έχει στήσει μια θεωρία συνωμοσίας κατά σου και δεν σου το δίνει. Όταν ετοιμαστεί, θα βρεθεί μπροστά σου. Κούλαρε και μην φέρεσαι σαν άρπαγας. Το ίδιο ισχύει και για όσους παίρνουν το ποτήρι από το δίσκο του σερβιτόρου θεωρώντας πως θα τον βοηθήσουν. Στο μόνο που θα τον βοηθήσουν είναι να χάσει την ισορροπία του δίσκου και να του πέσουν όλα. Γιατί σου θυμίζω ότι τον κρατάει με το ένα χέρι και όχι με τα δύο σαν τις γιαγιάδες που βγάζουν να κεράσουν φοντάν. 

Όχι, το κέρασμα δεν είναι υποχρεωτικό

Είναι τέλειο σε κάθε δυο ποτά να σου κερνάνε και ένα. Ναι, ξέρω ότι έτσι το μαγαζί θα κάνει περισσότερη κατανάλωση υποτίθεται και ενδεχομένως να μου αφήσεις μεγαλύτερο πουρμπουάρ, αν και ειλικρινά δεν με ενδιαφέρει το πρώτο σκέλος της προηγούμενης πρότασης απ' τη στιγμή που δεν είναι δικό μου το μαγαζί. Ιδανικά θα ήθελα όλος ο κόσμος να μπορεί να πίνει όσο θέλει τσάμπα, όμως θα έπρεπε να ξέρεις ότι μερικά μαγαζιά απλώς δεν κερνάνε αν δεν έχεις ήδη κάνει μεγάλο λογαριασμό. Και αυτό είναι εντολή του μαγαζάτορα συνήθως, ο οποίος δεν θα είναι και εκεί για να το διαπραγματευτείτε, τη στιγμή που εσύ θα ζητήσεις κέρασμα. Υπάρχει επίσης και το ενδεχόμενο να μου έχεις σπάσει τα νεύρα και να μην θέλω να σε κεράσω ακόμη κι αν έχεις πιει ένα βαρέλι Talisker. Αν δεν θέλω, δεν κερνάω. Εγωιστικό, αλλά έτσι λειτουργεί.

Δεν είμαστε φίλοι


Ναι! Ναι! Ξέρω ότι υπάρχει αυτή η φήμη ότι ο μπάρμαν και η μπαργούμαν είναι οι καλύτεροι ψυχολόγοι, και μου έχει συμβεί στα όσα χρόνια δουλεύω να βρεθώ στη θέση του ανθρώπου που ακούει τον πόνο του άλλου και στο τέλος του δίνει συμβουλές. Αν δουλέψεις αρκετό καιρό σε ένα μπαρ, θα δεις διάφορους περίεργους και κινηματογραφικούς χωρισμούς, θα ακούσεις ένα σωρό ιστορίες, άλλες θα τις ζηλέψεις και άλλες όχι. Αυτό από είναι ένα από τα λίγα υπέροχα πράγματα αυτής της δουλειάς. Αλλά δεν λειτουργεί με όλους. Την οικειότητα, τη συμπόνια και την παρηγοριά δεν την απαιτείς, γιατί ή υπάρχει ή όχι. Δεν είναι πιο περίπλοκο απ' αυτό. Συμβαίνει καμιά φορά και με άκυρους πελάτες, αλλά κυρίως με θαμώνες ενός μαγαζιού να έρχεσαι πιο κοντά, και εννοείται πως μπορεί στο τέλος να γίνετε μέχρι και φίλοι. Μπορεί κάποιος να καταλήξει μεσα σε ένα βράδυ να σου πει ό,τι δεν έχει πει σε κανέναν όλη του τη ζωή και να σου αρέσει που το κάνει. Αλλά αυτό δεν εκβιάζεται και κυρίως, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ακούσει το πρόβλημα σου επειδή έτυχε να δουλεύει στο μαγαζί το οποίο μπήκες. Το λιγότερο που μας ενδιαφέρει είναι ότι σε παράτησε η Ματούλα για τον Τάσο ή και το αντίθετο. Αυτό θα έπρεπε να αφορά τον φίλο σου -τον οποίο μάλλον έγραφες τόσο καιρό που ήσουν με τη σχέση που σε παράτησε και τώρα δεν είναι εκεί για να σε παρηγορήσει. 

Όχι, δεν ξέρω να φτιάχνω αυτό το Sunflower Waterproof Resist Power Feeling ή το οποιοδήποτε ποτό που ήπιες πέρυσι το καλοκαίρι σε ένα beach bar στη Σέριφο.

Κατά καιρούς σε αυτή τη δουλειά βρίσκεσαι αντιμέτωπος με αυτό που αποκαλούμε "ό,τι να' ναι". Μου έχει τύχει να μου ζητάνε «Freddo Cappuccino με αφρογάλο» και απάντησα πως «έχουμε μόνο αφροάγγλο». Εντάξει, καθόλου τραγικό λάθος, γελάσαμε όλοι και έληξε εκεί. Το πρόβλημα έρχεται όταν κάποιος ζητάει από τον barman να του φτιάξει κάτι που έχει ένα περίεργο όνομα και πιθανότατα φτιάχνεται μόνο στο μαγαζί που το ήπιε τη μια και μοναδική φορά που το κατανάλωσε στη ζωή του. Το αμέσως επόμενο πρόβλημα είναι το ύφος του πελάτη όταν του εξηγείς πως α)δεν ξέρεις πως να το φτιάξεις και β)ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να ξέρεις να το φτιάξεις γιατί δεν είναι γνωστό ποτό, αλλά έμπνευση κάποιου συγκεκριμένου barman σε επίσης συγκεκριμένο μαγαζί. Mην γίνεις απ' αυτούς τους πελάτες που γουρλώνουν τα μάτια με ύφος απαξίωσης που μοιάζει παράλληλα με το βλέμμα του κουνελιού την ώρα που αντικρύζει τα φώτα κάποιου αμαξιού ξημερώματα στην εθνική οδό. 

Όχι, δεν μπορώ να σου κάνω σκόντο και εδώ δεν είναι φαγάδικο. 


Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε μια είδηση ότι δυο τύποι τα έκαναν γυαλιά καρφιά σε ένα μαγαζί όταν τους ζητήθηκε να πληρώσουν. Αν και δεν έχω συναντήσει κάτι τόσο ακραίο, μου έχει τύχει-και μάλιστα αρκετές φορές- να μου ζητήσουν καλύτερη τιμή. Μην το κάνεις. Μην είσαι αυτός ο τύπος. Δεν ξέρεις από πριν ότι σε μια καπιταλιστική κοινωνία τίποτα δεν είναι τσάμπα; Θα πρέπει να σου το εξηγήσω ενώ δουλεύω στις 3 τα ξημερώματα; Και σταμάτα να ζητάς συνεχώς φυστίκια ή «κάτι να σε πιάσει». Είναι μπαρ. Αν θέλεις να φας πήγαινε στην καντίνα που πουλάει βρώμικο, πάρε ένα, φάτο και ξαναγύρνα.

Σηκώνεις το χέρι σου

Όταν θέλεις να παραγγείλεις σηκώνεις χεράκι, ξανασηκώνεις αν δεν σε πιάσει το ραντάρ και λες τι θέλεις. Ατάκες όπως «παιδί» «φίλε να σου πω», «ε κοπελιά», είναι εκνευριστικές, πόσο μάλλον αν ακουστεί παράλληλα κανένα κλαπ κλαπ από χέρια, δάχτυλα ή οποιοδήποτε σημείο το σώματος σου. Στο «ψιτ» εννοείται ότι σου αξίζει φτυσιά στον σβέρκο και γονατιά στα νεφρά.

Αν θες να φύγεις με μισό συκώτι είναι δικό σου πρόβλημα

Ο σημαντικότερος κανόνας. Αν θέλεις να βγεις και να γυρίσεις σπίτι σου με μισό συκώτι μπράβο σου. Σε στηρίζω. Αλλά αν ξέρεις ότι το παρακάνεις με το ποτό, καλό θα είναι να παίρνεις μαζί φίλους σου που ή να μην πίνουν ή να πίνουν και να το αντέχουν, και κυρίως να μπορούν να σε φροντίσουν αν πάθεις κάτι. Αν ρωτήσεις οποιονδήποτε που έχει δουλέψει σε μαγαζιά, θα σου πει ότι τουλάχιστον μια-δυο φορές στη ζωή του αναγκάστηκε να περιθάλψει μεθυσμένους ή ακόμα χειρότερα να τους μεταφέρει σε κάποιο νοσοκομείο για πλύση στομάχου. Και αυτό δεν περιλαμβάνεται στο Job Description.

Δεν έχεις πάντα δίκιο

Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν χωνεύει τους ανθρώπους που θεωρούν πως επειδή πληρώνουν έχουν πάντα δίκιο. Μπορεί εσύ να θεωρείς πως με τα λεφτά σου αγοράζεις τα πάντα-δυστυχώς όμως για σένα οι καλοί τρόποι και η συμπάθεια δεν αγοράζονται. Αν θέλεις να είσαι αγενής επειδή σε έπρηξε το δικό σου αφεντικό ή επειδή είχε ουρά στην εφορία ή επειδή δεν πέτυχες αλτέντε τα μακαρόνια σου, δεν φταίει ο barman για να ξεσπάσεις τα νεύρα σου επάνω του. Ακόμα χειρότερα, δεν φταίει εκείνος να του ξεσπάσεις τα νεύρα σου επάνω του και στη συνέχεια να μην ζητήσεις καν συγνώμη θεωρώντας ότι έχεις δίκιο επειδή άφησες 6 ευρώ για ένα ποτό ή να «ζητήσεις να δεις τον υπεύθυνο» και να το πας ένα βήμα παραπέρα. Είσαι μαλάκας και ανεπιθύμητος. Τα ποτάδικα δημιουργήθηκαν για το ακριβώς αντίθετο είδος ανθρώπου από σένα.


Και φυσικά πάντα να ακολουθείς το τρίπτυχο: Μην την πέφτεις, άσε tip και φύγε όταν βλέπεις πως το μαγαζί κλείνει.

Περισσότερα από το VICE

Τι Σημαίνει να Έχεις Σπουδάσει στο Πάντειο

«Ο Πατέρας μου Ήταν Τρυφερός στο Σπίτι και Στυγνός Εγκληματίας έξω» - Συναντήσαμε τον Γιο του Pablo Escobar στην Αθήνα

Τι Σημαίνει να Είσαι Agender και Νon Βinary Άτομο στην Ελλάδα του 2017;

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter , Facebook και Instagram.

Tagged:
bar
barman
barwoman
πως να μην είσαι μαλακας σε ενα μπαρ
οι δέκα εντολές του μπαρ